ΝΑΤΟ, Ε.Ε. και Τουρκία στο Αιγαίο… για να «σώζουν» πρόσφυγες!

Φεβρουαρίου 24, 2016

Οι λύκοι στο παζάρι

 

Εάν δεχτούμε τον τίτλο του παρόντος ως μεταφορικό, εξηγούμαστε ότι ως παζάρι χαρακτηρίζεται εδώ το Αιγαίο με τα χιλιάδες μαγευτικά του νησιά, τον ήλιο, τη θάλασσα και τις ακτές του αλλά και ό,τι θησαυρούς ενεργειακούς και άλλους κρύβει στα βάθη του. Δεν παραλείπουμε και τη στρατηγική αξία του χώρου, που συνδέει Ηπείρους και θάλασσες μικρές και μεγάλες.

Και όσον αφορά τους λύκους, αυτοί δεν κρύβονται. Είναι κατ’ αρχήν οι απ’ την άλλη όχθη του αρχιπελάγους αποφασισμένοι για επέκτασή τους προς όλες τις κατευθύνσεις και ιδιαίτερα επί του Αιγαίου, με στόχο τα παραπάνω αγαθά. Δηλαδή οι Τούρκοι, ή μάλλον η άρχουσα Τάξη τους. Είναι επίσης το ΝΑΤΟ, ο επιθετικός οργανισμός που λειτουργεί πλέον ως παγκόσμιος μπαμπούλας και σφαγέας, με τις ΗΠΑ πάγια και κυρίαρχη δύναμη που ρυθμίζει και αποφασίζει, κι από κοντά ασθμαίνοντες τους Βρετανούς, τους Γάλλους αλλά και τους Γερμανούς ιθύνοντες, (αυτούς που οι «σύμμαχοί μας», ξεχνώντας το ναζιστικό πολυαίμακτο παρελθόν, τούς επέτρεψαν/ενίσχυσαν να γίνουν πάλι μία από τις δέκα μεγαλύτερες και υπερφίαλες στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου!!)

Το ΝΑΤΟ λοιπόν, η λυκοσυμμαχία που δεν υπολογίζει τίποτα από κυριαρχικά δικαιώματα ανεξαρτήτων και μη κρατών (μελών του και πόσο μάλλον τρίτων). Που αδιαφορεί για τη θέληση και λοιπά δικαιώματα λαών, μειονοτήτων, προσφύγων, μεταναστών και εν γένει ανθρώπων. Που γράφει στα παλιά του τα παπούτσια συμφωνίες που το ίδιο και οι συνιστώσες του έχουν υπογράψει, τις διακηρύξεις του περί Ειρήνης (εδώ καγχάζουμε), το Διεθνές Δίκαιο (πάλι το ίδιο), την επαγγελλόμενη προστασία των μελών του (μην ξεχνάμε την Κύπρο)… Και περιοριζόμαστε σ’ αυτά, αφού έχουν πολλαπλά αποδειχτεί οι στόχοι των αφεντικών τού αμαρτωλού Συμφώνου με τις αλλεπάλληλες δράσεις σε πολέμους, με τις επεμβάσεις,  τις ωμές, ωμότατες απειλές, τους εκβιασμούς, τους βομβαρδισμούς και πάει λέγοντας. Και όχι στο μακρινό παρελθόν. Κανείς δεν επιτρέπεται να πει πως δεν γνωρίζει, πως δεν θυμάται. Αφού το ΝΑΤΟ οργιάζει και ειδικά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια έχοντας καλύψει όλο το φάσμα εγκλημάτων πολέμου και δράσεων κατά της Ειρήνης.

Πίσω βέβαια από τους λύκους του ΝΑΤΟ, ουδόλως κρύβονται τα τσακάλια που ωφελούνται. Είναι πρώτα απόλα οι πολυεθνικές ρουφήχτρες των ενεργειακών πόρων, οι κατασκευαστές και έμποροι όπλων, οι μεγαλοτραπεζίτες και ούτω καθεξής (δηλαδή οι επώνυμοι και ουδόλως άγνωστοι μεγαλομέτοχοί τους, που να μην ξεχνάμε πως είναι συγκεκριμένα άτομα με τους πύργους, τα ιδιωτικά αεροσκάφη, τον απίστευτο πλούτο, την μη κρυπτόμενη χλιδή, τον προσβλητικό για την ηθική, το Δίκαιο και τη νοημοσύνη των λοιπών, τρόπο ζωής τους).

