Μετά τέτοια αποτελέσματα… ώρα για ρακή!

Ιανουαρίου 26, 2015

Το ρακοπότηρο …  του θριάμβου και της παρτηγοριάς

(Προδημοσίευση από » Το γηροκομείο του παραδείσου»)

 

Οι δύο ήταν εύσωμοι, δηλαδή θα υποστήριζες άνετα και χωρίς παρεξήγηση πως είναι λίγο πριν το χοντροί, εξάλλου ποσώς θα τους ένοιαζε όπως και να τους περιέγραφες, αρκεί να μην έθιγες το μουστάκι τους, αυτό φάνηκε καθαρά από τον τρόπο που το χρησιμοποιούσαν (στρίβοντάς το μετά αυστηράς συνοφρύωσης) ως βοηθητικό, αν όχι συμπληρωματικό, πάντως αποδεικτικό στοιχείο των υποστηριζόμενων, συνήθεια παγίως χρησιμοποιούμενη, άρα δε σήκωναν αμφισβήτηση σε συζήτηση οιουδήποτε θέματος …

Ο τρίτος ήταν λεπτός, θα ήταν απερισκεψία και μόνον να τον ρωτήσεις πώς έτσι και δεν ήταν κι αυτός εύσωμος, τίποτα δε συνηγορούσε σε κάτι τέτοιο, και γιατί όχι, θα ρωτούσε ο υποψιασμένος, οπότε εύκολη θα ‘ταν η απάντηση, κατ’ αρχήν με τόση νευρικότητα (που δύσκολα κρυβότανε) ήταν αδύνατο να επιτραπεί στα εγκεφαλικά και γαστριμαργικά κέντρα, τα αρμόδια για το πάχος, να του επιτρέψουν την αύξηση βάρους, αφ’ ετέρου ο άνθρωπος ήταν εργαζόμενος, σε αντίθεση με τους άλλους δυο που όλα πάνω τους έδειχναν μιαν ηρεμία, μια μακαριότητα, μιαν εν πάσει περιπτώσει αγαλλίαση πλήρως απουσιάζουσα από εργαζόμενους σε τούτη τη χώρα, όπου ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει ο οιοσδήποτε (εργαζόμενος, ακόμα και νοικοκύρης ων, ακόμα και μικροαστός!) κινδυνεύει λέγω να χάσει τη δουλειά του, βεβαίως αγαπητέ αντιρρησία, κινδυνεύει να χάσει αυτό που λέμε εργασία, τους καιρούς ειδικά τούτους που τους αποκαλούμε, περίοδος της Κρίσης, μάλιστα κύριε, με κεφαλαίο το Κ παρακαλώ …

Τέλος ο ίδιος της παρέας, ο τρίτος ούτως ειπείν, δε γινόταν να είναι χοντρός, όπως οι λοιποί, καθόσον του ‘λειπε κάθε ίχνος αισιοδοξίας, όπως εύκολα θα συμπέρανε εντός τρίλεπτου όχι μόνο τυχαίος ωτακουστής, αλλά και κάθε πελάτης τού σοβαρού, εμπνέοντος μάλιστα δέος, καταστήματος. Βλέπετε η δουλειά του ήταν αυτή του φαρμακοποιού, παλιότερα συνώνυμη με του τοκογλύφου, κυρίως εις την φθίνουσα και ουχί αθάνατη πλέον επαρχία, καθόσον ο εκτός πρωτευούσης φαρμακοποιός, λόγω του κύρους αφ’ ενός, της ακρίβειας των καιρών και των φαρμάκων αφ ετέρου, της φήμης ως σφαγέα στις τιμές των προϊόντων του εκ τρίτου, των χημικών γνώσεών του τέλος – αφού τότε φάρμακα δεν εύρισκες σε συσκευασίες, ούτε καν τις ενέσεις, και μην παραξενεύεστε οι νεότεροι, όλα παρασκευάζονταν από το φαρμακοποιό με οδηγό συνταγή ιατρού (εχθρό συνήθως του φαρμακοπαρασκευαστή) – άρα ο εν λόγω ήταν παγκοίνως περίβλεπτος, επίφοβος και μισητός, εκτός από πλούσιος που τα μάλλα συνέβαλλε στο τελευταίο.

Επομένως τι τον εμπόδιζε, αν ήθελε, να γίνει και τοκογλύφος, τίποτε, απαντάμε ευθέως, τίποτε απολύτως δεν τον εμπόδιζε, εάν ήθελε βεβαίως, τότε και μόνον τότε γινόταν και τοκογλύφος, διότι κανείς που δεν επιθυμεί και δη λυσσαλέα, αλλά ούτε και όποιος επιθυμεί μεν σφόδρα πλην όμως είναι ανίκανος και άφραγκος (ναι, υπάρχουν και φαρμακοποιοί φτωχοί, και δεν θέλω αντιρρήσεις), μπορεί να εξελιχθεί σε τοκογλύφο, επομένως τι έκανε νιάου νιάου στα κεραμίδια, οσάκις απαντάτο τοκογλύφος, ήταν απλό, επρόκειτο περί ενός φαρμακοποιού που ήθελε, μπορούσε και έγινε τοκογλύφος, μάλιστα, αλλά ο δικός μας δεν είναι τέτοιος!

Επανερχόμενοι στους τρεις φίλους λοιπόν, αποδείξαμε πως ο τρίτος, και μόνον τούτος, δεν μπορούσε να είναι χοντρός όπως οι άλλοι δύο -δεν εννοούμε δε πως το επιθυμούσε κιόλας, αλλοίμονο να συνέβαινε κάτι τέτοιο – επίσης ήταν και ο μόνος άνευ μύστακος, διότι λένε, πως εκ παραδόσεως οι φαρμακοτρίφτες δεν φέρουν μύστακα πολλώ μάλλον πυκνή και πλούσια κόμη ή ακόμα χειρότερα περούκα ή περουκίνι, καθόσον, φανταστείτε, τη στιγμή που παρασκευάζοντας ευαίσθητο και πολύπλοκο φάρμακο και εν μέσω της φαρμακοτριψίας, δεδομένου πως περί ιερουργίας επρόκειτο, να ‘ξυνε το κρανίο του από απορία ή να δάγκωνε τον μύστακά του, ή εκεί εν τω περατούσθαι, να τον έστριβε αρειμανίως και κάποια αναιδής θριξ να συνέβαλλε στο μίγμα, ποια θα ήταν έκτοτε η φήμη που θα τον ακολουθούσε; Να το υποθέσουμε μετά θάρρους, θα ήταν εκείνη η καταλυτική «ο φαρμακοποιός με τις τρίχες» να λοιπόν γιατί δεν απαντάμε την σήμερον ημέρα μύστακα και παρόμοια πίσω από τους πάγκους των καταστημάτων αυτών με τον λαμπιρίζοντα κόκκινο σταυρό. Τηρούν την παράδοση, έστω και αν οι νεότεροι αγνοούν το λόγο.

Από την εμπρόσθια πλευρά τού συγκεκριμένου πάγκου εν τω μεταξύ, είχεν ήδη σχηματιστεί ουρά εξ ομοειδών πελατών, πάει να πει επαρκώς ηλικιωμένων και κυρίως θήλεος γένους, καθόσον τώρα αυτό παρατηρείται σε όλες τις ουρές καταστημάτων δημοσίων τε (Εφοριών, Υπουργείων, Ταμείων…. ) και ιδιωτικών (Τραπεζών, Νοσοκομείων, ΔΕΗ, ΟΤΕ, Ταχυδρομείων, ΕΥΔΑΠ όπου να ‘ναι, Λιμένων, Αεροδρομίων, Διοδίων κάθε είδους…) εκτός καφενείων, προποτζίδικων και μπουρδέλων (θα μας απασχολήσει άλλη φορά τούτο).

Στο μικρού μεγέθους συνοικιακό φαρμακείο η ουρά ανανεώνεται συνεχώς, γιγαντώνεται δε κατά στις περιπτώσεις που ο καλός μας αμούστακος λειτουργός συμμετείχε επιθετικός στη συζήτηση των δύο συντρόφων του, η οποία σημειώστε πως δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη, ουδόλως δε ποδοσφαιρικού ή ακόμα και περί το σεξ περιεχομένου. Ήταν μια συζήτηση απλή μεταξύ τριών ντόπιας καταγωγής (ουχί βεβαίως γκάγκαρων) φίλων, που κάλυπτε αλληλοδιάδοχα θέματα. Ανάλογα δε με το προσεγγισμένο ζήτημα ανεβοκατέβαινε και ο τόνος της, δεν έλειπαν φυσικά και οι παρεμβάσεις των σεβαστής ηλικίας πελατισσών, που εισέβαλλαν μετά πάθους στο διάλογο εκτοξεύοντας, μάλιστα, σωστά διαβάσατε, εκτοξεύοντας άποψη περί της οποίας δεν σήκωναν κουβέντα!

Οσάκις επομένως εμπλεκόταν και ο φαρμακοποιός μας, τότε άναβε για τα καλά η ανταλλαγή λεκτικών ριπών και έτσι δικαιολογείται η διείσδυση κάποιας από τις βιαστικές λοιπές κυρίες που επανέφερε την τάξη, και εκεί αποδείκνυε ο έμπειρος ταλαντούχος την αντιπάθειά του στην εμπορική ιδιότητα, περιοριζόμενος σ’ εκείνην του παρασκευαστή φαρμάκων, Πώς είπατε μαντάμ, θέλετε αντιβιοτικά χωρίς συνταγή ιατρού, πόσες φορές θα σας το πω πως έτσι αυτοκτονείτε σεβαστή μου κυρία, δεν πεισθήκατε με την απώλεια του λατρευτού σας συζύγου εκ της ασυγκράτητης χρήσεως αντιβιοτικών και θέλετε να τον ακολουθήσετε και σεις, δεν άκουσα, ουδόλως σάς ήτο λατρευτός, μα τι είναι αυτά που ομολογείτε δημόσια μαντάμ, ήταν κόπανος ο μακαρίτης και ευτυχώς που την έκανε ενωρίς έστω και με τα αντιβιοτικά, αυτό μας λέτε δηλαδή, και τούτα εδώ δεν προορίζονται για λόγου σας αλλά προορίζονται για την κουνιάδα σας είπατε, τέλος πάντων κυρά Ευμορφία, εγώ είμαι υποχρεωμένος να σας προειδοποιώ, όπως είμαι και υποχρεωμένος να σας πουλήσω ό,τι μου ζητήσετε, εκτός των ναρκωτικών βεβαίως, δεν θέλετε απ’ αυτά είπατε, επιτέλους δεν σας πρότεινα να πάρετε χασισάκι, δεν είναι είπατε το χασίσι ναρκωτικό, έλεος κυρία μου, λοιπόν να τελειώνουμε με σας, ορίστε το δεματάκι σας, σαράντα δύο ευρώ κυρία Ευμορφία, μάλιστα είναι ακριβά, μάλιστα θα γινόμουνα τοκογλύφος άλλη εποχή, τώρα δεν θέλω να είμαι τοκογλύφος, ορίστε εσείς κυρία Μενεμένη, τι θέλετε …

Οι επαΐοντες ίσως να καταλάβατε, πως η εν λόγω κυρία ήταν η Ευμορφία, πασίγνωστη στη γειτονιά για τα γιαπράκια της, που είχε παρακολουθήσει μετά φανατισμού όλες τις προηγηθείσες συζητήσεις – κυρίως μεταξύ των δύο εύσωμων μυστακοφόρων και του φαρμακοποιού – αλλά και τις εμπλοκές τινών εκ των προηγηθεισών πελατισσών. Γνώριζε τις μέρες και ώρες που η σύναξη συντελείται στου Πελοπίδα και δεν έχανε ευκαιρία, πάντα παρούσα η Ευμορφία, έκπαλαι εξάλλου ερωτευμένη με το γιατρό, αλλοίμονο, όλοι το γνώριζαν, κανείς δεν επιχειρούσε να εκμεταλλευτεί τον γεροντικό έρωτα της συγκεκριμένης, αφού από τα τρυφερά της χρόνια είχε αφιερωθεί στον συγκεκριμένο άντρα, που περί άλλα τύρβαζε βεβαίως και άλλη ρότα είχε επιλέξει στην πολυτάραχη ζωή του (άλλη ιστορία και τούτη, αν προκάμουμε θα την αποθανατίσουμε γραπτώς καθόσον Scripta manent, verba volant)…

Δεν έχει φάρμακο σήμερα; Ρώτησε ο συγκεκριμένος εύσωμος ασκών μέχρι πρότινος την ιατρική επιστήμη, ολίγον ιδρωμένος τώρα και καθήμενος στην πολυθρόνα του ιδιοκτήτη, όπισθεν του απανταχού των φαρμακείων απαραιτήτου γραφείου, και επειδή, ο Πελοπίδας, αδιαφόρησε να απαντήσει μάλλον επίτηδες, επανέλαβε στεντορεία τη φωνή ο Σαμψών, όνομα εις το οποίον αποκρίνεται, όπως μάθαμε εντός ολίγου, Πελοπίδα, σε ρώτησα για ρακί και μην κάνεις πως δεν άκουσες, Εγώ δε θα σε βοηθήσω να αυτοκτονήσεις, Σαμψών, τελεία και παύλα, Βρε ρακί σου ζήτησα δε σου ζήτησα να με αυτοκτονήσεις, άσε τώρα τις εξυπνάδες και φέρτο, Δεν έχω ποτήρια, Και πότε χρειαστήκαμε, Πελοπίδα, ποτήρια, φέρε τα συνηθισμένα που ‘ναι γεμάτο το ντουλαπάκι σου, άντε μπράβο, Μα δε σε νοιάζει, βρε παλάβρα, να πίνεις ρακί σε ουροσυλλέκτη, έλα Παναγία μου, σταυροκοπήθηκε δήθεν έκπληκτος ο τρίτος της παρέας, (θεράπων αυτός της επιστήμης του δικαίου, πάει να πει δικηγόρος, όπως π.χ. ο δικός μας Παχώμιος ου μην αλλά και ο Μόσχος ο ποιητής, αμέ!)

Αποκαλύφθηκε η αλήθεια αυθωρεί, (καίτοι δεν απαιτείτο καθόσον καθημερινή μάρτυς παρομοίων σκηνών η Ευμορφία), και έτσι έγινε αντιληπτό πως για τα μάτια προοριζόταν ο διάλογος, για το θεαθήναι δηλαδή των όποιων παρόντων, ήτοι ως δικαιολογία, αφού εθεάθη ο Πελοπίδας να κουβαλάει, ουδόλως τελετουργικά, τρία πλαστικά ποτηράκια με στεγανό καπάκι και σε ειδική αποστειρωμένη συσκευασία, που έσπευσαν και οι τρεις να πετάξουν στον παρακείμενο κάλαθο και να τα πληρώσουν από την, ως διά μαγείας εμφανισθείσα, μποτίλια με το άχρωμο υγρό!