Μνημονεύουμε, απλά και χωρίς ερμηνείες, ως πρόσθετες αλεπούδες τους εμπόρους ανθρώπων (δηλαδή τους δουλεμπόρους, τους διακινητές προσφύγων κλπ), αλλά και ναρκωτικών, και όλο εκείνο το συνοθύλευμα των εκμεταλλευτών της ανθρώπινης εργασίας και του πλούτου τής γης. Διότι και αυτοί όλοι ενδιαφέρονται για το Αιγαίο, όλοι αυτοί αγαπάνε υπερβολικά το ΝΑΤΟ. Αυτό μάλιστα, όχι μόνο δεν θέλει σύνορα και εμπόδια στο δρόμο του, ειδικά αυτό δεν υπολογίζει τίποτε, επειδή έχει τα όπλα. Και όπως απάντησε ο Άγγλος εκπρόσωπός του στον Έλληνα αντιπρόσωπο στην στρατιωτική επιτροπή του ΝΑΤΟ στους βομβαρδισμούς κατά της Γιουγκοσλαβίας, όποιος δεν είναι μαζί μας να βγει απέξω και θα είναι εναντίον μας. Αυτό πάλι πώς να το χαρακτηρίσει κανείς; Μπορούμε να το προσπερνάμε έτσι, χωρίς τουλάχιστον να βαραίνει στις εκτιμήσεις και τη γνώμη μας για το τι είναι το ΝΑΤΟ;

Τονίζεται εδώ ότι κανείς δεν πρέπει να αγνοεί και κυρίως να ξεχνάει, πως και η χώρα μας έχει υπογράψει (μνημόνια τα λένε κι αυτά) και η βουλή με τα γνωστά κυβερνώντα Κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ενέκρινε  τις συμφωνίες που επιτρέπουν στο ΝΑΤΟ να αλωνίζει όχι μόνον στο Αιγαίο, αλλά σε οποιαδήποτε γωνιά τής χώρας, και μέσα στα σπίτια μας, αν κρίνουν πως χρειάζεται. (Ακριβώς την ίδια συμφωνία που αρνήθηκε τότε ο Μιλόσεβιτς και ρημάξανε τη Γιουγκοσλαβία). Το Αιγαίο θεωρείται από το ΝΑΤΟ αυλή του, με τις βάσεις, τα λιμάνια, τις ταβέρνες, τις παραλίες του. Τόσος σεβασμός και εκτίμηση στα δικαιώματα μας δηλαδή, από αυτούς που υποτίθεται πως τα προστατεύουν!!

Και καθόλου ξαφνικά προέκυψαν οι πρόσφυγες. Αφότου αποφάσισαν οι ΗΠΑ να επιβάλλουν κι εκεί την Άνοιξη (Αραβική την είπαν εν προκειμένω, ενώ τις επεμβάσεις στις τέως κομουνιστικές χώρες τις ονόμασαν έγχρωμες επαναστάσεις). Πρώτα λοιπόν είχαμε τους πρόσφυγες/οικονομικούς μετανάστες των ανατολικών χωρών. Μην τους ξεχνάμε κι αυτούς, η διαφορά είναι πως δεν είχαν να περάσουν θάλασσες. Εκατομμύρια κι εκείνοι. Και τώρα πάλι εκατομμύρια απελπισμένοι άνθρωποι να προσπαθούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο και το Αιγαίο προς τον ευρωπαϊκό ΄΄παράδεισο΄΄. Και σιωπούν τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης , οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων, οι αρχηγοί κρατών, και οι δικοί μας σημερινοί κυβερνώντες (υπό την  κηδεμονία της Τρόικας), αποφεύγουν κι αυτοί να λένε πως καταφτάνουν οι απελπισμένοι επειδή το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και οι  σύμμαχοί τους, οι «πρόθυμοι», βομβαρδίζουν τις χώρες απόπου προσπαθούν να σωθούν. Δεν το ξέρουν αυτό, γιατί το αποφεύγουν;