Είστε οι χειρότεροι πελάτες, κανείς σας ποτέ δεν σκέφτηκε να μου αναπληρώσει τη ρακή και τα ποτήρια μου, Βρε Σάυλωκ, αφού και συ το τσούζεις, πόσο κοστίζει εξάλλου η πλαστικούρα σου και γκρινιάζεις, Να μην γκρινιάζω λένε, κυρία Μενεμένη μου, να μην γκρινιάζω, κάθε μεσημέρι μου κουβαλιούνται για ρακή, η κατανάλωση στα ποτηράκια τούτα είναι τέτοια που με πήρε στο τηλέφωνο ο προμηθευτής να σιγουρευτεί για την ποσότητα, «Κανένα απολύτως φαρμακείο στο νομό Αττικής δεν προμηθεύεται τόσους ουροσυλλέκτες», έτσι μου είπε ακριβώς, τι να του απαντήσω, πως οι μουστερήδες από δω μου ‘ρχονται αμελλητί και θρονιάζονται πίνοντας, οι κύριοι, τον αγλέορα και κουτσομπολεύοντας τα πολιτικά πρόσωπα μηδέ εξαιρουμένου του κυρίου Πρωθυπουργού μας, ειδικά μάλιστα αυτουνού

Τράβηξε πάντως ο καλός φαρμακοδεσπότης το συρτάρι που έγραφε απέξω με κραυγαλέα γράμματα, Προσοχή, ποντικοφάρμακο και εμφάνισε μια σακούλα με πασατέμπο, Δεν μπορώ άλλο τον πασατέμπο, σου το ‘πα και χτες πως μου προκαλεί… μετεωρισμούς, γκρίνιαξε ο θεραπεύων τη δικαιοσύνη, αλλά βούτηξε μια χούφτα και άρχισε να μασουλάει μετά του ουδόλως διαμαρτυρόμενου ιατρού.

Στην τρίτη ρακοπροσκύνηση, έδειξε σαφώς να παρασύρεται από τη συγκίνηση για άγνωστο στην παρακολουθούσα πελάτισσα λόγο, φάνηκε εμφανώς η σχετική ροδόχρους απόχρωση, οι οφθαλμοί γλύκαναν αρχικά και σταδιακά υγράνθηκαν έως δακρύων, η φωνή τρεμούλιασε τού παραλίγο τοκογλύφου, (αν λειτουργούσε βέβαια ως φαρμακοποιός πενήντα χρόνια πίσω και σε επαρχιακή κωμόπολη, ως τότε απαντάται ο μοιραίος συνδυασμός) …

Στη ζωγραφική θ’ αποτυπώσω τη θλίψη μου, απάγγειλε στεντόρεια τη φωνή, μ’ αυτήν θα περάσω στους επερχόμενους την οργή μου, θα ‘θελα με τούβλα να δηλώσω την άρνησή μου στον συμβιβασμό, πλησίστια θα ‘ταν τότε η μοιραία κατάληξη και για μένα, όργανο πάντως δε θα ‘μουνα των θανατηφόρων φαρμακοβιομηχανιών και της τυποποίησης, ελεύθερος θα παρασκεύαζα οτέ μεν τα ιοβόλα για την πλουτοκρατία σκευάσματα, οτέ δε τας αλοιφάς της λήθης και της γιατρειάς για τη φτωχολογιά, αν μάλιστα μπορούσα θα εξολόθρευα την Τάξη αυτή την Λούμπεν Μεγαλοαστική των πλουτοκρατών που άνοες την αποτελούν …

Πελοπίδα …  τον σταμάτησε ο προσωρινός καταληψίας της πολυθρόνας του ιδιοκτήτη, Πελοπίδα, λέγω, συγκρατήσου, δεν είμαστε στο Πολυτεχνείο, ούτε είναι δικτατορία τώρα, Πώς δεν είναι δικτατορία, άπιστε, μη μου πεις πως δεν είναι χούντα τούτοι δω, τι είναι δηλαδή, σωματείο φιλανθρωπικό ή κάποια ΜΚΟ Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, μη χέσω, αχ η καλή μου, η μούσα μου, η συντρόφισσά μου, γιατί να φύγει νωρίς, Πελοπίδα, πάνε τέσσερα χρόνια που η μούσα σου αγγελοποιήθηκε, δήλωσε ψυχρά, ο αναίσθητος ιατρός …

Και λοιπόν, τι θες να γίνει δηλαδή, επειδή πέρασαν τέσσερα χρόνια να την απορρίψω στον καιάδα της λησμονιάς, άκαρδε, και εκατόν τέσσερα να περάσουν εγώ … εγώ … και ακράτητα ξεκίνησαν να ρέουν τα δάκρυα, ο άνθρωπος υπέφερε, ήταν καθαρό πως βρισκόταν στο στάδιο εκείνο της ονοπνευματοκατάνυξης που περνάμε από τη φάση του θυμού σ’ αυτήν των κλαυθμών και των οδυρμών, πετάχτηκε αίφνης όρθιος και ανεβαίνοντας στο σκαμνί που ‘χε για τα ψηλά ράφια, άρχισε να ψάλλει στεντορεία τη φωνή Εμπρός της γης οι κολασμένοι… ευαγγελιζόμενος γνωρίζουμε όλοι τι!

Ο γιατρός (αντιστασιακός και δαύτος καθώς κι οι δυο του φίλοι εξάλλου, όπως καθαρά προέκυψε από τις αναφορές τους στο έπος του Πολυτεχνείου) καθώς και ο δικηγόρος, στάθηκαν δίπλα του και συνόδευσαν τον άδοντα με μπάσα φωνή κοντράλτα ο ένας και σεγκόντο με την άνεσή του ο έτερος, ου μην αλλά και τις ανάλογες χειρονομίες, άναυδη η προτελευταία πελάτισσα η Ευμορφία, κατενθουσιασμένη η τελευταία και Μενεμένη καλούμενη, που σιγομουρμούριζε τον ίδιο παιάνα συνοδεύοντάς τον με βηματισμό τοπικό χορευτικό των επαναστατών του Γαριβάλδη, άναυδοι ωσαύτως και όσοι περνώντας απέξω, στάθηκαν να θαυμάσουν το τρίο να άδει ογκανίζοντας την ανοιξιάτικη τούτη μέρα το συγκεκριμένο επαναστατικό άσμα, γνωστό και νοσταλγικό σε όλους, πιστούς τε και μη.

Αναχώρησε η Μενεμένη, έχοντας λησμονήσει το λόγο που την έφερε στο εν λόγω κατάστημα, έπιασε τον εαυτό της να μουρμουρίζει έμπλεη αισιοδοξίας και πατριωτικού ενθουσιασμού, Ποτέ μα ποτέ καμία Μέρκελ και κανείς Γερμανός ή έτερος αλλά και ντόπιος κρυόμπλαστρος ευρωενωσίτης, ή δουνουτίτης, ή ακόμα και τέως κομμουνιστής, ιδία τοιούτος, γαμώ το κέρατό τους ολουνών, δε θα δυνηθεί να συντρίψει την αδάμαστη θέληση που διοχετεύει απλός τις ουροσυλλέκτης διά της αθάνατης και ταλαντούχου ρακής, Ποτέ! 

Προσοχή στον παραγιό σαν μάθει τη δουλειά!

Ιανουαρίου 24, 2015

Έμαθα να μαστορεύω …

 

Μάντρα με υλικά οικοδομών κάπου στην αθάνατη Ρούμελη, όπου ακούγεται διάλογος μεταξύ πελάτη, φίλου του μάστορα και του βοηθού του, παρουσία ετέρου παρατυχόντος πελάτη και της ιδιοκτήτριας της μάντρας.

-Πόσα θες ρε Ηρακλή να γαμήσ’ του μάστουρά σ’;

-Χμμμμ, ο Ηρακλής.

-Αν σ’ δώκω εκατό ηυρώ θα τον πδήξεις, λέγε ρε!

-Χμμμμ, πάλι ο βοηθός του μάστορα.

-Τι Χμμμ ρε μαλάκα, ουρίστει να τα κάνουμει εκατόν πενήντα, άντε ηπειδής είσει σύ, τον γαμάς μη τόσα, λέγε ρε, ευκαιρία είνει!

-Ούιιιι.

-Γιατί ούιιιι ρε παπάρα, σε πόσεις μέρες θα βγάλς εκατόν πενήντα ηυρώ, ξηχνάς πως έχουμει και κρίσ’, ααα το ξέχασεις αυτό έ, άντε να σ’ δώκου διακόσα, κι μη μ’ πεις ούι θα ση σβηρκώσου, μπρος μη ξεθέουσες …  γιατί δεν απαντάς ρε χάχα, να, θα βάλ’ κάτ’ κι ου κύριους, θα δώσητει κι σεις κύριε κάτ’ να γαμήσ’ ου Ηρακλής του μάστουρα;

-Μόνο πενήντα μπορώ να δώσω για το εν λόγω εγχείρημα.

-Ουρίστε, μαλάκα, για το ηγχείρημα θα δώκ’ κι ου κύριους ακόμα πενήντα, ρε βλάκα, φτάσαμει διακόσα πενήντα ακατέβατα, για λέγε, για λέγε θα τουν φερμάρς;

-Ούιιιι.

-Θα μη τρηλάνς ησύ, όρνιου …  ρε μαλάκα, για πεμ’ να καταλάβου, τ’ Χαρίκλεια τς Γαρέφους, γιατί την πδάς κάθη μέρα στην αχυρώνα τ’ ψάλτ’ κι μάλιστα τζάμπα, και του μάστουρα δεν τουν γουστάρς μη τόσα λεφτά;

-Η Χαρίκλεια έχ’ πιρσότερεις τρούπες, να γι’ αυτό! Και χραααπ η σβερκιά απ’ το μάστορα.

-Τι είπεις ρε τσογλάν’, δηλαδής δε με πδας επειδής έχου λιγότερεις τρούπες απ’ τ’ Χαρίκλεια, γι’ αυτό, και να δεύτερη σβερκιά!

-Τι μη βαράς μάστουρα, είπα γω τίποτις;

-Πώς δεν είπες, ρε τουμάρ, το ξηφούρνσεις αλλιώτκα, πως θα μη γάμαγες αν δεν είχεις τ’ Χαρίκλεια με τς πουλλές τρούπεις, κι για να λέμει και την πραγματικότητα, τι κάνς, ρε όρνιου, κάθε μέρα π’ δε νογάς τίποτις, δε με γαμάς χουρίς σάλιου, γαϊδούρ, σα μ’ βγάζεις τουν καρκίνου να σ’ δώκου να καταλάβς, κι σ’ δίν’, μαλάκα, κι λεφτά κι λές όχ, πηρίμενε να πάρς τώρα μερουκάματου, να ειδείς ησύ!

Στο σημείο αυτό υπήρξε υπέρ του τυραννούμενου Ηρακλή αυστηρή παρέμβαση της (παρούσης απ’ αρχής του διαλόγου) ιδιοκτήτριας της μάντρας, κωλοπετσωμένης, εκ των πραγμάτων της πιάτσας, εξηντάρας:

-Ρε δε παρατάτε του πηδί να κάν’ τ’ δλειά τ’ μη τ’ Χαρίκλεια, να ειδούν χαΐρ κι οι δυο, π’ κάνειτει καλαμπούρια στην πλάτη τ’, άειντι σαπέρα λέου γω!

Άμεση και η ατάκα του ταλαίπωρου βοηθού παίρνοντας θάρρος από τη στήριξη.

-Ντάααξ, αλλά σα μάθου τη δλειά θα ειδείτει σεις …

-Τι θα γέν’ ρε σα μάθς τ’ δλειά, για πέστου να ξέρουμει κι μείς.

-Δε λένει «έμαθα να μαστουρεύου κι γαμώ το μάστορά μ’;» αυτό θα κάνου κι γω τότες κι χωρίς ευρώ!!

Εκλογές, μια καλή ευκαιρία αγανακτισμένε συμπολίτη

Ιανουαρίου 21, 2015

 Συμπολίτη

 

Αγανακτισμένε συμπολίτη, συναγωνιστή, φίλε, σύντροφε και ….ποδοσφαιρόφιλε και …..φραπεδολάτρη και….ανεξάρτητε και….εξαρτημένε από τη φτώχια, την αναδουλειά, την ανεργία, την εκμετάλλευση, την κοροϊδία, την τρομοκρατία και τη μαλακία του κράτους και του παρακράτους, θύμα της πολιτιστικής βίας, του εισαγόμενου τρόπου ζωής, της αναγκαστικής νηστείας, της πενίας της μόρφωσης, της απελπισίας απ’ την έλλειψη προοπτικής για τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου, επιτέλους πάμε μαζί αλλά όχι μόνον στην πλατεία συμπολίτη, πάμε και στη διαδήλωση, και στο πεζοδρόμιο, στην πορεία, στην απεργία, πάμε ρε συ και στο ταβερνάκι μαζί γαμώτο μου, αλλά άντε και στο σωματείο να παλέψουμε πολλοί αντάμα, μαζί το σύνθημα συναγωνιστή, μαζί την κραυγή για όχι άλλη εκμετάλλευση φίλε, μαζί να ουρλιάξουμε την οργή μας, αλλά και την απαίτηση για σεβασμό, για δικαίωση, για…

Τι φοβάσαι σύντροφε της απόγνωσης, γιατί δε στρέφεις το βλέμμα και σ’ εκείνους που χρόνια, μια ζωή τώρα, παλεύουν γι’ αυτά τα αυτονόητα που σήμερα εσύ νοιώθεις πως …νισάφι πια με την κατάργησή τους, σήμερα βλέπεις καθαρά πως σου τ’ άρπαξαν, πάμε μαζί μ’ εκείνους που… τι περιμένεις να πάρ’ η οργή να πάρει, τι περιμένεις ακόμα να χάσεις, όλα μας τα πήραν ρεεε, όλααα…

Δεν ψυλλιάζεσαι, αγανακτισμένε, δεν αναρωτιέσαι γιατί αυτοί που μέχρι χθες οργίαζαν σε κάθε συγκέντρωση, σήμερα αγκαλιάζουν τη δική σου μάζωξη, φαντάζεσαι τι έχει να γίνει μόλις μετατραπεί η ειρηνική και δίκαιη, καθώς υποστηρίζουν, μεγάλη, πολύ μεγάλη, αυθόρμητη μάζωξή σου στην πλατεία σε διαδήλωση με ενιαία συνθήματα, δεν αναρωτιέσαι πώς και γιατί η παρουσία των ένστολων και ένοπλων προστατών του πολίτη είναι διακριτική και καθόλου κραυγαλέα;

Είσαι ευχαριστημένος φίλε από την συμπαράσταση και των μεν και των δε, και του φύλακα και του αστυφύλακα, και του βιομήχανου και του κρατικοδίαιτου από τους συνδικαλιστές, και του σημερινού υπουργού, χθεσινού επαναστάτη του κώλου;

Βρες λοιπόν τους δικούς σου, εκείνους που βράζετε στο ίδιο ζουμί, στο ίδιο καζάνι, οι άλλοι δεν είναι μέσα σ’ αυτά, βρίσκονται απέξω και κρατάνε κουτάλες, κατάλαβες τη διαφορά;

Γιατί υποστηρίζω το ΚΚΕ; Για να κοιτάζω τα παιδιά μου στα μάτια.

Ιανουαρίου 18, 2015

 ΚΚΕ και σ’ αυτές τις εκλογές.

Για να κοιτάζω τα παιδιά μου στα μάτια, είχα πει παλιότερα. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.  Και μάλιστα με ιδιαίτερη σημασία τώρα. Γιατί η ψήφος στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τούτα τα πολύ δύσκολα για τον τόπο και το λαό μας χρόνια, αυξάνει τη δύναμή του να στέκεται φραγμός στον κατήφορο, στην ενδοτικότητα, στο ξεπούλημα του πλούτου της χώρας μας. Υποστηρίζω το ΚΚΕ, γιατί τα στελέχη και τα μέλη του είναι ασυμπίεστα στις αρχές τους, στην ιδεολογία, τους στόχους, στην αποφασιστικότητα και τους καθημερινούς αγώνες για το συμφέρον του λαού και την προκοπή του τόπου.  Ψηφίζω το Κόμμα αυτό γιατί μόνον έτσι πολλαπλασιάζεται η δύναμη της ψήφου, αφού ενισχύει ασυμπίεστους και αδιάφθορους αγωνιστές που είναι οι Κομμουνιστές. Γιατί ποτέ μέχρι σήμερα δεν διαψεύσθηκαν οι ελπίδες μου και δεν μετάνιωσα που τάχθηκα υπέρ του. Γιατί έτσι δεν ντρέπομαι πως ανέχθηκα ή βοήθησα στη ρεμούλα αυτού του τόπου και των εργαζομένων, στις απάτες, στις ψευτιές, στα σκάνδαλα, στην ενίσχυση της πλουτοκρατίας. Γιατί έτσι διατηρώ ζωντανή την ελπίδα για ένα πιο δίκαιο κόσμο. Γιατί εξακολουθώ και πιστεύω ακράδαντα πως η ιδεολογία που οπλίζει και ατσαλώνει το  ΚΚΕ είναι αναλλοίωτη, ζωντανή, πανίσχυρη, οι στόχοι δίκαιοι. Αλλά και γιατί το Κόμμα αυτό είναι πατριωτικό.