Ξεχνούν να πούνε ποιοι ευθύνονται για τις μαζικές σφαγές αμάχων, τις επιλεκτικές κατευθυνόμενες δολοφονίες, τους εμφυλίους που προκαλούν, το θρησκευτικό φανατισμό που συνδαυλίζουν. Ποιοι ευθύνονται για χιλιάδες πνιγμένες γυναίκες, άντρες, παιδιά, βρέφη. Είναι εγκλήματα πολέμων, δεν είναι απλές παράπλευρες απώλειες όπως ωμά και χωρίς ντροπή δηλώνουν οι εκπρόσωποι των φονιάδων, είναι άνθρωποι δολοφονημένοι. Ναι, αυτός είναι ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός, αλλά δεν φτάνει η αναφορά τους μόνο. Πίσω τους είναι συγκεκριμένες Τάξεις, έχουν όνομα, ευθύνονται και όσοι πυροβολούν, και όσοι συνεργάζονται στους πολέμους, και οι δουλέμποροι που τους εκμεταλλεύονται στην τραγωδία τους, και όσοι κερδίζουν μετά από τα φτηνά μεροκάματα, και οι άλλοι που σπεύδουν στα πλούσια συμβόλαια ανόρθωσης των κατεστραμμένων χωρών, ευθύνονται αυτοί που περιγράφουμε παραπάνω ως λύκους και τσακάλια.

Τι περιμένουν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ αλλά και τα υπόλοιπα φιλοευρωπαϊκά Κόμματα να γίνει με το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία στο προσφυγικό και στο Αιγαίο; Γιατί δεν κατονομάζουν τις αιτίες και τους υπεύθυνους, γιατί δεν τους καταγγέλλουν, γιατί δεν λένε καθαρά, ανοιχτά και κραυγαλέα πως μόνον εάν σταματήσουν οι επεμβάσεις και οι πόλεμοι που εξαπολύουν, μόνον τότε θα σταματήσει το ανθρωπιστικό έγκλημα;

Και όσον αφορά την ανακοπή των προσφύγων, περιμένει η παρούσα κυβέρνηση, πως το ΝΑΤΟ θα περιοριστεί μαζί με τους Τούρκους στα χωρικά ύδατα των τελευταίων για να μαζεύουν τα πτώματά τους; Έτσι θα λυθεί το ΄΄πρόβλημα΄΄; Πιστεύουν επίσης, πως η λυκοσυμμαχία αυτή που δεν αναγνωρίζει σύνορα, και από δίπλα η Τουρκία αλλά και οι λοιποί καλοθελητές που τρίβουν τα χέρια τους στον προθάλαμο, δε θα εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, για να περάσουν αμέσως στην πολυπόθητη «συνδιαχείριση» του Αιγαίου;

Η Τουρκία θεωρεί το μισό Αιγαίο δικό της (υφαλοκρηπίδα) και ό,τι νησιά βρίσκονται μέσα στα έξη μίλια των χωρικών της υδάτων πάλι δικά της, και κάμποσα ακόμα ξερονήσια και βραχονησίδες το ίδιο. Το λένε καθημερινά, το δείχνουν με τα αεροσκάφη τους, με τα πολεμικά τους, με τις παραβάσεις και τις παραβιάσεις.  Έχουν λοιπόν τέτοιες ψευδαισθήσεις και αυταπάτες οι της κυβέρνησής μας, είναι τόσο αφελείς ώστε να παίρνουν τέτοια θέση; Σάμπως και στο Κυπριακό εκεί δεν οδηγείται τελευταία η κατάσταση από τους ίδιους παράγοντες; Ή μήπως το επιδιώκουν; Μήπως αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δέχονται τέτοιου είδους δράσεις στο Αιγαίο;

Διαφαίνεται παράλληλα πως δεν πρόσεξαν προ καιρού τι ωραία απάντηση έδωσε αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σαν τον ρώτησε επίσημα Έλληνας Ευρωβουλευτής, «Σε ποια σύνορα του Αιγαίου θα δράσει δύναμη της ΕΕ;» Εκείνο το κραυγαλέο «Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τι να σας πω»   δεν έχει καμία επίδραση στους κυβερνώντες την χώρα μας κι όσους υπέγραψαν τα μνημόνια; Ή το δέχονται κι αυτό;

Γιατί, ρωτάμε, γιατί δεν αναρωτιούνται τι κέρδισε η χώρα μας μέχρι σήμερα και από το ΝΑΤΟ και από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Μήπως την ασφάλεια της Κύπρου και του Αιγαίου; Και τώρα προτείνουν οι ίδιοι ως λύση δήθεν του προσφυγικού, να γίνει το ΝΑΤΟ η γέφυρα της άνετης λεηλασίας του Αιγαίου!!