Γι’ αυτό υποστηρίζω και θα ψηφίσω το ΚΚΕ.

Αγάντα Δημόσιο Νοσοκομείο, αγάντα Υγεία, αγάντα Κόσμε!

Νοεμβρίου 30, 2014

Σταθερή αξία… οι μέλισσες!

-Ωραίο πράγματι, της είπε κοιτάζοντας κι αυτός… γύρισε εκείνη ξαφνιασμένη,
-Ναι, πολύ ωραίο, επικρότησε και ξεκίνησε αναστενάζοντας, ενώ το πουλί που κοίταζε αφηρημένη φτέρωσε όχι όμως φοβισμένο, αισθανόταν, φαίνεται, την ασφάλεια που παρείχε και στα πετούμενα ο χώρος, ποιος θα σκεφτόταν να κυνηγήσει πουλιά εκεί μέσα, εξάλλου αυτός δεν ήταν και ο στόχος του συγκροτήματος; Την είχε προσέξει περπατώντας γύρω γύρω το τεράστιο συγκρότημα, όπως κάθε χάραμα, περνώντας πρώτα έξω από το ολοφώτιστο, αλλά πάντα κλειστό εκκλησάκι.
Γιατρίνα είναι, αποφάνθηκε, ίσως γιατί περπάταγε με σιγουριά σε αντίθεση με τους περισσότερους έξω από τους ασπροντυμένους. Βρίσκονταν δίπλα στο ψυχιατρικό τμήμα, τέτοια ώρα κανέναν δεν συναντούσε σ’ εκείνο το μέρος, παρεκτός τον νέο που καθόταν καπνίζοντας στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στην είσοδο, μισοκρυμμένη κι αυτή πίσω από δέντρα που δεν είχαν τσιγκουνευτεί σαν έχτιζαν το νοσοκομείο. Αντάλλασσαν μια καλημέρα, και συνέχιζε ο καθένας τη δουλειά του. Αυτή τη φορά δεν τον είδε μα ούτε τις επόμενες, μάλλον έφυγε, μονολόγησε, και (γιατί άραγε) θυμήθηκε τους χιλιάδες των ψυχιατρείων που κλείνοντάς τα κι αυτά, ήδη περιέφεραν, οι λησμονημένοι απ’ όλους, την απελπισία τους, αναπάντητο χαστούκι σε μια κοινωνία που κλονίζονταν, συντρίβονταν και σκόρπιζαν οι αξίες της!
– Καλημέρα κύριε, απάντησε ο επόμενος που συνάντησε να σέρνει έναν κάδο σκουπιδιών κατακίτρινο, πεντακάθαρο… στάθηκε ορεξάτος για συζήτηση,
-Γιατί είναι κίτρινο, ρώτησε, βάζετε τα επικίνδυνα μέσα;
-Καλά το καταλάβατε, αποκρίθηκε ο νεαρός με τα γάντια, όχι όμως τα χειρότερα, σ’ αυτά βάζουμε γάζες, βελόνες, τέτοια πράγματα, είναι ζήτημα οικονομίας, συμπλήρωσε, καταλάβατε, για τα άλλα τααα… των χειρουργείων έχουμε τα κόκκινα,
-Δηλαδή, τι οικονομίας, τι εννοείτε, ξαναρώτησε ενώ φαινόταν πως βιαζόταν ο εργάτης, αφού απαντούσε χωρίς να σταματήσει το ξεφόρτωμα απ’ το τεράστιο όχημα με τους καινούργιους κίτρινους πεντακάθαρους κάδους,
-Ε, δεν καταλαβαίνετε, νομίζετε στην κρίση χάνουν οι εταιρείες που τροφοδοτούν τα νοσοκομεία;
-Αα μάλιστα, κούνησε το κεφάλι του κι ας μην κατάλαβε ακριβώς γιατί δεν χάνουν οι εταιρείες με τόσο ντόρο που ‘χει γίνει για το πλιάτσικο, το σκέφτηκε λίγο, συνέχισε τη βόλτα, το ξέχασε… έκανε ψύχρα, είχε το ένα χέρι έξω από το πανωφόρι με το ξηλωμένο σήμα, πρόσεξες βρε τη ζακέτα μου, την πρόσεξες, είχε ρωτήσει την Τόνια την Αθηναία, και κείνη, μη ανταποκρινόμενη στην πρόκληση, ούτε γύρισε να κοιτάξει το καινούργιο απόκτημα, Είχες και στο χωριό σου τέτοια, τον πείραξε και δεν επέμεινε ο βλάχος, είχαν έρθει οι φίλοι και η κυρά του να τον δουν, σιγά μην είχαν όρεξη για τα κρύα του.
-Γιατί, κύριε Γρίβα, δεν μου λέτε καλημέρα, τον έβγαλε από τις σκέψεις του τις εμβριθείς αργότερα το πάντα χαρούμενο κορίτσι (πώς προλάβαιναν τόσο κόσμο, τι αντοχές όλοι τούτοι οι άγγελοι, αμ οι καθαρίστριες, οι γιατροί, τι να πει για τον κόσμο που πράγματι υπηρετούσε σε συνθήκες… τέλος πάντων). Την ίδια στιγμή η νοσηλεύτρια δεν σταμάτησε να τους δίνει τα θερμόμετρα τιτιβίζοντας, να παίρνει την πίεση, να εξετάζει τις πεταλούδες… αχ αυτή η πεταλούδα, είκοσι τέσσερις μέρες την έσερνε και του χρειάσθηκε μια φορά μονάχα σαν πήγε για κείνο το… πώς διάολο το λένε, μουρμούρισε,
-Τι ρωτήσατε, ποιο πως λένε, ρώτησε η μορφονιά με τα ολόλευκα που μοσχομύριζε μανταρίνι,
-Τίποτα καρδούλα μου, ξεχείλισε αυτός όλο τρυφερότητα, εγώ δεν σου λέω καλημέρα, αφού είμαι σταθερή αξία εδώ μέσα πια παιδί μου, να δεις…
-Πώς το είπατε αυτό, τι είστε, απόρησε το κορίτσι που σαν έμπαινε στο θάλαμο αναγάλλιαζαν οι κάτοικοί του.
-Να, ήθελα να πω πως πέρασαν κιόλας είκοσι τόσες μέρες, γι’ αυτό… λέω σ’ όλους καλημέρα, αφού να σκεφτείς με συνήθισαν και δε με κοιτάνε ξαφνιασμένοι όπως στην αρχή,
-Αλλά σήμερα δεν μου είπατε εμένα, επέμεινε ναζιάρικα εκείνη,
-Ναι, ο κουτός, ίσως ξεχάστηκα, γιατί περίμενα πως θα μας χάριζες κάνα τραγουδάκι πάλι, όπως προχθές που κελάηδαγες με τις φίλες σου! Πάει, ξεμωράθηκα, σκέφτηκε.
Μέτραγε είκοσι και πάνω μέρες περιμένοντας την επέμβαση, οι δικοί του είχαν αρχίσει και εκνευρίζονταν,
-Βρε τι σας νοιάζει εσάς, απαντούσε, εμένα με ηρεμεί το νοσοκομείο, αφού και η πίεσή μου έχει κατέβει στοοο τόσο, εξάλλου όλη η Αττική έχει πέσει πάνω σε τούτο, τι λέω, όλη η Ελλάδα έχει πέσει σ’ ότι απέμεινε με τόσα που γκρέμισε η καλή μας τρόικα αγκαλιά με τους πρόθυμους κυβερνήτες μας… οι άνθρωποι νοιάζονται για την υγεία μας οπότε σου λέει, μάζεψε όλους που ‘χουν ανάγκη νοσοκομείου σ’ ένα -δυο για να ‘χεις καλύτερο έλεγχο, αποτελεσματικότερη νοσηλεία, μείωση εξόδων, γιατρών, νοσοκόμων, φαρμάκων, (εκτός κηδειών βέβαια) κι έτσι θ’ ανεβούν πάλι οι συντάξεις και οι μισθοί…
-Άσε τις ψύχρες, τον προσγείωσε η Μενεμένη, έχεις γυρίσει το διακόπτη στο αδιάφορο κι έχε χάρη που… που… αλλιώτικα σου ‘λεγα γω!
Συνειδητοποίησε αργά ότι για να κάνει τις εξετάσεις που χρειάζονταν, έπρεπε (αν είχε ακόμα τη δυνατότητα) να τρέχει σε εξωτερικά ιδιωτικά κέντρα, πληρώνοντας τη συμμετοχή του. Ήταν καθαρό πως αυτός ήταν και ο στόχος, ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας το λένε, άσχετε, τον προσγείωνε από τις εμβριθείς αναλύσεις η δικιά του.
Ακόμα όμως και τα συμβεβλημένα κέντρα με το δημόσιο και διάφορα ταμεία, χρειάζονταν χρόνο για να καλύψουν τόσες απαιτήσεις, όλα έδειχναν να βουλιάζουν περισσότερο απ’ όσο νόμιζε, Τι είπατε θέλετε, Χολτερ εικοσιτετραώρου, τον ρώτησε η τηλεφωνήτρια σ’ ένα απ’ αυτά που κατέφυγε, αφού στο νοσοκομείο του είπαν πως με τον δικό του προγραμματισμό θα ‘πρεπε να περιμένει πολύ, στις δεκαεννιά του Δεκέμβρη κύριε, τότε μπορείτε να έρθετε, τον ενημέρωσε και το ιατρικό κέντρο. Μπήκε στο Google (μάλιστα, είχε μαζί του το ρημάδι, έτσι κι άντεχε την ατέλειωτη αναμονή) βρήκε το τηλέφωνο και πήρε τον ξύπνιο που δεν είχε δέσμευση χρόνου για την εξέταση, αφού δεν ήταν δεμένος με κανένα φορέα, αρκεί να πληρώσει ο κύριος ολόκληρο το ποσόν, όπως κι έκανε.
-Είμαι εβδομήντα χρόνων… ξεκίνησε να πει τον πόνο του το ίδιο απόγευμα σαν τον επισκέφτηκαν, δεν είσαι εβδομήντα, τον διέκοψε η καλή του όπως πάντα, εν τάξει, υποχώρησε, είμαι εξήντα εννιά και τα χρόνια που πλήρωνα ασφαλιστικά είναι… είναι… είκοσι επτά του δημοσίου με το ναυτικό… τρία στο ΙΚΑ σαν δούλευα στον Πειραιά… δεκαεπτά στο ΤΑΝΠΥ με την εταιρεία… ακόμα δέκα παράλληλα στο ΙΚΑ με το πανεπιστήμιο, πόσο κάνουν, έ πόσο, πέταξε ξαφνιασμένος κι ο ίδιος με τον εκνευρισμό του, ά στο διάολο το γαμημένο σάπιο σύστημα, φαντάσου λοιπόν τους συνταξιούχους με διακόσια πενήντα πώς νοσηλεύονται και σου λέει κάθε αλήτης, φασίστας, που βάζουνε να ισοπεδώνουν τα πάντα πως… πως… γαμώ το μπελά μου γαμώ, τον κερατά κι αυτόν και τους άλλους…
-Μάλιστα, έχω γίνει πια σταθερή αξία του ορόφου, κοριτσάκι μου, της εξήγησε, ποιο σταθερή δε γίνεται, μόνον έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η υπομονή μου, μα η γαλιάντρα είχε απομακρυνθεί…
Το ίδιο πρωί ήρθε και πήρε τα πράγματα τού Μπάρμπα Νίκου, Γλίτωσε, παρηγόρησε τη νύφη του, γλίτωσε παιδί μου… κούνησε καταφατικά το κεφάλι της συμφωνώντας η δακρυσμένη κοπελιά. Και βάλθηκε αυτός να θυμάται τις απίστευτες λεπτομέρειες για τη ζωή των μελισσών που του ‘χε μάθει ο καλός, λιγόλογος, γέρος από τη Μυτιλήνη, χάνονται σιγά σιγά, μειώνεται ο πληθυσμός τους, χωρίς φάρμακα αρρωσταίνουν πια, κι αν χαθούν οι μέλισσες, μετά δε θ’ αργήσει κι η σειρά μας, είχε καταλήξει ο σοφός αγρότης. Γιατί δεν κοιμάσαι, κυρ Νίκο, τον ρώτησε ένα βράδυ που ‘χε καταλάβει πως καθόταν ξύπνιος μέσα στο σκοτάδι, σκέφτομαι κύριε, σκέφτομαι το γιο μου, έχει σκλήρυνση … και ζει σε καροτσάκι… δεν απάντησε τούτος και δεν το μετάνιωσε, τι να του ‘λεγε; Τώρα όμως δεν τον στοιχειώνει το καροτσάκι τού γιου του, το αφύλαχτο κοπάδι, οι επισκέψεις που περίμενε και δεν έρχονταν, το τι θα γίνει αύριο, τώρα ο Μπάρμπα Νίκος είναι με τις μέλισσές του!