Και καλά μερικοί από την κυβέρνηση και τα Κόμματα που λατρεύουν την ΕΕ, και δείχνουν να αγνοούν, ή κάνουν τα στραβά μάτια στις ΄΄λεπτομέρειες΄΄ και τις επιπτώσεις τέτοιων επιλογών. Υπάρχουν όμως, εκτός κάποιων άλλων και στρατιωτικοί εν αποστρατεία μεταξύ τους, και πολλοί άλλοι απόστρατοι, που γνωρίζουν καλά τι γίνεται και με τι τρόπους στα θέματα που συνηθίσαμε να αποκαλούμε ΄΄εθνικά΄΄. Δουλειά και καθήκον τους ήτανε ως εν ενεργεία, και μάλιστα τα αντιμετώπιζαν ανυποχώρητοι και πατριωτικά, γιατί γνωρίζουν και ιστορία και το ρόλο των πατριωτών στελεχών στην προστασία των συμφερόντων του τόπου. Όπως ξέρουν καλά και όλα τα εν ενεργεία στελέχη των ενόπλων μας δυνάμεων και αναγνωρίζουν, πως το συμφέρον του λαού και της χώρας μας είναι το πατριωτικό τους καθήκον.

Ελπίζουμε και πιστεύουμε πως το εξηγούν καθαρά και εύληπτα και στους υπόλοιπους, ειδικά του ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που οφείλουν να βάζουν πάνω από το πρόσκαιρο, επίπλαστο, ευρωενωσιακό συμφέρον, την Ελλάδα και το λαό μας.

Αλλά και εμείς οι υπόλοιποι, όλοι όσοι δεν ΄΄παίζουμε΄΄ στο χώρο της εξουσίας, έχουμε καθήκον, έχουμε υποχρέωση, οφείλουμε όχι απλά να επαγρυπνούμε, αλλά να συμμετέχουμε στον αγώνα να μην περάσουν τέτοιες λογικές, τέτοιες λύσεις που απεργάζονται και που οι συνέπειές τους δεν έχουν επιστροφή, δεν είναι για το καλό του τόπου και του λαού μας.

Αντώνης Κακαράς, Μέλος ΚΕΘΑ, Συγγραφέας.

 

Μακρυνιώτη Σταματούλα του Ηλία (Γεννήθηκα το 1935  Αποφυλακίσθηκα το 1948)

Φεβρουαρίου 9, 2016

Σταματούλα Μακρυνιώτη- Πρέκα

 

ΓΔΑΡΜΕΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

 

Προέρχομαι από γονείς της Αντίστασης και συνέχεια του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Πατέρας μου ήταν ο μεγάλος ήρωας και θα μείνει στη μνήμη μου ο μεγαλύτερος μάρτυρας. Επί Μεταξά εξορία, φυλακές, αυτά μου τα είπανε.

Εγώ θυμάμαι από το 42 και μετά. Τα πρώτα θανάσιμα χτυπήματα τον Απρίλη του 42 που πεθαίνει ο αδελφός μου ο Γιάννης από πνευμονία από την σκοπιά που φύλαγε για τους Ιταλούς. Κρύωσε και δεν υπήρχαν φάρμακα και γιατροί και χάσαμε 22 χρονών παλικάρι. Ο Πατέρας μου αγωνίζεται στην αντίσταση. Το σπίτι μας η γειτονιά το έλεγε Χάνι γιατί φιλοξενούσαμε όλους τους έμπορους που πέρναγαν και πουλούσαν τα νοικοκυριά τους για να ζήσουν.