 

Μια μέρα στο νοσοκομείο στη σημερινή Αθήνα

Νοεμβρίου 28, 2014

Η υποστολή

Άκουσε τη σάλπιγγα και μαρμάρωσε, τουλάχιστον είκοσι πέντε χρόνια είχαν περάσει απ’ την τελευταία φορά που ‘τυχε σε υποστολή σημαίας, ίσως και περισσότερα, πλησίασε το παράθυρο και παρακολούθησε τη σημαία να κατεβαίνει, εκεί λίγο κάτω απ’ το μοναστήρι, που τα βράδια ανάβει πελώριος ο γαλάζιος σταυρός…
Τρίτη μέρα έφεραν τον συγκάτοικο, τον κυρ Νίκο το Μυτιληνιό, δέκα τουλάχιστον φορές ήρθε ο φίλος του απ’ το 4Α να ρωτήσει για νεώτερα, Τίποτα ακόμα κύριε, δε φάνηκε κανείς συγγενής του, στην εντατική τον έχουν… ογδόντα τεσσάρων βλέπετε ο άνθρωπος, αλλά… θα τον φτιάξουν, μην ανησυχείτε, μου το ‘πε μια νοσοκόμα, ηρέμησε κείνος, Είμαστε φίλοι, εξήγησε, εδώ γνωριστήκαμε, καταλάβατε γιατί…
Γεμάτοι οι θάλαμοι, φέρανε το κρεβάτι καθώς και τρία ακόμα στο φαρδύ διάδρομο ανά δέκα μέτρα παράλληλα στον τοίχο, σύνδεσαν το οξυγόνο στον έναν, έβαλαν τους ορθοστάτες με τους ορούς, έστησαν από μια πολυθρονίτσα δίπλα στον καθένα και ξεκίνησε και γι’ αυτούς η ρουτίνα του ορόφου. Δυο φορές τη βδομάδα, υπολόγισε πως ήταν εφημερεύον το νοσοκομείο. Γινότανε το έλα να δεις, πώς να περιγράψεις τον συμπυκνωμένο πόνο ενός κόσμου, που υποφέρει και πιο πέρα από τις επιπτώσεις της κρίσης, οι περισσότεροι αμίλητοι, σκυθρωποί οι συγγενείς συνοδοί, καρτερικοί όλοι τους, έβλεπαν πως το προσωπικό πάσχιζε, έτρεχε να προλάβει, να περιποιηθεί, να κατευνάσει τον πόνο, να μετρήσει πυρετούς, πιέσεις και σάκχαρο, να δώσει φάρμακα, να κάνει ενέσεις, οι καθαρίστριες να πηλαλάνε κι αυτές όλο άγχος να προλάβουν, έλαμπαν τα δωμάτια, οι διάδρομοι, οι τοίχοι, πεντακάθαρες οι τουαλέτες, δεν έλειπαν τα απαραίτητα, ακόμα και το απολυμαντικό σε κάθε κρεβάτι, τρεις τέσσερις φορές τη μέρα οι νοσοκόμες, οι μικρές το πρωί κι οι μεγαλύτερες στις οχτάωρες βάρδιες, Δυο ανά κλινική, κύριε, πέρα δώθε οχτώ ώρες, στο τέλος πιανόμαστε, τρικλίζουμε… νέες γυναίκες στα άσπρα, να περιποιούνται, και…
Έξω παρακαλώ οι επισκέπτες, ήρθε ο γιατρός με τη βοηθό, να επιθεωρήσουν, να πουν τον κατευναστικό το λόγο… αργότερα να και ο καθηγητής με τους βοηθούς, την προϊσταμένη, σοβαρός, αμίλητος, αναφορά ο υπεύθυνος κάθε αρρώστου, οι οδηγίες ιδιαιτέρως μετά, αμέσως εντόπισε το πρόβλημα, Άργησε η τάδε εξέταση, επιτόπου τηλέφωνο στο συνάδελφο, κατέφτασε ο αρμόδιος, άμεση η γραπτή εντολή για την αξονική, έκλεισε το ραντεβού, ανάσανε ο ενδιαφερόμενος…
Κυρ Νίκο, τι κάθεσαι μεσ’ τη νύχτα ξάγρυπνος, τι σκέπτεσαι; Τι να σκεφτώ, αύριο με παίρνουν για μαχαίρι, αυτό σκέφτομαι, Κυρ Νίκο πες μου ένα ένα τα πρόβατά σου, πως τα ονόμαζες… με τις ελιές σου τι έκανες… οι μέλισσές σου πόσο ζουν, τι κάνουν απ’ το ‘να χάραμα στ’ άλλο… πες μου η βασίλισσα κάθε πότε γεννάει… Στρώσανε οι μικρές το κρεβάτι του κατάλληλα, ώστε σαν γυρίσει απ’ την επέμβαση και τον ξαπλώσουν να μην τον ταράξουν καθόλου τακτοποιώντας τον…
Πανεπιστημιακή η κλινική… μπουκάρισαν δεκαπέντε περίπου, έντεκα οι φοιτήτριες, τέσσερις οι φοιτητές, άψογη, κατανοητή ανάλυση ο καθηγητής τους, Αυτό εκείνο και τ’ άλλο παρουσιάζει ο ασθενής, ψηλαφήστε έτσι εδώ, μην διστάζετε, ποιος θέλει να δει… ένας ένας πλησίασαν διστακτικοί στην αρχή, πιο θαρρετά τα κορίτσια, κατεύθυνε ο συνοδός τους, Έτσι μπράβο, εκείνος, Σας ευχαριστούμε κύριε για την υπομονή σας, τα παιδιά…
Έδινε το μέλι του κάθε πρωί στον τέως αλεξιπτωτιστή, Γιατί Κωστή στο νοσοκομείο, εσύ ένας των ειδικών δυνάμεων, Ξέρετε, αυτό το οποίον, Λέγε ρε Κωστή, κάπνιζες, Μόνο κάπνιζα, του ‘δινα και καταλάβαινε, και σήκωνα και βάρη και ξενύχταγα, πρώτα έτρεχα από δώ μέχρι τη … Μόσχα, ήρθε ήρθε ώσπου κόλλησα στα πέντε μέτρα, ο μαλάκας, είχα κάνει τις αρτηρίες μου τούρμπο, και ναα τα αθηρωματικά μου, πώς τις λένε τις ρημάδες τις πλάκες, εγώ πουρί τα ξέρω, πουρί στις σωλήνες μου, έτσι το καταλαβαίνω, με πιάνεις, άντε τώρα… να ξαναδώ Μόσχα, μ’ έπιασε ο γιατρός στο μπαλκονάκι που βγαίνουν οι παράνομοι και φουμάρουν, Τα πράγματά σου και δρόμο από το νοσοκομείο, μου είπε, τι ηλίθιος είμαι, πάω τώρα να… κάνω φρουτοσαλάτα να βάλω το μελάκι από πάνω, ξέρετε, όπως στα κέντρα, να θυμηθώ τις καλές μέρες… ο μαλάκας!
Πρόσεξε πάλι το νέο δίπλα στο κοντινό κρεβάτι στο διάδρομο, απ’ το πρωί τον είχε δει να περιποιείται την ξαπλωμένη γυναίκα, μάνα του πρέπει να ‘ταν, δεν εξηγείται αλλιώς τόση φροντίδα, με τόση προσοχή, να της χαϊδεύει το μέτωπο, να διορθώνει τα μαλλιά της, να στρώνει τα σεντόνια και την κουβέρτα, να φέρει νερό, να… Μητέρα σας είναι, φαίνεται από την περιποίηση, δεύτερη μέρα που σας βλέπω όρθιο κοντά της, Αυτή με μεγάλωσε, όλα τής τα χρωστάω, όλα μου και ράγισε η φωνή του!
Έστρωνε το κρεβάτι του κάθε πρωί και μεσημέρι, κόβεται το χούι, ναι αλλά τελευταίο, έτσι από την πρώτη στιγμή είδε πως τα σεντόνια είχαν και μπαλώματα, ακόμα και καρικώματα… πέρναγαν κάθε πρωί τρεις πιτσιρίκες, όλο χαμόγελο, νιάτα και τσαχπινιά, (στην αρχή της καριέρας τους όλες, Μάλιστα, αυτό είναι το πρώτο που μαθαίνουμε, εσείς θέλετε ν’ αλλάξουμε σεντόνια; Όχι; Μπράβο σας κύριε που το στρώνετε, δεν εγχειριστήκατε ακόμα, έ, μην ανησυχείτε, εμείς θα σας φροντίσουμε)!
Ο κυρ Νίκος δε φάνηκε.. ούτε κείνη τη μέρα, ούτε τις επόμενες τέσσερις, ξανάρθε ο φίλος του ρωτώντας…
Κάτι σαν άκουσε απέξω, την άλλη μέρα το πρωί, Καλά, βάλανε ράδιο, αναρωτήθηκε μα τ’ άρεσε… τραγούδαγαν όχι δυνατά, κοριτσίστικες ήταν οι φωνές, δροσερές, συγχρονίστηκαν και συνέχισαν, αισθηματικό το τραγουδάκι, εύθυμο, σώπασε ο όροφος, αυτές σπρώχνανε το καροτσάκι τους με τα σεντόνια, τράβηξαν κελαηδώντας για τον επόμενο θάλαμο, τι καλύτερο φάρμακο για τον φόβο, την απόγνωση, ακόμα και για την κρίση… ξέχασε ακόμα και τις καθυστερήσεις, την αδυναμία κάλυψης των εξετάσεων, τις τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό κάθε είδους στο νοσοκομείο, τους πετσοκομμένους μισθούς όλων που πάσχιζαν να υπηρετήσουν, ν’ αλαφρύνουν τον πόνο!

Εξοπλισμοί, μίζες, Off Shore, Trust

Νοεμβρίου 20, 2014

OFF EXOFYLLOΗ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΠΑΓΟΒΟΥΝΟΥ

Με αφορμή την υπόθεση Καρατζαφέρη και την καινούργια εμπλοκή ενός πολιτικού με την σκοτεινή πλευρά των εξοπλισμών της χώρας μας, κρίνεται χρήσιμη η ακόλουθη ενημέρωση με στοιχεία που έχουν κυκλοφορήσει και παλαιότερα.

Η επιλογή των οπλικών συστημάτων καθορίζεται από την συγκεκριμένη απειλή της χώρας που καθορίζει η Κυβέρνηση. Βάσει λοιπόν αυτής της απειλής εκπονούνται τα σχέδια αμύνης από τα αρμόδια επιτελικά γραφεία των ενόπλων δυνάμεων και παρουσιάζονται οι ανάγκες για την κάλυψή τους. Πόσα υποβρύχια, πόσα άρματα, πόσα αεροσκάφη, πυροβόλα,  κλπ έχουμε ανάγκη και τι δυνατοτήτων. Το επόμενο βήμα είναι ο κατάλογος με τα …χρειώδη να προωθηθεί από τις διευθύνσεις εξοπλισμών των τριών Κλάδων μέσω της ηγεσίας τους (Στρατό Ξηράς, Ναυτικό, Αεροπορία) στην πολιτική εξουσία. Και από εκεί αφού εξετασθούν οι οικονομικές δυνατότητες, αλλά και οι σκοπιμότητες κάθε είδους, να επιστρέψουν οι αποφάσεις επιλογών στις αντίστοιχες διευθύνσεις κάθε όπλου για να καθοριστούν οι τεχνικές προδιαγραφές.

Σ’ αυτήν την …ευαίσθητη φάση της διαδικασίας για την παραγγελία του όποιου οπλικού συστήματος, η μίζα πιθανότατα κάνει έγκαιρα την εμφάνισή της ήτοι πριν τον καθορισμό των προδιαγραφών. Οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εμπόρων όπλων ξένων εταιρειών στην Ελλάδα, αρχίζουν να κινητοποιούνται.  Οι μεσάζοντες θα προσπαθήσουν να δικτυωθούν με τους επίμαχους αξιωματικούς στις διευθύνσεις εξοπλισμών που θα συντάξουν τις προδιαγραφές. Και θα πιέσουν -με το αζημίωτο- ώστε να σημειωθούν εκείνες του οπλικού συστήματος της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν. Μιλάμε πάντα για τις περιπτώσεις που «δουλεύει, λειτουργεί» η μίζα ως μέσον προώθησης των αντίστοιχων συμφερόντων, γιατί δεν γνωρίζουμε την έκταση το εκμαυλισμού… τουλάχιστον όχι ακόμα.

Τι είναι οι προδιαγραφές; Τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύουν το «προφίλ» ενός οπλικού συστήματος. Για παράδειγμα ένα αρματαγωγό που χρειαζόμαστε πρέπει να είναι 116 μέτρων μήκους, 3,4 μέτρων βάθους για να αναπτύσσει ταχύτητα 16 κόμβων, και να  μπορεί να μεταφέρει τόσα  άρματα μάχης, τόσα οχήματα, τζιπ και πυροβόλα, να έχει  δυνατότητα μεταφοράς ελικοπτέρου, αντιαεροπορικά πυροβόλα κ.λ.π.

Οι προδιαγραφές αυτές μπορούν να οδηγήσουν την απόφαση  στην «ανάγκη» να παραγγελθεί το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα από μία μόνον και όχι άλλη χώρα και δη σε συγκεκριμένη εταιρεία!   Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση θέλει να παραγγείλει υποβρύχια. Και όπως γνωρίζουμε η συμφωνία για τα τέσσερα υποβρύχια που πληρώσαμε αλλά δεν παραλάβαμε εκτός από ένα  απαιτούσε τα τρία εξ αυτών να κατασκευαστούν στον Σκαραμαγκά και είμαστε ακόμα στο περίμενε της ολοκλήρωσης. όσο και να πασχίζουν οι εκεί εργαζόμενοι.

Στην κατασκευή τους εκτός από το σκαρί χρειάζονται εξοπλισμό από μηχανές, ηλεκτρονικά συστήματα, πυροβόλα, ραντάρ κ.λ.π. Οι κατασκευάστριες εταιρείες που θα πουλήσουν υλικό για να «οικοδομηθεί» το σκάφος είναι πολλές και διαθέτουν αντιπροσώπους για κάθε υλικό ξεχωριστά –ενώ κάποιοι μπορεί να εκπροσωπούν κάμποσα απ’ αυτά ή και άλλες εταιρείες.

Όταν η επιτροπή εκδώσει  τις προδιαγραφές, εγκρίνονται από την ηγεσία και προκηρύσσεται διαγωνισμός μετά σχετική απόφαση. Όλοι οι  εκπρόσωποι των εταιρειών σπεύδουν με τις προσφορές τους. Και φυσικά οι ενδιαφερόμενοι μεσάζοντες διαγκωνίζονται λυσσαλέα να επιτύχουν την παραγγελία. Και θα συνεχίσουν το τρέξιμο στους διαδρόμους πιέζοντας, τρομοκρατώντας, λαδώνοντας προκειμένου να πουλήσουν το υλικό του πελάτη τους. Θα χρησιμοποιήσουν διευθυντές και παρατρεχάμενους, θα φτάσουν μέχρι και στον υπουργό. Ενδεχομένως θα του πουν: «Ετοιμάζονται για Λέοπαρντ. Γιατί γερμανικά κι όχι γαλλικά; Μπορούμε να πιέσουμε τον Γάλλο Πρόεδρο που είναι διαλλακτικός με την Ελλάδα«.

Μια άλλη επιτροπή, στελεχωμένη πάλι από αξιωματικούς, θα αξιολογήσει τις προσφορές του διαγωνισμού. Θα συντάξει έναν πίνακα όπου θα φαίνονται τα πλεονεκτήματα π.χ του αμερικανικού ή του γερμανικού υποβρυχίου. Η έκθεση αξιολόγησης των προσφορών, καταγράφει τις επιλογές της με βάση τις προδιαγραφές και τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων, και προωθείται στην στρατιωτική ιεραρχία.

Στο τέλος ένα πολυμελές όργανο της ηγεσίας των ΕΔ προτείνει κατά σειρά τις προτιμήσεις του για τον συγκεκριμένο εξοπλισμό μέσω του υπουργού Εθνικής Άμυνας στην Κυβέρνηση. Υπόψη ότι οι συμφωνίες για τις προμήθειες εξοπλισμών και για τα τρία όπλα -προκειμένου να ελέγχονται απόλυτα από τον υπουργό συντάσσονται/υπογράφονται από την Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) η οποία υπάγεται στον ΥΕΘΑ και ο διευθυντής της είναι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του. Τριγύρω κινούνται και διάφοροι που παίζουν διπλό ρόλο. Ο ένας είναι ο σύνδεσμος με το κυβερνών κόμμα -αν δεν είναι ο ίδιος ο υπουργός ή ο ίδιος ο διευθυντής όπως π.χ. κάποτε ο Σμπόκος- και άλλοι άμεσοι φίλοι υφυπουργού ή υπουργού που λειτουργούν ως «προγεφύρωμα» με τους νομότυπους μεσάζοντες, αυτούς που καταχρηστικά αποκαλούμε «εμπόρους όπλων» ενώ στην πραγματικότητα δουλεύουν για λογαριασμό των αφεντικών  τους όπως της γερμανικής Siemens, της HDW, κ.ο.κ..