Πάνω σε 8 ημέρες από το θάνατο του αδελφού μου, μας αρρωσταίνει η Σταυρούλα μας, η αδελφή μου. Γιατρός δεν υπήρχε. Μας πέθανε 21 χρονών. Ο πατέρας μου κρυμμένος, ούτε τα παιδιά του δεν μπορούσε να κλάψει. Μεγάλα χτυπήματα.

Ο Πατέρας μου, Καπετάν Άγρας, με 18 παλικάρια χτυπήσανε ένα λόχο Ιταλούς που μπαίνανε στο χωριό μας. Τους τσακίσαν. Η μάννα μου και άλλες γυναίκες κουβαλούσαν σφαίρες. Όπου φύγει φύγει οι Ιταλοί. Αλλά οι Ιταλοί για αντίποινα μετά από μια εβδομάδα έρχονται στο χωριό και καίνε 18 σπίτια με πρώτο το δικό μας. Ο πατέρας μου πολεμούσε στην μάχη της Παύλιανης, στην αντίσταση. Εκεί χάσαμε και ένα παλικάρι, τον Σπύρο Αρβανίκη.

Στο σπίτι ήμασταν η μάννα μου, εγώ και ο αδελφός μου ο Θανάσης Μακρινιώτης, παντρεμένος. Η γυναίκα του ήταν από την Κοκκινιά. Η μάννα μου ήταν άρρωστη, την βοηθήσανε οι Ιταλοί, την κατεβάσανε από το σπίτι, την πήγαν στην κορομηλιά, πιο πέρα απ’ την αυλή. Αυτοί άρχισαν κι έβαζαν σφαίρες μέσα στο αμπάρι κι’ όταν βάλαν φωτιά λες και γινόταν πόλεμος. Τα πράγματά μας όλα μέσα. Εγώ έσπρωξα το στρώμα που ήταν η μάννα μου ξαπλωμένη στο χαγιάτι, πήρα την κούκλα μου και κατέβηκα στην αυλή. Πήρα και τα πέταλα από το σιδεράδικο του αδελφού μου και τα πήγα στην αυλή. Ήμουν 7 χρονών. Με βάζουν κάπου 10 Ιταλοί στην μέση με τα όπλα στραμμένα σε μένα. «Πού είναι ο μπαμπάς σου;» με φοβέριζαν ότι θα με σκοτώσουν. «Πάει για πουρνάρια, πάει στο χωράφι», τους έλεγα εγώ. Δεν τους μαρτύρησα που ήταν.

Από αυτό το φόβο έπαθαν τα νεύρα μου. Μεσολάβησαν πολλά πράγματα αλλά δεν τα θυμάμαι όλα. Όταν ήρθε ο πατέρας μου από το βουνό που πολεμούσε, του λέει η μάννα μου,

-Δεν έχουμε τώρα και σπίτι.

-Τί στεναχωριέσαι; λέει ο πατέρας. Αυτό το σπίτι ήταν του Πατέρα μου. Εγώ θα σας φτιάξω καλύτερο.

Είχε όνειρα ο πατέρας μου αλλά δεν τον άφηναν οι φασίστες. Πήγαμε τώρα να μείνουμε στου παππού Ζαβούλα το σπίτι. Πεινούσαμε και λίγο γιατί ο πατέρας μου μοίραζε τα τρόφιμα που είχαμε εμείς στους μουσαφιρέους που έρχονταν από την πόλη και πεινούσαν. Τους φιλοξενούσαμε και τους ταΐζαμε κι έτσι έβγαλαν το σπίτι μας «Το χάνι του Μακρυνιώτη».

Από όλα αυτά γεμίζουμε ψώρα, ψείρες. Παθαίνω εγώ μόλυνση. Ο αδελφός μου ο Θανάσης ήταν αρραβωνιασμένος στην Τοπόλια. Εκεί με πήγαν γιατί είχε γιατρό. Με περιποίηση αρκετή έγινα καλά. Εκεί κάθισα κάπου ένα χρόνο. Εκεί οργανώθηκα στα αητόπουλα.

Εγώ τώρα στο σπίτι που με φιλοξενούσαν, η νύφη μου και η αδελφή της ήταν οργανωμένες στο ΕΑΜ. Μαζί με την Κούλα πηγαίνουμε σύνδεσμοι στα γύρω χωριά. Εμείς τα αητόπουλα κάναμε μάθημα στης εκκλησίας το γυναικονίτη και τραγουδούσαμε  «Είμαστε αητόπουλα και του λαού παιδιά και αρχηγό μας έχουμε το Νίκο το Σπαθιά».

Mια μέρα μας είπαν θα περάσει ο Άρης με 60 παλικάρια καβάλα στα άλογα. Σαν να τους βλέπω, τη χαρά που ένοιωσα! Από το ΕΑΜ η Κούλα ήταν ομαδάρχισσα. Κανονίσανε να απαγγείλει λίγα λόγια στον Άρη και εγώ απ’ τα αητόπουλα να προσφέρω λουλούδια. Ήρθε η σειρά μου. Του προσφέρω τα αγριολούλουδα, του λέω,

-Από τα Αητόπουλα για σένα Άρη Αρχηγέ, και χειροκροτήσανε.

Αυτή την εικόνα δεν θα την ξεχάσω ποτέ! Η δραστηριότητα και η εξυπνάδα που είχαν τότε τα παιδιά και η μυστικότητα ήταν το μεγαλείο που διέθεταν τα Αητόπουλα που πήραν μέρος στην Αντίσταση.

Αυτά όλα έγιναν 42-44-46.

Ο Πατέρας μου απ’ ότι θυμάμαι ή θα κρυβόταν ή θα ερχόταν από εξορία. Όλα τα νησιά τα είχε γυρίσει. Θυμάμαι καμμιά φορά που ερχόταν στο σπίτι, η χαρά μας ήταν μεγάλη με την αδελφή μου γιατί ο Πατέρας ήταν λίγες οι φορές που ήταν κοντά μας. Πάντα κρυβόταν. Πόσες φορές είχε πηδήξει απ’ το παράθυρο για να γλυτώσει από τους Μάϊδες. Η μάννα μου και εμείς τι τραβούσαμε δεν λέγετε. Το 46, μια Κυριακή, δεν θυμάμαι ημερομηνία, παντρευόταν ο αδελφός μου ο Θανάσης. Τον σκότωσαν το 49. Ο γάμος θα γινόταν στο χωριό Ελεώνα. Από εκεί ήταν η νύφη μου. Λέει ο Πατέρας μου «Μωρέ θα πάω και εγώ στο γάμο του παιδιού μου». Πήγαμε, έγινε ο γάμος. Προδόσαν ότι είχε πάει και ο πατέρας και στο γυρισμό, στο φορτηγό αυτοκίνητο, ήταν και η συμπεθέρα, στη Γραβιά κάνουν έλεγχο και βρίσκουν τον Πατέρα. Ευχήθηκε τα παιδιά να ζήσουν, «να φάτε να πιείτε και να γλεντήσετε, να μην γίνει το δικό τους κι εγώ, μαθημένο το βουνό απ’ τα χιόνια». Τον Πατέρα όλο το βράδυ τον δέρνανε οι φασίστες και την άλλη μέρα εξορία.

Ξέχασα να γράψω το 43 ο Πατέρας ήταν στο κρατητήριο στη Γραβιά. Εκεί ήταν και μια φτωχιά απ’ το χωριό Κοκοβίστα γιατί είχε κλέψει λίγα κεράσια για τα ορφανά της και οι τσελιγκάδες την βάλαν φυλακή. Δεν είχε να φάει. Το παιδί της 10-12 χρονών έβραζε μουρόφυλλα και της έφερνε να φάει. Ο Πατέρας τη λυπόταν και της έδονε το φαγητό του. Έλεγε στη μάννα μου «Δεν μου φτάνει το φαΐ» και η μανούλα μου το κουβαλούσε. Όταν βγήκε ο πατέρας λέει στη μάννα μου,

-Μήπως έχεις λεφτά μαζί σου; Έχω να πληρώσουμε να βγάλουμε μια φτωχιά να μαζέψει τα παιδιά της.

-Ό,τι πεις Ελιά μου.

Βγάλαμε τη Παναγιού. Έτσι την έλεγαν. Της δώσαμε και το μουλάρι μας, πήγε στο χωριό της, πήρε και τα παιδιά της και ήρθε η Παναγιού. Ζει τη δική μας τρομοκρατία στη συνέχεια.