Στο χρονικό διάστημα όπου δουλεύουν για την παραγγελία οι αρμόδιες επιτροπές, (σχεδιασμού προδιαγραφών, αξιολόγησης προσφορών, παραλαβής) ο χορός της μίζας καλά κρατεί. Ποιοι όμως παίρνουν μέρος σ’ αυτές τις επιτροπές και ποιοι εργάζονται στους επιτόπου αντιπροσώπους των κατασκευαστών; Τις επιτροπές στελεχώνουν εν ενεργεία αξιωματικοί που καλύπτουν τις θέσεις των διευθύνσεων εξοπλισμών αλλά και εκτός αυτών και στα τρία όπλα, πιθανόν δε και σχετικοί επιστήμονες εκτός ενόπλων δυνάμεων.  Και οι στρατιωτικοί όμως είναι εξαιρετικοί εξειδικευμένοι επιστήμονες, όπως ναυπηγοί απόφοιτοι του ΜΙΤ, ηλεκτρονικοί, μηχανολόγοι όπλων κλπ. Οι περισσότεροι έχουν μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό και έχουν επιστρέψει με μεταπτυχιακά διπλώματα, με διδακτορικά που αφορούν και τις αποκαλούμενες νέες τεχνολογίες. Οι εν λόγω  εξειδικεύσεις αφορούν μεγάλο ποσοστό των υπηρετούντων ενώ στις διευθύνσεις που αναφέρθηκαν μπορεί να είναι τοποθετημένοι μερικές δεκάδες σε κάθε όπλο, παραμένουν δε  εκεί από ένα έως τρία χρόνια – ίσως τέσσερα σε εξαιρετικές περιπτώσεις- και στη συνέχεια μετακινούνται σε άλλες μονάδες και υπηρεσίες, σε σταδιοδρομικά καλούμενα σχολεία, σε θέσεις εξωτερικού (ΝΑΤΟ, πρεσβείες κλπ). Οι των διευθύνσεων εξοπλισμών κλπ  πάντως είναι  οι πλέον αρμόδιοι ως εκ της μόρφωσής τους να μελετήσουν κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα και να καταθέσουν τις προτάσεις τους.

Η απόφαση τελικά είναι κυρίως στα χέρια (ή στην τσέπη) του εκάστοτε υπουργού Εθνικής Άμυνας. Μπορεί για παράδειγμα να προτείνει και (συνήθως να) επιτύχει στο ανώτατο σχετικό  κυβερνητικό όργανο που είναι το ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας, αποτελούμενο από τον Πρωθυπουργό και υπουργούς) ότι αντί για τα γερμανικά Λέοπαρντ πρέπει να παραγγείλουμε γαλλικά άρματα μάχης με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές. Ή να επιμείνει στα γερμανικά με διάφορα «επιχειρήματα»: η Γερμανία μάς έχει ήδη προμηθεύσει κι άλλους εξοπλισμούς, το προσωπικό είναι ήδη εκπαιδευμένο να χειρίζεται τα δικά τους συστήματα, τα εγχειρίδια είναι σ’ αυτή την γλώσσα κ.λ.π.

Και τότε χάνεται η μπάλα; Όχι στις εταιρείες και τους μεσάζοντες. Εκείνοι έχουν φροντίσει να μοιραστεί χρήμα πολύ στο κυβερνών κόμμα, σε κάποιους υπουργούς και πολιτικούς, λίγους αξιωματικούς εν ενεργεία και αποστράτους (που όμως εργάζονται κανονικά ως υπάλληλοι στις αντιπροσωπείες και πληρώνονται γι’ αυτό, το παράνομο θα είναι εάν προσληφτούν πριν κλείσει πενταετία από την αποστρατεία τους ή εκμαυλίσουν πρώην συναδέλφους τους). Τη μπάλα τη χάνουμε εμείς, στο μυαλό μας και στην τσέπη μας, και κάποτε αποκαλύπτονται μερικά απ’ αυτά που ήδη ξέρουμε. Τον καθόλου μίζερο χορό μίζας πολλών μα πάρα πολλών εκατομμυρίων ευρώ.

 

Εξοπλισμοί πολυτελείας

 

Θυμόμαστε την σούπερ αγορά του C4I  (Σιφοράϊ ) για την ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων έναντι 280 εκατομμυρίων ευρώ. Θα κατηγορηθεί κάποιος σήμερα ως κακοπροαίρετος αν αρχίζει να υπολογίζει τις μίζες που κλείστηκαν με όσους προώθησαν την παραγγελία για λογαριασμό της Siemens και της SAIC;

Αλλά μήπως χρειαζόμαστε αεροπλάνα με μηχανισμούς αφέσεως πυρηνικών βομβών; Όχι. Κι όμως τα αγοράσαμε. Φιλοξενούμε άραγε ακόμα πυρηνικές βόμβες που βρίσκονταν εδώ και δεκαετίες αποθηκευμένες στην αεροπορική βάση του Αράξου; Μήπως αληθεύει πως το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αρνούνται επιμόνως να διαθέσουν δωρεάν στην Ελλάδα ειδικά μαχητικά F-16, που μπορούν να φέρουν φορτίο πυρηνικών βομβών και προτιμούν να μας τα πουλάνε; Τα αεροσκάφη αυτά τα ζήτησε ή όχι για πρώτη φορά από το ΝΑΤΟ πριν από κάμποσα χρόνια ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου με την αιτιολογία ότι είναι απολύτως απαραίτητα για τη μεταφορά φορτίου πυρηνικών βομβών, αφού η χώρα μας δεν διαθέτει τέτοιου τύπου μετά την οριστική απόσυρση (λόγω παλαιότητας) των F-104; Θ’ απαντήσει κανείς σ’ αυτές τις ερωτήσεις;

Τι συνέβη με τα ρώσικα αποβατικά μεταγωγικά πλοία Ζουμπρ (ZUBR); Θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια γι’ αυτήν την σκανδαλώδη, όπως χαρακτηρίσθηκε, προμήθεια, αληθεύει ή όχι πως αντιδρούσε έντονα το Πολεμικό Ναυτικό ενώ ο τότε ΥΕΘΑ επέμεινε αντικαθιστώντας τη μία επιτροπή μετά την άλλη μέχρι να υπογράψουν την αναγκαιότητα; Πρόκειται για ταχείας μεταφοράς, αερόστρωμνα που αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες με τη βοήθεια πανίσχυρων μηχανών. Μπορούν να φορτώσουν άρματα, πυροβόλα, πεζικό και να πλεύσουν μέχρι και το πιο μακρινό νησί μας που θα κινδυνεύει και θα μπορεί να δεχτεί αυτού του είδους τα αποβατικά. Αυτό ήταν το επιχείρημα των οπαδών της προμήθειάς τους (Τσοχατζόπουλος και η παρέα του). Είναι έτσι, χρησιμοποιήθηκαν, τα έβγαλαν τα λεφτά που μας κόστισαν (κοντά διακόσια εκατομμύρια Ευρώ;;)

Ή ισχύει ότι αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ απίθανοι μηχανισμοί και αποφασισμένοι για όλα λωποδύτες και κλέφτες  βρέθηκαν ιδιοκτήτες και διαχειριστές εξοπλισμών και εγκαταστάσεων μέχρι και ομάδων πλοίων και ναυπηγείων που έσπευδαν να ξεπουλήσουν σε κορόιδα και εκμαυλισμένους παράγοντες τρίτων χωρών όπως η δική μας; Πέρα από τη διόλου ευκαταφρόνητη ντόπια μίζα που οπωσδήποτε χρησιμοποιήθηκε μήπως λαδώθηκαν και Ρώσοι στρατηγοί ή ιδιώτες ενώ ο Ακης και κάθε Άκης επένδυσε προφανώς σε επόμενες μπίζνες με αναλόγου χρησιμότητας πολεμικό υλικό που διέθετε σε τεράστιες ποσότητες η τέως Σοβιετική Ένωση και έβγαινε στη διεθνή ελεύθερη αγορά ανεξάντλητο και ανεξέλεγκτο;

Και εάν κάποτε η επιλογή των οπλικών συστημάτων συνδεόταν με την εθνική μας πολιτική -ο Καραμανλής προκειμένου να αποσπάσει από την Ολλανδία θετική ψήφο για την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα προτίμησε τις ολλανδικές φρεγάτες- ο αγώνας τα τελευταία χρόνια γίνεται για την …ψήφο της μίζας. Το πονηρό  χρήμα το μετρούσε η όχι ο διευθυντής (ΓΔΑΕΕ) υπό τον έλεγχο του υπουργού βεβαίως και διοχέτευε ή όχι και στο κυβερνών κόμμα; Αυτός καθόριζε πόσα και σε ποιον κατέληγαν οι μίζες ή όπως μαθαίνουμε από τις καταθέσεις/εξομολογήσεις Ευσταθίου και Κάντα μοιραζόταν στους εμπλεκόμενους, μεγάλους και τσικό, ιδιώτες, απόστρατους και κάποιους εν ενεργεία αξιωματικούς;  Δηλαδή όσους έπαιζαν κάποιο ρόλο στις διαδικασίες προδιαγραφών, καταλληλότητας, επιλογής συστήματος και παραλαβής.

 

Μεσάζοντες

 

Τελικά ποια είναι η νόμιμη και ποια η παράνομη προμήθεια/μίζα μέσα σ’ αυτή τη χλαπαταγή ενώ ακόμα δεν γνωρίζουμε όλους όσους τα πήραν, πού τα πήγαν και ποιους πλήρωσαν/λάδωσαν;  Η προμήθεια για τους εξοπλισμούς καλύπτεται από κονδύλι του προϋπολογισμού, δηλαδή από την εργασία όλων μας. Η μίζα επομένως και η εξ αυτής  υπέρογκη υπερτιμολόγηση το ίδιο. Και οι μεσάζοντες, αυτοί που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «έμποροι όπλων» στην πραγματικότητα είναι νομότυποι εκπρόσωποι μεγάλων ξένων εταιρειών τις οποίες εκπροσωπούν στην ελληνική αγορά. Αυτοί είναι που μοιράζουν ή σε κάθε περίπτωση εισηγούνται στην προμηθεύτρια εταιρεία τη μίζα προκειμένου να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα των πελατών τους. Αν δηλαδή ένα υλικό κοστίζει 100 ευρώ οι Έλληνες φορολογούμενοι το πληρώνουν 150. Έχουμε αγοράσει ίδια ακριβώς οπλικά συστήματα με άλλες χώρες σε πολλαπλάσια τιμή; Ή θα μας πουν πως ναι αλλά οι υπάρχουσες τεχνολογικές εξελίξεις ανέβασαν την τιμή; Είναι δυνατόν να πιστέψουμε κάτι τέτοιο;

Οι υπάλληλοι που δουλεύουν στα γραφεία των αντιπροσώπων οπλικών συστημάτων είναι και απόστρατοι αξιωματικοί και ξέρουν καλά από τις διαδικασίες εξοπλισμών, γιατί έχουν υπηρετήσει στις αντίστοιχες θέσεις ως εν ενεργεία.  Ο Κάντας ήταν αξιωματικός της Αεροπορίας και υπηρέτησε παρά τω υπουργώ εθνικής άμυνας ενώ  ο Ευσταθίου υπηρέτησε ως αξιωματικός του Ναυτικού και ως απόστρατος πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους ντόπιους εκπροσώπους εταιρειών κατασκευής και πωλήσεων οπλικών συστημάτων. Για να μην επεκταθούμε στα ντόπια ναυπηγεία και   τις φοβερές διαπλοκές της HDW, τα υπέρογκα ποσά που έχουμε πληρώσει χωρίς αντίκρισμα, τις δυσθεώρητες μίζες που ακούγονται, και δυστυχώς τις επιπτώσεις στην εθνική μας άμυνα. Ή δεν υπάρχουν τέτοιες επιπτώσεις; Ποιος θα απαντήσει σ’ αυτά, τι πρέπει να περιμένουμε ακόμα;  Το παγόβουνο έχει κορυφή που φάνηκε με Τζοχατζόπουλο και σια, Καρατζαφέρη στο περίμενε (κάπου διάβασα και για Παπαντωνίου αλλά πολύ υποτονικά). Το υπό τη (λάσπη) θάλασσα όμως πότε θα το μάθουμε και υπάρχει περίπτωση να λιώσει στον παράδεισο που ζούμε;

Έχουν δικαίωμα οι απόστρατοι να εργάζονται στα συγκεκριμένα γραφεία αντιπροσωπειών αφού έχουν περάσει μερικά (πέντε;) χρόνια από την αποστρατεία τους, έτσι προβλέπει ο νόμος. Κι επειδή τώρα με τις αποκαλύψεις τούς παίρνει όλους η μπάλα, μήπως κάποιοι εξ αυτών που διασύρθηκαν με τις καταθέσεις και τα μνημόνια είναι νομότυποι; Που σημαίνει ότι τα ποσά που ακούγονται από 200 ή μέχρι και 500 χιλιάδες ευρώ για μερικούς απ’ αυτούς είναι απλά η νόμιμη αμοιβή τους. Αρκεί να καλύπτεται η πενταετία που είπαμε και να μην ανάγκασαν/ εκμαύλισαν συναδέλφους τους εν ενεργεία των «κατάλληλων» επιτροπών και διευθύνσεων των αντίστοιχων Όπλων. Αλλά εδώ υπεισέρχεται και το ηθικό ζήτημα σχετικά με την νομιμότητά τους. Η γνώση δηλαδή του αντικειμένου σε συνδυασμό με την …πιεστική επαφή που θα αναπτύξουν με τους εν ενεργεία αξιωματικούς που θα καταρτίσουν τις προδιαγραφές. Η άποψη επομένως πως δεν μας επιτρέπεται να «αυτοσχεδιάσουμε», να υποψιαστούμε τους αποστράτους που αναζητούν μια δεύτερη καριέρα στα γραφεία των αντιπροσώπων εμπόρων όπλων σηκώνει πολύ νερό..

Ο καλύτερος αντιπρόσωπος οπλικών συστημάτων αλλά και κάθε εταιρείας φερ’ ειπείν αμερικανικού ενδιαφέροντος δεν είναι παρά ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα ο οποίος κινείται επίσημα, άνετα και αδίστακτα στο εκάστοτε υπουργικό γραφείο Εθνικής Άμυνας και ό,που χρειάζεται. Είναι μέσα στα καθήκοντα των πρέσβεων να προωθούν εκτός των άλλων και τα προϊόντα πολεμικών εξοπλισμών που παράγει η χώρα τους. Έχει συμβεί και μάλιστα κάμποσες φορές Αμερικανός πρέσβης να διαβιβάζει επιστολή έντονης διαμαρτυρίας προς τον υπουργό… Επιστολή που καταχερίζει κάπως έτσι: Παραλείψατε την αμερικανική εταιρεία και παραγγείλατε στην (τάδε χώρα), ενέργεια που θεωρούμε απαράδεκτη, προσβλητική, θίγει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις…!

Αλλά πόσο απαραίτητοι είναι οι αντιπρόσωποι εταιρειών τέτοιων συστημάτων; Στην Κύπρο πληροφορούμαστε πως δεν υπάρχουν, είναι έτσι; Μήπως η ίδια η κυπριακή κυβέρνηση παραγγέλνει κατευθείαν στις εταιρείες και έτσι γλιτώνει ένα πολύ μεγάλο μέρος μίζας; Το θέμα μήπως περνά κατά νόμο από τη Βουλή και ο έλεγχος της αντιπολίτευσης εμποδίζει τα παρατράγουδα; Εδώ δηλαδή είμαστε πιο ξύπνοι και επιτρέπουμε με τις ισχύουσες διαδικασίες να αλωνίζουν και εκμαυλίζουν οποιονδήποτε βρεθεί άνετος και χαλαρός/αδύναμος να πει όχι; Ποιος τα πληρώνει αυτά τα τεράστια ποσά αν όχι ο λαός μας, όλοι εμείς οι εύπιστοι, οι πάντα προδομένοι; Αυτοί οι εκμαυλισμοί με τους εξοπλισμούς και όλη εκείνη η κατάσταση με τις φοροδιαφυγές, τη φοροκλοπή, τη διαφθορά κάθε είδους δεν είναι που μας ξενέρισαν στην τόσο ντροπιαστική θέση την πρώτη απ’ όλες τις χώρες με διεφθαρμένο κυβερνητικό πολιτικό προσωπικό, με μισοδιαλυμένο και παράλυτο διοικητικό σύστημα, με τόσους ανέργους, τόση φτώχεια, τόσες αυτοκτονίες από απελπισία, μια καινούργια γενιά μεταναστών,  χαμένες ελπίδες…

 

Οffshore και η μηέρα της το Trust

 

Εδώ η μίζα, εκεί η μίζα αλλά που είναι το χρήμα; Τι να επιστρέψει ο Ακης αφού το κομπόδεμα είναι αθέατο χάρη στο εξωτικό και τόσο χρήσιμο και αναγκαίο στους απατεώνες, τους κλέφτες, στους εμπόρους ναρκωτικών, στους εμπόρους όπλων, εκτός βέβαια στους μεγάλους φοροφυγάδες αλλά και στους μεγαλοεπιχειρηματίες,  εργαλείο διεθνούς αποδοχής  που λέγεται οff shore;  Πώς περάσαμε από τα πάμπερς, τις σακούλες σκουπιδιών και τα σακβουαγιάζ σ’ αυτές τις προηγμένες «μορφές πάλης;»..

Άργησαν να καταλάβουν οι άρπαγες πώς γίνονται σωστά αυτές οι δουλειές. Οι αρμόδιοι δικηγόροι τους διαφώτισαν: φτιάξε παιδί μου μία off shore!  Με χίλια δολάρια κι ένα ευέλικτο Διοικητικό Συμβούλιο αποκτάς τη δική σου υπεράκτια σε χρόνο μηδέν βάζοντας εκεί από ένα ποδήλατο μέχρι μισό σπίτι, ένα πύργο, ένα λογαριασμό, ή ένα λίαρ τζετ, ένα κότερο…. Από πολύ ενωρίς οποιοδήποτε δικηγορικό γραφείο αρχικά του Πειραιά (λόγω των εφοπλιστών, αφού κάθε πλοίο απαιτεί και μία τέτοια ιδιοκτήτρια εταιρεία) και στη συνέχεια πάμπολλα ακόμα, διευκόλυναν τους ενδιαφερόμενους. Οι δικηγόροι είχαν ήδη έτοιμες τις φόρμες…

Και πρότειναν τους φορολογικούς παραδείσους: νήσοι Κέϊμαν, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Παναμάς, Λιβερία, Κύπρο, Λουξεμβούργο αλλά και Ελβετία…. Χώρες που κατέχουν σε απλησίαστα δικηγορικά γραφεία τα αποκαλούμενα Minute books με τα νομιμοποιητικά έγγραφα που κρύβουν τον τεράστιο πλούτο νόμιμων και παράνομων πολυεκατομμυριούχων των οποίων το όνομα δεν φαίνεται πουθενά (εάν και εφόσον ο αντίστοιχος ιδιοκτήτης σέβεται την ιδιότητά του και φροντίζει να προστατεύεται κρυμμένος πίσω από πρόθυμους καλοπληρωμένους δικηγόρους).

Μέλη του ΔΣ είναι από νομικοί των αδιαπέραστων δικηγορικών γραφείων μέχρι ο θυρωρός της πολυκατοικίας ή ο κηπουρός της βίλας, ή ο θείος με Αλτσχάϊμερ ή η κόρη, τους οποίους προφανώς εμπιστεύονται αλλά και με το αζημίωτο. Το χρήμα μπαίνει στην οff shore, κάθεται και περιμένει συνήθως …ελάχιστα, αντίθετα με τα λοιπά κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που αναπαύονται εξυπηρετούντα τους χρυσοκάνθαρους…

Ο αθέατος ιδιοκτήτης δίνει εντολή στο ΔΣ να μετακινήσει λεφτά σε διάφορα μέρη. Και φυσικά μπορεί να έχει όσες οff shore του είναι απαραίτητες (προσοχή εδώ, κάθε περιουσιακό στοιχεία πρέπει να κατέχεται και από διαφορετική οff shore, ώστε εάν παρ’ ελπίδα κινδυνέψει το ένα, να μην παρασύρει και τον πύργο, και το κότερο και τα υπόλοιπα στην κατάσχεση). Η επιχειρηματική δραστηριότητα με τα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία  εμφανίζεται σε γραφική παράσταση (έχουν δημοσιευτεί τέτοιες στις ελληνικές εφημερίδες) ως ένα δέντρο όπου τα κλαδιά του είναι πάμπολλες οff shore (πχ εφημερίδων, πλοίων, τζόγου, δημόσιων έργων, ποδοσφαιρικών ομάδων, άλλων εταιρειών αποκαλούμενων Holdings κοκ) .

Στην κορυφή του δέντρου βρίσκεται κρυμμένο σε απλησίαστο/ πλήρως ασφαλές μέρος το Trust στις περιπτώσεις πολύ μεγάλων περιουσιών (στην Ελλάδα μας προβλέπεται με ειδική ονομασία το «Ίδρυμα» με φοροαπαλλαγές κλπ), το οποίο «υπηρετούν» τρεις, τέσσερις άνθρωποι της εμπιστοσύνη αλλά κινεί όλα τα νήματα, αποφασίζει και ελέγχει απόλυτα ο κυρίαρχος και  μόνος ιδιοκτήτης. Δεν είναι γνωστή περίπτωση όπου να άνοιξαν λογαριασμοί εταιρείας off shore με δικηγόρους μέλη στο ΔΣ, χωρίς να συνηγορήσουν οι ιδιοκτήτες τους.

Από την γκρίζα περίοδο του Κοσκωτά και μετά, αλλά και αυτό το διάστημα στις τρέχουσες περιπτώσεις με αποκαλύψεις περί των εξοπλιστικών μικροί και μεγάλοι, αναλόγως το πόστο τους, λαδώνονται πάντα μέσω off shore (στις περιπτώσεις σοβαρών ποσών) από τους αντιπροσώπους ή απ’ ευθείας από τις εταιρείες κατασκευών για να διευθετηθεί και «τρέξει γρήγορα» κάθε ζήτημα της προμήθειας.

Εκμαυλισμένο δεν θα πεις αυτόν που υπηρετεί στο γραφείο του αντιπροσώπου της Χα Ντε Βε (HDW) (αυτός είναι το όργανο του εκμαυλιστή, ήτοι του αντιπροσώπου και των μετόχων της εταιρείας … που είναι οι μεγαλοεκμαυλιστές) αλλά τον αξιωματικό στην διεύθυνση προδιαγραφών που δωροδοκείται για να παραποιήσει στοιχεία και να προβάλλει το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα. Μην ξεχνάμε ότι έμπορος είναι ο κατασκευαστής και όχι ο μεσάζων, ο Ευθυμίου για παράδειγμα ο οποίος δηλώνει την «νόμιμη» αμοιβή του στην Εφορία. «Ακούω ονόματα αλλά ποιος είναι σίγουρος; Όποιος κι αν τιμωρηθεί δεν υπάρχει περίπτωση το σύστημα να στραφεί εναντίον του. Γι’ αυτό οι αποκαλύψεις δεν με συγκινούν», έτσι δήλωσε.

Ακούστηκε αυτές τις ημέρες πως η ετήσια διαφθορά στην Ελλάδα, εκτιμάται γύρω στα 23 δισεκατομμύρια ευρώ! Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έφυγαν για το εξωτερικό εμβάσματα από 22 μέχρι 25 δισεκατομμύρια ευρώ εκ των οποίων τα 7 δις είναι εξακριβωμένα αδικαιολόγητα, δηλαδή «μαύρα», επομένως φοροδιέφυγαν, ή αποτελούν προϊόν φοροκλοπής, ή απάτης, ή μίζας, άγνωστα βέβαια πόσες από τις καταθέσεις στο εξωτερικό ανήκουν σε κλέφτες, σε απατεώνες, εμπόρους ναρκωτικών κλπ

Τι μπορεί να κάνει ένας πραγματικά έντιμος υπουργός Εθνικής Άμυνας με πλήρη συναίσθηση ευθύνης και καθήκοντος, κάτω από τη συγκεκριμένη νομοθεσία που επιβάλλει αυτές τις διαδικασίες;  Κάποιοι αναρωτιούνται πώς να ξέρει από εξοπλισμούς ένας πολιτικός ο οποίος μετακινείται συνεχώς από υπουργείο σε υπουργείο; Ας θυμηθούμε ότι την περίοδο των Ιμίων ο Κώστας Σημίτης ρωτούσε τι σημαίνει «κανόνες εμπλοκής»! Δικαιούται να μη γνωρίζει; Οι στρατιωτικοί έμειναν άναυδοι όταν το πληροφορήθηκαν.

Τελικά είναι θέμα κουλτούρας  ή ισχύοντος συστήματος το να μείνει κανείς ανεπηρέαστος από τον εύκολο πλουτισμό; Πώς μπορεί να λειτουργήσει η δημόσια διοίκηση έτσι ώστε το σταματήσει η διαφθορά; Ρωτήθηκε πρώην αριστερός και νυν επιχειρηματίας και απάντησε: «Όταν σφυρίζουν τα εκατομμύρια στο αυτί σου θα αντέξεις μια, δυο, δέκα φορές. Την ενδέκατη θα υποκύψεις. Γιατί αλλιώς σε πετάει το σύστημα έξω«. Πώς να αντιμετωπίσεις τη διαφθορά μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα; Πώς μπορεί να προστατευτεί και να προστατεύσει ένας υπουργός Εθνικής Άμυνας κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες;

Είναι πια βέβαιο ότι δεν υπήρξε προμήθεια κύριου εξοπλιστικού προγράμματος χωρίς πάρτι μίζας. Ο γράφων θυμάμαι τον Δροσογιάννη να ζει τα τελευταία χρόνια του σχεδόν φτωχός, τον Γιώτα να παραιτείται από ΥΦΕΘΑ, τον Κουρή να οργίζεται και μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά.

Και τα χρόνια περνούν και η συντηρούμενη εξ ανατολών εσαεί απειλή οδηγεί/υποχρεώνει σ’ αυτούς τους υπέρογκους εξοπλισμούς. Όπως και την Τουρκία. Γιατί κάποιοι μεγάλοι έχουν συμφέρον να μας παίζουν και τους δυο, να κρατεί καλά η ένταση στις ελληνοτουρκικές διαφορές και κάποιοι ντόπιοι να επωφελούνται .

Κι ενώ αγοράζουμε συνεχώς πληρώνοντας αδρά κόστος και μίζες δισεκατομμυρίων, δεν τολμούν οι κυβερνήτες μας να επισημοποιήσουν την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, όπως έκανε η μικρή Κύπρος, δεν τολμούν να επεκτείνουν στα 12 ναυτικά μίλια τα χωρικά μας ύδατα όπως προβλέπει ως δικαίωμα το ναυτικό δίκαιο, και να ξεμπλέκει έτσι το θέμα του Αιγαίου.

Το κυνήγι των εξοπλισμών και μοιραία της μίζας συμφέρει όσους ελέγχουν τις δυο χώρες, Αμερικανούς, Γερμανούς, Γάλλους, Άγγλους, Ρώσους. Για να πουλούν, να θησαυρίζουν πολεμικές βιομηχανίες, αντιπρόσωποι, κυβερνώντα κόμματα, μεσάζοντες. Την μια μέρα η Μέρκελ αποκαλούσε τους Έλληνες απαράδεκτους και τρομοκρατούσε, και την επομένη έβρισκε ότι η χώρα πάει καλά. Επειδή το βράδυ έκλεισε μια παραγγελία οπλικών συστημάτων, ίσως ήταν τα Λέοπαρντ.

Συντηρούμε άραγε ακόμα το  Ενιαίο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού και Ανάπτυξης (ΕΜΠΑΕ) των 25 δις τα τελευταία χρόνια μέσα στην κρίση; Δεν υπάρχει τρόπος να τα βρούμε με τους Τούρκους χωρίς να πληγούν εθνικά συμφέροντα; Υπάρχει αλλά οι κυβερνήσεις που περιλαμβάνουν και εκμαυλισμένα πρόσωπα, ξεκάθαρα, δεν  υπηρετούν πρώτα και κύρια εθνικά συμφέροντα. Εδώ θέλουν να μετατρέψουν το στρατό 100% σε επαγγελματικό. Για να στέλνουν μισθοφόρους σε αποστολές. Που; Στην Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στην Αφρική.

Τι κέρδισε η χώρα μας πληρώνοντας τεράστια ποσά για να στηρίξει τις επεμβάσεις των ΗΠΑ και κολαούζων ομοτράπεζων σ’ αυτά τα σφαγεία; Γιατί οι πρόθυμοι πολεμοκάπηλοι που συμμετείχαν στους απαράδεκτους πολέμους, κέρδισαν; Θα μάθουμε κάποτε και για τους δικούς μας, αλλιώτικα δεν εξηγείται αυτή η εμμονή να κλοτσάμε ως χώρα τοίχους με καρφιά.

Καταλήστεψαν τον πλούτο των διαλυμένων χωρών, πήραν τις παραγγελίες για προγράμματα ανάπτυξης, συμμετείχαν στη διαχείριση των πηγών πετρελαίου, ξεζούμισαν ό,τι μπορούσαν. Εμείς ως λαός τι αποκομίσαμε; Μόνο δώσαμε και πάνω απόλα συμπράξαμε στο ρήμαγμα χωρών και λαών και μάλιστα φιλικών μας!

Οι στρατιωτικοί μας στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι πατριώτες, αγαπούν τον τόπο τους, είναι έτοιμοι να δώσουν τη ζωή τους, ανεξάρτητα από πολιτικοκομματικές τοποθετήσεις, ανεξάρτητα ακόμα και αν μερικοί, ελάχιστοι παρασύρονται από τη φασιστική Χρυσή Αυγή, δεν μπορώ όμως να μη στιγματίσω την απαξίωση των τελευταίων ειδικά χρόνων, το ρήμαγμα των αποδοχών τους… και μ’ όλα αυτά ξεχωρίζουν το καθήκον τους από την κάθε είδους προσβολή, όσο για τους ελάχιστους εκμαυλισμένους, δεν ισχύει η παροιμία εδώ πως και με λίγη κοπριά βρομίζει η πίτα.

Μια ξεχασμένη συνέντευξη για Πολυτεχνείο και Ένοπλες Δυναμεις

Νοεμβρίου 18, 2014

Το Πολυτεχνείο και ο ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων τις μέρες εκείνες αλλά και στη δικτατορία γενικότερα

Α΄Μέρος της συνέντευξης

https://www.youtube.com/watch?v=f-BLdWtVOPw

 Β΄Μέρος της συνέντευξης

http://youtu.be/rgzBHwlUtDg

 

 

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1973

(από σ.79 Β΄ τόμο της σειράς του Α.Κακαρά, Οι Έλληνες Στρατιωτικοί, Παπαζήση, Αθήνα 2006)

Με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στις 15-17 Νοέμβρη του 73 έχει κηρυχθεί γενική επιφυλακή στις Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ). Ο υπαρχηγός του Ναυτικού υποναύαρχος Π. Κονιάλης εκδίδει οδηγίες  προς όλους τους διευθυντές του αρχηγείου για τη λειτουργία, τα μέτρα ασφαλείας, τις βάρδιες, την έξοδο του προσωπικού κ.λ.π. Οι οδηγίες ισχύουν και για όλες τις εξαρτημένες υπηρεσίες περιοχής Αθηνών, ενώ η λέξη ΄΄Πολυτεχνείο΄΄ ή η αιτιολογία της γενικής επιφυλακής δεν υπάρχουν στο κείμενο.