Ο Πατέρας έκανε κάπου 8 μήνες στα Γιούρα. Όταν ήρθε απ’ το κακό στο χειρότερο. Η αδελφή μου Ελένη 15 χρονών είχε πάει στο αντάρτικο το 47. Και ο αδελφός μου ο Θανάσης Αρβανίτης απ’ το πρώτο γάμο της μάνας μου αφήνει τη γυναίκα του έγκυο. Η νύφη μου καλή κοπέλα αλλά πολύ πονεμένη, όσο και εμείς το 47. Η μια καταστροφή κοντά στην άλλη. Σκοτώνετε ο αδελφός της νύφης μου 23 χρονών παλικάρι, Χαράλαμπος Κορδάς. Αντάρτης του ΔΣΕ. Μείναμε πίσω η μάννα του, μια πολύ γενναία γυναίκα και η αδελφή του Αγγελική. Ήρθαν και αυτές στο χωριό μας κοντά στην νύφη μου. Στο χωριό τους τους κυνήγαγαν. Ήρθε η ώρα να γεννήσει η νύφη μου, γιατρός δεν υπήρχε, τρία μερόνυχτα ο πατέρας μου κρυφά ερχόταν, της έδινε κουράγιο. Βοηθούσε και η ίδια πολύ. Έκανε ένα αγοράκι. Στο χωριό μας κατεβήκαν οι αντάρτες και σκοτώσαν δυό χωριανούς. Ο Πατέρας δεν ήξερε τίποτα. Ήταν στο κοπάδι μας την νύχτα αυτή, στο βουνό. Την άλλη μέρα όλοι είπαν ότι ο Μακρυνιώτης τους σκότωσε. Δεν μπορούσε πρώτα να ξεμυτίσει στο χωριό, τώρα ένα παραπάνω. Και το κοπάδι το παρακολουθούσαν. Είχαμε πρώτα τον Γιάννη της Παναγούς, το παλικαράκι 16 χρονών, αλλά πήγαν μαζί με την Ελένη μας εθελοντές στο αντάρτικο. Πήγαινε τώρα και η Παναγιού στα γίδια. Λέει ο Πατέρας,

-Πάμε Σταμάκιμ’ στο Αρχηγείο να δούμε τα παιδιά μας και τον Καπετάν Διαμαντή;

-Πάμε πατέρα.

Εγώ είχα πάει πολλές φορές στο Αρχηγείο και με τη μάννα μου και με την Ελένη μας. Πήγαμε, το αρχηγείο ήταν στα λιβάδια προς την Αράχωβα. Πήγαμε σταφύλια, σύκα να φάνε. Έρχεται η Ελένη τρέχοντας μόλις έμαθε ότι πήγαμε. Καμάρωνε που φορούσε παντελόνι και είχε κι όπλο. Λέω εγώ, δεν θα μεγαλώσω!

Τον αδελφό μου τον Θανάση δεν τον είδαμε, ήταν στον Ελικώνα.

-Ο Γιάννης που είναι Ελένη;

-Σκοτώθηκε μας είπαν στη μάχη.

Ο Πατέρας πικράθηκε πολύ. Κλάψαμε όλοι μας τον Γιάννη Τούμπα, 16 χρονών παλικαράκι, γιός της Παναγούς.

Στο σπίτι μας έρχονταν κάθε μέρα οι Μάηδες και μας απειλούσαν. Εμένα και τη μάννα μου λέγαν αν δεν παραδινόταν ο Πατέρας θα μας σκότωναν. Έλεγε η μάννα μου,

-Κρύψ’ Ελιάμ, θα σε φάνε τα κοπρόσκυλα.

-Εμένα γυναίκα θα μι το φάνε το κεφάλι μου αλλά η γη να μ’ το θυμάσαι θα φυτρώσει το κομμουνισμό. Εμένα θα μ’ το κόψουν το κεφάλι αλλά θα αφήσω πίσω τα παιδιά μου.