Η περιγραφή των γεγονότων, όπως τα έζησε ο γράφων ως απότακτος αξιωματικός τότε, παρέχει ορισμένα στοιχεία για την εμπλοκή των ΕΔ και ΣΑ.[1] «…. Οι φαντάροι καθοδηγούν τους εξερχόμενους, μερικοί μάλιστα παίρνουν απ’ το χέρι γυναίκες και τους συνιστούν να προσέχουν που πατάνε, για να μη χτυπήσουν από τις σκόρπιες λαμαρίνες και πέτρες…… Μια κοπέλα έχει αγκαλιάσει έναν αξιωματικό και σε κατάσταση υστερίας του φωνάζει να τη σώσει. .. στον τοίχο έξω απ’ την πύλη στην Πατησίων έχουν στηθεί οι ροπαλοφόροι .. και χτυπάνε με τα ξύλα όποιον προλάβουν. Κάποιος στρατιώτης ορμάει σε έναν απ’ αυτούς και τον γκρεμίζει χτυπώντας τον με τον υποκόπανο του όπλου του στην κοιλιά, βρίζοντάς τον συγχρόνως: ΄΄Γιατί χτυπάς, ρε μαλάκα΄΄…. Στην άλλη γωνία, μια ομάδα από νέους είναι γύρω από έναν στρατιώτη και μια κοπέλα του λέει πως έχει και αυτή αδελφό στα ΛΟΚ και τον παρακαλεί να τους βοηθήσει. Ο στρατιώτης ξεκινάει τρέχοντας (στην Στουρνάρη) προς την πλατεία Εξαρχείων, καταπάνω σε μια πυκνή σειρά από αστυνομικούς που κλείνουν το δρόμο. Συγχρόνως πυροβολεί ασταμάτητα στον αέρα και πίσω του τρέχει η ομάδα των φυγάδων, που πέφτει πάνω στο φράγμα των αστυνομικών … δεκάξι χρόνια μετά {αφηγείται στη ΣΕΘΑ ο αστυνομικός διευθυντής Λάζαρης Σ.}…. Ο νέος έδειχνε να μην ξέρει πως είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία, όταν ο συνοδηγός του περιπολικού του φώναξε έντονα να εξαφανιστεί. Μόλις έστριψε για να φύγει ένας αξιωματικός του στρατού, που κατέβηκε με στολή εκστρατείας από ένα τζιπ, τον πυροβόλησε…..». Ο δολοφονημένος νέος ήταν ο Μυρογιάννης και ο εκτελεστής του, σύμφωνα με ότι ελέχθη στη δίκη του στη μεταπολίτευση, είπε στον οδηγό του: ΄΄Με παραδέχεσαι ρε; Με τη μια τον πέτυχα στο κεφάλι΄΄!!…»

Στα μπαλκόνια στους δρόμους πίσω από το Πολυτεχνείο οι κάτοικοι πετάγανε γλάστρες και φώναζαν να μην χτυπάνε τα παιδιά. Στην γωνία Στουρνάρη και Πλατεία Εξαρχείων στητός ένας γέρος με τα πόδια ανοιχτά, τα χέρια στη μέση, κοιτάζει προς τα κάτω τη Στουρνάρη, γεμάτη αστυνομικούς να περιμένουν τη λεία τους να θέλει λέει με το καυτό του βλέμμα ν’ ανοίξει δρόμο, να διαφύγουν οι νέοι. Θυμάται το γέρο, θυμάται και το φαντάρο που ‘τρεχε μπροστά με τους φυγάδες να τον ακολουθούν τρέχοντας προς την πλατεία, τη σωτηρία, πυροβόλαγε στον αέρα να τους δώσει κουράγιο, του φώτιζε η φλόγα το πρόσωπο… όπως θυμάται καλά και τον άλλον με τον υποκόπανο, μα συχνότερα του ‘ρχεται στο νου εκείνη η γυναίκα με τη ζακέτα….

Οι συμπεριφορές των στρατιωτικών στα γεγονότα του Πολυτεχνείου καλύπτουν όλη τη γκάμα, από τον δολοφόνο που εκτελεί εν ψυχρώ το παιδί, μέχρι τον άλλο, επίσης αξιωματικό, που προσπαθεί να ηρεμήσει τη νέα που τον έχει αγκαλιάσει έντρομη και τον παρακαλεί να την γλυτώσει. Οι στρατεύσιμοι αντέδρασαν θετικά καθοδηγώντας και διασώζοντας κόσμο… μερικοί χτυπώντας και γκρεμίζοντας τους ροπαλοφόρους ασφαλίτες… Και κάποιες σκόρπιες σκηνές όπου στρατιώτες οδηγούν απ’ το χέρι έγκλειστους να βγουν από τον περίβολο… ενώ κάποιοι άλλοι διαφορετικά έδρασαν στο τέρμα της Αχαρνών…

Το παράρτημα  της ΕΣΑ Φιλαδέλφειας ήταν δυο δρόμους πιο κάτω απ’ το σπίτι του στο τέρμα Αχαρνών, ακούγανε οι γείτονες τις φωνές όσων βασανίζονταν κείνα τα χρόνια εκεί… σήμερα είναι σχολείο. Ακούω τις  κραυγές πότε-πότε, λέει ο καφετζής της γειτονιάς, παλιός αριστερός, η ζωή του ιστορία της γενιάς του.  Την άλλη μέρα το πρωί έπεσαν πάνω στον πιτσιρικά… μόλις είχε αγοράσει γάλα και γιαούρτι από μένα, είπε αργότερα… Έτρεξε το παιδί να μπει στην δικιά σας πολυκατοικία απέναντι, που ‘ταν το σπίτι του, μα τον γκρέμισαν τσακίζοντας τα καλάμια του με την κάνη του όπλου, γέμισε το πεζοδρόμιο  γιαούρτι…

Με την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη σε μια βδομάδα, μοιράστηκαν αναμνηστικά έντυπα σε μορφή διπλώματος.[2] Τα οποία το 572 Τάγμα Πεζικού απένειμε «…διά τας υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την Μονάδα, ενεργώς συμμετασχών την 25ην Νοεμβρίου 1973 ότε αι Ένοπλοι Δυνάμεις της χώρας, πισταί εις τας αρχάς της Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 ανέλαβον την διακυβέρνησιν της χώρας υπήκουσαι εις το υπέρτατον καθήκον της Σωτηρίας της Πατρίδος Ο Διοικητής Πέτρος Κούτρας ΑΝΧΗΣ (ΠΖ)». Ίσως να ήταν πρωτοβουλία του Κούτρα αυτή. Το συγκεκριμένο απονέμεται «..εις τον Στρατιώτην Τσάκαν Ευθύμιον…» ο οποίος προφανώς πήρε μέρος σε κάποια από τις συλλήψεις εκείνης της ημέρας. Η απονομή τέτοιων χαρτιών απέβλεπε στους ίδιους στόχους, όπως όλα τα διπλώματα. Αναμνηστικό, επιβράβευση, διάκριση, πρόκληση άμιλλας ώστε και άλλοι να επιδιώξουν κάτι παρόμοιο εάν δοθεί ευκαιρία. Δέσιμο του αποδέκτη με τον επιδίδοντα, νομιμοποίηση και προβολή της συγκεκριμένης πράξης. Δεν βρέθηκαν άλλα τέτοια…..

[1] Βλέπε Α.Κακαρά, Το Πολεμικό Ναυτικό στη Δικτατορία, Γνώση 1993 σελ. 287 (εξαντλημένο). Αντ’ αυτού βλ του ιδίου Όξω απ’ τ’ Αμπέλια Ρεεε, Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ. 297)

[2] Βλ. Διδακτορική Διατριβή του ιδίου, Οι Επαγγελματίες Στρατιωτικοί Υπό Αυταρχικά Καθεστώτα, έντυπο ΝΟ 40 στο παράρτημα Γ εντύπων

Στην Πλατεία Συντάγματος

Νοεμβρίου 1, 2014

Για δυο Πράσινα Μάτια και μια Κόκκινη Σημαία

Ορίστε μεγάλε, τι θες …   Δίστασε κείνος, αισθανόταν κιόλας παράταιρος, μια γενιά και κάτι τον χώριζαν απ’ την παρέα, φορούσαν όμοια ταμπελάκια και ανήκαν στην ίδια ομάδα -μάλλον εκείνη των καλλιτεχνών, Φτου ο μαλάκας, ψιθύρισε, πάλι ξέχασα τα ξεστραβάδια …   έτσι τα ‘λεγε, Γυαλιά ονομάζονται και μου παριστάνεις το γλωσσοπλάστη, του φώναζε η δικιά του- είδε και το ξυπόλυτο κορίτσι γεμάτο μουτζούρες, να τραγουδάει έξω φωνή και να παλεύει στα γόνατα με μπογιές, να ζωγραφίζει ένα πανό μέσα στον ήλιο, ήτανε δεν ήτανε σαράντα κιλά και κάτι, ένας κοπάναγε γράφοντας στο κομπιούτερ με μανία που δεν κρυβότανε, να τα ξεφουρνίσει, να ξεσπάσει μ’ όλα όσα ταλανιζότανε χρόνια τώρα, ο άλλος μάζευε υλικά που του ‘φερναν κάποιοι για συνθήματα – δυο τρεις πέρασαν κιόλας κουβαλώντας πανιά, χρώματα και διάφορα στην ώρα που στήθηκε κοντά τους – και τα πάγαινε …

Στην αποθήκη μας, στη σκηνούλα που βλέπετε, του απάντησε η ξανθούλα που καθόταν κι έδειχνε εξαντλημένη, έπαιζε το μάτι της, δεν της ξέφευγε τίποτα, τον είδε ιδρωμένο, κατάκοπο …

Όχι δε σας λέω το όνομά μου, εδώ είμαστε όλοι μαζί, ηθοποιοί, σκηνογράφοι, βοηθοί, τέτοια πράγματα, άλλοι δουλεύουν άλλοι είναι άνεργοι, δήλωσε στη δημοσιογράφο που την πίεζε να της δώσει στοιχεία …  Φωτογραφία είπατε, να βγάλετε αλλά όλους μας ...

Μη με στήσεις Ζωή, σε μία ώρα πρέπει να ‘μαι με το παιδί …   εσείς μάλιστα μπορείτε να κάτσετε όσο σας βολεύει, αλλά… δίστασε …    αν θέλετε και σας πάει ταξινομείστε αυτά εδώ μέχρι να φύγετε …   λέγε Μάρκο, στράφηκε σε κάποιον που της ζήταγε κάτι, όχι δε σου δίνω άλλα, πήρες χθες απ’ την Κλωντ, νομίζεις δεν το ξέρω, αραίωνε, να βγείτε της σίτισης στο γύρευε, όχι έτοιμα από τις άλλες ομάδες, πάγαινε στα μαγαζιά γύρω, πες τους και θα σου δώσουν, είσαι και μπάνικος ρε φίλε, άντε μπράβο, σάμπως μου ‘ρθες για τίποτ’ άλλο θαρρώ, μπρος είπα

Σωτήρη, δε θα σου πω εγώ τι πρέπει να γράψεις στο post σου σήμερα, γράψε το πατερημών ρε γαμώ το, εξεγερμένοι είμαστε όχι γραμματεία, αααα μα πια, μ’ έπρηξες …    Μάλιστα κύριε, καλά κάνετε την ταξινόμηση, έχετε δουλέψει στο δημόσιο σίγουρα, δε θέλετε να μου πείτε, καλά κάνετε, εδώ ο καθένας λέει μόνον ότι θέλει, όχι ότι θέλουν οι άλλοι …    πάντως και χωρίς το μουστάκι καλός θα ‘σαστε …   όχι να μην το κόψετε, σας είπα γω να το κόψετε, γλυκούλης είστε κι έτσι, κατακοκκίνισε του λόγου του …

Βρε βρε βρε, καλώς τονε το Βαγγέλη, τι μας έφερες Ευάγγελε πάλι, καπάκια, ορίστε εδώ βάλε τα φίλε, πόσα είναι, είκοσι δύο, μπράβο ρε συ Βάγγο, ακόμα δυο χιλιάδες περίπου κι ορίστε το καροτσάκι για τη δικιά σου, άντε καλό μου παιδί …   δεν έχεις πού να ψάξεις άλλο είπες, στα σκουπίδια κοίταξες, γιατί όχι, τόσος κόσμος ψάχνει στα σκουπίδια και μαθαίνει καλύτερα την κοινωνία μας έτσι, σαν τι νομίζεις εσύ, μόνο για τα χρήσιμα ψάχνει, να σπουδάζει θέλει κιόλας, κι όσα διαβάζεις από τα πεταμένα των ανθρώπων, δεν τα μαθαίνεις απ’ όσα κρατάνε σαν χρήσιμα δήθεν, ορίστε, φερ’ ειπείν τα καπάκια απ’ τα νερά και τ’ αναψυκτικά, θα το σκεπτόσουνα εσύ πως κάθε που μαζεύουμε τέσσερις χιλιάδες  απ’ αυτά, παίρνουμε κι ένα αναπηρικό καροτσάκι;

Τον είδε αργότερα να ψάχνει μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών, να κρατάει ένα καπάκι και να διστάζει τι να κάνει με το μπουκάλι που δεν ήταν τελείως άδειο, τον πρόσεξε να ξεκινάει για τις υπαίθριες τουαλέτες, στη συνέχεια να τριγυρνάει τις εκατοντάδες όμοιες δεμένες στους κορμούς των δέντρων και στις στήλες του ηλεκτρικού της μεγάλης πλατείας γύρω γύρω στην κατασκήνωση με τις πολύχρωμες σκηνές …   Αγάντα Βαγγέλη, του φώναξε και κείνος ανορθώθηκε, χαμογέλασε, αντιχαιρέτησε με το ‘να χέρι το κομμένο και ύστερα …    τον ξανάδε στη διαδήλωση να υψώνει το ανέγγιχτο σε γροθιά και συχνά πυκνά να σταματάει να μαζέψει από κάτω κάτι.

Μέρες κάμποσες αργότερα ο Βαγγέλης διαδήλωνε πάλι, φωνάζοντας τα συνθήματα της οργής και τα δίστιχα συμπεράσματα μιας ζωής στο πάλεμα. Εκείνη τη φορά όμως ήταν στην αρχή, κι έσπρωχνε το αναπηρικό που ‘χε επάξια κερδίσει για τη φίλη του την Ερατώ, ενώ έσκυβε μαζεύοντας τα καπάκια που του ‘δειχνε η κοπελιά με την κόκκινη σημαία και τα πράσινα μάτια, Παναγία μου τι μάτια ήτανε κείνα, και πόσο γλύκαιναν σα γύριζαν και κοίταζαν το σύντροφό της!

Πού να ‘ναι από τότε ο κόσμος αυτός της πλατείας, πόσοι να γονάτισαν άραγες με την κρίση… πάντως σήμερα… πρώτη του Νοέμβρη του ’14 θα ‘χει σειρά να γονατίσει η μεγάλη πλατεία με τη διαδήλωση κι ένα σωρό κόκκινες σημαίες… κι άλλες ακόμα, περισσότερες σημαίες από ποτέ σ’ όλο το χρόνο τούτης της μεγάλης καταστροφής και της αρπαγής του κόπου και του ιδρώτα… σίγουρα θα ‘ναι εκεί κι ο Βαγγέλης με την Ερατώ του στο καροτσάκι…

Η Τσερόκι και η σούμα

Οκτωβρίου 4, 2014

Τεσσεράμισι κιλά ούζο στην καθισιά και …

Έζησε ο Αγησίλαος χρόνια πολλά στο Αμέρικα, τράβηξε μπόλικο κουπί στην αρχή, κι αν επιμένετε να μάθετε γιατί προνοητικός ων αποφεύγει το αεροδρόμιο και γενικότερα την πολιτεία της Νέας Υόρκης, κάντε λίγο υπομονή.

Κόπιαζε στην αρχή φιλότιμα κι αγκομαχώντας, ο νόστος ήταν το όνειρο και στόχος του όπως για όλους μα τούτος έφερνε έτσι κάπως αδύνατος χαρακτήρας τόσο, ώστε στη σχόλη του έβρισκε την ηρεμία και καταφύγιο στο ούζο, κι αν λάχαινε και σούμα ακόμα καλύτερα, ειδικά το δεύτερο, καλόπιοτο προϊόν και προερχόμενο απ’ τις συκαμινιές, διόλου δεν το περιφρονούσε, δεν είχε αναστολές ο δικός μας λόγω προέλευσης, αυτό έλειπε, όθεν διπλασιάστηκαν οι εισαγωγές του στο Νέο Κόσμο από την ημέρα που πέρασε του λόγου του την πύλη του ιμιγκρέισιον. Είναι όμως κοινό μυστικό, γι’ αυτό έχουν να λένε πως κανένας δεν καυχήθηκε πως τάχαμ είδε τον Αγησίλαο να τρικλίζει ως εκ των ατμών του αγαθού αποστάγματος. Μάλιστα κύριε, το απέδειξε τούτο περιτράνως και κατ’ επανάληψη την ύστερη περίοδο και εις την πατρώα γη!

Εν τούτοις ο προσπορισμός εκ της εργασίας ουδόλως πλησίαζε τα αναμενόμενα εις τη γην την υποσχόμενη δολάρια να τρέχουν εις τας οδούς και τας ρύμας, όπου δήθεν  αρκούσε απλώς να σκύβει έκαστος και να συλλέγει κατά βούληση! Η ανώμαλη προσγείωση κράτησε λίγο, έπεσε με τα μούτρα να προσφέρει, γογγύζοντας όπως όλοι, την υπεραξία του σε σκληρούς και ανελέητους εργοδότες, πρόσπεσε όμως τελικά στους αρμόδιους ομογενείς, σημαντικό ποσοστό των οποίων ήταν και είναι συμπατριώτες του, κι έτσι έγινε και είδε χαΐρι μονάχα σαν  έπιασε να βαράει κάρτα σε καζίνο.

Σκυμμένο το κεφάλι είχε στην αρχή ο Αγησίλαος γιατί, εκτός που τον συμβούλεψαν οι σωστοί εκ των δικών του, το ‘πιασε το πράμα πως μόνον έτσι έπρεπε να δουλεύει ώρες πολλές πλην καρποφόρες, όχι τόσο στο οικονομικό πεδίο να πούμε, όσο στον τομέα των πληροφοριών καθόσον, ο διόλου μαλθακός Νικαριώτης, γνώριζε πως οι σωστές πληροφορίες είναι που δίνουν τη νίκη στους πολέμους και η ζωή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας συνεχής και άκαρδος πόλεμος μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων. Αυτή ήταν η φιλοσοφία του και μ’ αυτήν συνοδεύει το διάβα του σε τούτη τη ζήση, ο καλός άνθρωπος.

Σ’ αυτό το διάβα ήταν που τρακάρισε το βάσανο (μετά δύο τέκνων έτοιμων και άνευ δικών του εξόδων, όπως μετά ικανοποιήσεως διέδιδε ασυστόλως, ενώ θα ήταν ανοίκειο να αλλοιώσουμε την πραγματικότητα εμείς επιμένοντας – και γιατί άλλωστε –  πως αρκέστηκαν στα δυο έτοιμα τέκνα εκ προηγουμένης συμβίωσης μεθ’ ετέρου ανδρός, που δεν μας ενδιαφέρει ενταύθα, και δεν έλειψαν να χτίσουν ακόμα ένα καταδικό τους μετά μεγάλης ικανοποιήσεως και αλλεπαλλήλων συνευρέσεων, ων ουκ έστι γνωστός ο αριθμός) και όρμισε ακάθεκτος προς κατάληψη του οχυρού, κάτι που αποδείχθηκε πανεύκολο αφού η μορφονιά υπέκυψε με την πρώτη αναγνωριστική και ευφυή συνάμα βολή που στόχο είχε να της πάρει τον αέρα. Προσέξτε τη μέθοδο του Αγησίλαου!

Άλλο και τούτο, της είπε με έκδηλη αυστηρότητα και αποτροπιασμό, μα τι όνομα είν’ αυτό κοπελιά μου, άκου Τσερόκι, αυτοκίνητο είσαι κούκλα μου και δε μπορούσε ο μπαμπάς σου να σε πει, ας πούμε, Παρασκευούλα, τον κοίταξε εκείνη έκθαμβη, για την μη κρυπτόμενη ευστροφία, με κάτι μάτια σαν καραβίσιους προβολείς μεγάλα και κατάμαυρα και, τι ωραία τι καλά, τον αγάπησε αυθωρεί, παρά χρήμα και σφόδρα με άμεση (ώ τι ευτυχία εκατέρωθεν!) δικιά του ανταπόκριση, όχι θα επέτρεπε το Νικαριώτικό του ταμπεραμέντο σε μια Ινδιάνα να του πάρει την πρωτιά στον κεραυνοβόλο! Τα κάστρα καρτέρευσαν ευκόλως και συγχρόνως, εκεί λειτούργησε η ανεξίτηλη μέσα του προτροπή/επισήμανση της μάνας του, Αγησίλαε παιδί μου, του είχε δηλώσει στητή και κατασυγκινημένη, αλλά χωρίς να τρέξει ούτε δάκρυ σαν τον αποχαιρετούσε με τη μαντίλα χαμηλά να μη φαίνονται ανταριασμένα τα μάτια της τα βιολετιά, μη μάθω, καμάρι μου, πως άφησες θηλυκό ανικανοποίητο  στον κόσμο αυτόν τον καινούργιο που πας, να μην τολμήσεις να γυρίσεις πίσω, διότι αγόρι μου θα βρεις την πόρτα μας κλειστή και τα κλειδιά χαμένα, πάει και τελείωσε!

Έτσι, ο Αγησίλαος έπεσε με τα μούτρα στην πρώτη που του γυάλισε κι έγινε ότι έγινε, χωρίς να τον τρώει πια η αγωνία και το άγχος να ταλαιπωρεί το πουλί του με άλλες Αμερικάνες που τριγύριζαν έγκαυλες για μεσογειακό πήδημα!

Το γεγονός της γνωριμίας, συνοδευθείσης άμα υπό αστραπιαίας έλξης ακολουθουμένης υπό ζάλης πολυχρώμου και γλυκείας εφίδρωσης, σφραγίσθηκε εκατέρωθεν με δυο φιάλες ούζο σε παράμερο καφενείον εντός της Αστόρια με το πολυσύχναστο όνομα Η ωραία Νικαριά ενώ αμέσως μετά εκπέμφθηκε τηλεγράφημα στο Μαυράτο,  Μάννα θρίαμβος στοπ ευχή- προτροπή υλοποιήθηκαν στοπ Τσερόκι  ίσον άπασαι Αμερικανίδαι στοπ τέκνα δύο τέλος. Όταν εξήγησε η φοβερή Ανέτα, η αυτοκρατορική σύνευνη του Αγαμέμνονα  του νεροκράτη, το νόημα του δυσνόητου τηλεγραφήματος, η μεν Μάννα του Αγησίλαου λιποθύμησε ο δε πατέρας του ταλιάρισε την νταμιτζάνα και το ‘ριξε στον ύπνο εκειδά στο παραγώνι. Το παιδί μας πάει το χάσαμε, του φώναξε η δικιά του, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν το ρωμαλέο ροχαλητό του, ενώ η καλή μας η Ανέτα αποτέλειωνε την νταμιτζάνα..

Τότε ήταν που ακούστηκε από πηγή, που δεν θ’ αποκαλύψουμε, πως το καταναλωθέν προϊόν της νταμιτζάνας δεν ήταν ούζο, αλλά σούμα που ήδη αναφέραμε και δη άνω των είκοσι πέντε βαθμών ισχύος (από καρπό συκαμινιάς έτσι, μουριάς δηλαδή, μη κάνουμε λάθη), συνάμα δε, πρόσθεσε η πηγή μας και αν θέλετε το πιστεύετε, πως η υπερατλαντική κατανάλωση και του ζεύγους εις τη Νέα Υόρκη όφειλε τη χάρη σε άρτι, τις μέρες εκείνες τις ζοφερές του μεταπολέμου, αφιχθέν ποτό από το πασίγνωστο Μαυράτο (χωρίον ιστορικόν άνωθεν του Αγίου Κυρίκου με δεκαεφτά σπίτια κατοικημένα κατ’ αυτάς ολοχρονίς, που γίνονται δεκαοχτώ τον Αύγουστο, καθόσον ο γράφων μετακομίζει εκείθεν μ’ όλη τη γκρίνια της καλής του Μενεμένης, που θέλει να βλέπει τα εγγόνια της και κάναν άνθρωπο που σπανίζει, καθώς ισχυρίζεται, στην ερημιά που την κουβαλάει ο σύνευνος, Άμα δε σ’ αρέσει, απαντάει αυτός αγέρωχα, να μην έρχεσαι, Σιγά που δε θα ‘ρθω στο χωριό μου και στο κάτω κάτω της γραφής δικό μου είναι το σπίτι και άμα θέλω... αφήνει να επικρέμαται η απειλή, αλλά…)

Με ανεβασμένο το ηθικό του ως συνέπεια της ένταξής του ως σώγαμπρου στους αγνούς ιθαγενείς με την αρχαία καταβολή, που τον υποδέχθηκαν άνευ καχυποψίας, ο δικός μας  σκέφτηκε πως είναι πολλά άδικο αυτός να δουλεύει για γλίσχρα ψίχουλα και κάμποσοι βαρεμένοι να παίζουν κάθε μέρα ποσά αγνώστου προέλευσης, εξ ων μερικοί ενίοτε να κερδίζουν, ενώ συνάμα έμπιστοι δούλοι υπό την άμεση εποπτεία κουμπουροφόρων με κατάλληλα φτυάρια να τσουβαλιάζουν στην κυριολεξία τα κέρδη, και ούτως εχόντων των πραγμάτων κατέληξε, άγνωστο με ποιον τρόπο, και ξαλάφρωσε το φορτίο των κοψομεσιασμένων στο καζίνο.

Στόμα κλειστό χέρια κοντά

μάτια κι αυτιά πάντα ανοιχτά

του ‘χε μονάχα επιστήσει την προσοχή ο μεσάζοντας για την πρόσληψη, που βρέθηκε ο δόλιος να αιωρείται, τελείως νεκρός αλλά κουστουμαρισμένος, ένα ηλιόλουστο πρωινό κρεμασμένος σε τσιγκέλι έξω απ’ το χασάπικό του (τον είχε προγκίξει η γυναίκα του όταν παράγγειλε τη μπάρα με τα σιδερένια πελώρια δόντια, αλλά φευ!)

Οι μαφιόζοι, να θυμόμαστε λεβέντες μου, δεν είναι μαφιόζοι χωρίς προσόντα, αλλιώτικα το είδος θα είχε προ πολλού εκλείψει και έτσι έχουν το νου τους και αναζητούν έκτοτε τον ελαφροχέρη όχι πάντως μακράν της πολιτείας της Νέας Υόρκης, Σιγά μη διαθέσουμε πόρους για να πιάσουμε τον Γκρέκο, οι εποχές που οφείλαμε να χτίσουμε τη φήμη μας με αγριότητες όσο κι αν μας κόστιζαν έχουν παρέλθει, τώρα διαχέουμε επαρκή τρόμο ώστε να διατηρείται η έξωθεν φοβερή μαρτυρία μας, ούτε σέντσι για τον Αγησίλαο, αν τολμήσει να εμφανισθεί στα περίχωρα έχει καλώς να μου φέρετε κατεψυγμένο μόνο το κεφάλι του να το εκθέσουμε στην κεντρική αίθουσα του μαγαζιού, έδωσε το όρντινο ο υπεύθυνος του καζίνου και ιδού ο λόγος που ο καλός μας αποφεύγει την εν λόγω Πολιτεία.

Για να ‘ρθουμε όμως στο ζουμί της αφήγησης, πρέπει να παρακολουθήσουμε το ζεύγος των Ελληνοϊνδιάνων, να καφενίζουν εν έτει 1974 στον Άγιο Κήρυκο αναμένοντες μετ’ άλλων πολλών την άφιξη του Αντώνη, ομιλητή του Κομμουνιστικού Κόμματος στην πρώτη μεταχουντική προεκλογική περίοδο, κουτσοπίνοντας σούμα (τι άλλο περιμένατε δηλαδή). Μιλάμε για τον Αγησίλαο μετά της Τσερόκι βεβαίως.

Τονίζουμε στο σημείο αυτό, πως ερχόμενοι στο νησί των ανέμων, οι συνήθειες του ζεύγους δεν άλλαξαν ουδόλως όσον αφορά τη σχέση τους μετά του ευγενούς ποτού, αντίθετα τακίμιασαν επί του σημείου μετά των πεθερικών της Ινδιάνας και γονικών του ανδρός της με ημερήσια κατά μέσον όρον κατανάλωση στην καθισιά τους τα τεσσεράμισι κιλά (πληροφορία μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης, καθόσον έτσι διατυμπάνισε ο προμηθευτής τους και διαχειριστής του αρμοδίου συνεταιρισμού σταβέντο μεριά), Μάλιστα κυρία μου, επέμεινε,  τεσσερισήμισι κιλά ημερησίως (έτσι είπε, τεσσερισήμισι και όχι τεσσεράμισι, που είναι και πιο εύκολο) ενώ κατά Κυριακές και εορτές με ποσότητα που αποφεύγουμε να αποκαλύψουμε, μη μας πείτε ψεύτες και δεν το σηκώνουμε!

Το κυριαρχήσαν σύνθημα στη συγκέντρωση ήταν τέτοιο και τόσο έντονο, που αιφνιδιασθείσα η Αμερικανίς πολίτης Ινδιάνα Τσερόκι, μάζεψε την τσάντα της και χωρίς να τρικλίζει εξήλθε του καφενείου, όταν όμως διαπίστωσε πως δεν την είχε ακολουθήσει  ο σύντροφός της, επανήλθε και τον τραβολόγαγε να την ακολουθήσει καθόσον, Βρε δε μας θέλουν, Αγησίλαε, δεν ακούς που φωνάζουν Έξω οι Αμερικάνοι, κουφός είσαι, Έλα μέσα γαμώ την Παναγία σου γαμώ, έσκουξε ο Αγησίλαος, δε φωνάζουν για μας μωρή, ντιπ για ντιπ χαζή είσαι, και έγινε το έλα να δεις από τους συντρόφους τούς ευωχούμενους μετά σούμας και του μεστού λόγου του Αντώνη του Καλαμπόγια του παλιού καλού αντάρτη, σύνευνου της Τικώς, φίλου και όχι μόνον, ορθοβαδίζοντος μια ζωή και ορθοφρονούντος, να τον είχαμε λέει τώρα κοντά μας να πιούμε αντάμα ένα ούζο να ξαναφωνάξουμε το σύνθημα όχι μονάχα πια για τους Αμερικάνους!

Όσο για τον Αγησίλαο, μας έρχεται πάλι κι ίσως μόνιμα αυτή τη φορά μετά της Τσερόκι του, χωρίς βέβαια να περάσει από τη Νέα Υόρκη, Θεός των Ινδιάνων να φυλάξει δηλαδή, βλάκας είναι ο δικός μας;

Δε θέλετε να τα πιστέψετε τούτανά; Έ, δε χάνετε και τίποτα αλλά… για ξανασκεφτείτε το!


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 233 other followers