Στο χωριό μας ήταν ένας στην ηλικία του πατέρα μου. Είχε πρόβατα αλλά φασίστας και ρουφιάνος. Ο Πατέρας είχε ιδανικά, ήθελε ησυχία, ήθελε να ζήσει κοντά στην οικογένειά του που την είχε στερηθεί. Ο άλλος εκμεταλεύτηκε τον πόνο του πατέρα και του λέει,

-Μακρυνιώτη, θα κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα σε προσέχω απ’ το στρατό εσένα και την οικογένειά σου και εσύ απ’ τους αντάρτες. Θα προσέχουμε και το χωριό.

-Εντάξει, λέει ο Πατέρας. Δώσανε τα χέρια. Ο Πατέρας μου ήταν πολύ έξυπνος αλλά εκεί την πάτησε, ήταν τίμιος. Έδωσε τον λόγο του αλλά νόμισε ότι και οι φασίστες έχουν λόγο. Λάθος μεγάλο. Τώρα αυτός τον είχε στο χέρι τον Πατέρα. Μια μέρα κατεβαίνει στο χωριό, πήγε μέχρι το χωράφι μας στον Αγιώργη. Τον βλέπει η αδελφή μου Κρυστάλλω, ήταν παντρεμένη. Του λέει,

-Πατέρα, γιατί ξεκάμπισες; Σε τρώει το κορμί; θα σε φάνε τα σκυλιά!

-Μη φοβάσαι Κρυσταλάκι, γίναμε αδελφοποιτοί με τον τάδε και ο ένας φυλάει τον άλλο.

-Έχουν βάση τα σκυλιά πατέρα;

Είχε δίκιο η Κρυστάλλω. Ήρθε στο σπίτι μας. Καθόμαστε σε ξένο σπίτι, το δικό μας το έχουν κάψει, και τα βράδια κοιμόμασταν σε άλλο στη γειτονιά. Κοιμηθήκαμε μαζί εκείνο το βράδυ. Του λέει η μάννα μου

-Πολύ θάρρος πήρες Ηλίαμ’, φυλάξου να πηράσει η μπόρα, μην δίνεις εμπιστοσύνη στους Τούρκους.

Εκείνο το βράδυ όλο με καμάρωνε ο Πατέρας, όλη τη νύχτα κουβέντιαζαν με την μάννα μου για τα παιδιά τους. Ήταν σκόρπια.

-Πότε θα γίνει ησυχία να μαζευτούμε σαν οικογένεια, έλεγε η μάννα μου.

-Μην στεναχωριέσαι γυναίκα, έρχονται καλύτερες μέρες.

Το πρωί με φίλησε και έφυγε. Πήγε στα γίδια μας ξέγνοιαστος. Ο προδότης είχε ειδοποιήσει τους Μάηδες. Είχε κανονίσει. Ο Πατέρας μου ήταν προς τη ρεματιά κι αυτός στο ύψωμα. Εμείς είδαμε τους Μάηδες. Μας ‘φαγανε τα φίδια. Κρυφτήκαμε εμείς. Πήγαν κατευθείαν στο κοπάδι του προδότη. Τους λέει να που … είναι, ήρθε το τέλος του Μακρυνιώτη. Με τους Μάηδες μαζί ήταν και ένα γειτονόπουλο που το ταΐζαμε καμιά φορά να του φύγει η σπλήνα από την πείνα που δυστυχούσαν. Λεωνίδας. Ρίξανε στον πατέρα, τον λάβωσαν. Κι έπεσε κάτω. Τους λέει ο φίλος φίδι,

-Να πάτε να του κόψετε το κεφάλι.

Πήγαν κι ο πατέρας ήταν ζωντανός. Παίρνει ο Λεωνίδας το σουγειά του πατέρα. Και τον σφάζουν. Του κόβουν το ΚΕΦΑΛΙ. Περάσαν σύρμα από τα αυτιά του κεφαλιού. Το πήραν μπροστά τα γίδια μας και πίσω οι Μάηδες και ο Λεωνίδας με το κεφάλι. Εμείς απ’ το χωριό βλέπαμε τα γίδια που τα φέρνουν αλλά δεν βλέπαμε τον πατέρα.

-Άει παιδάκι’μ’, γλύτωσε, ας τα πήραν τα γίδια.

Όταν έφτασαν κοντά, βλέπω το κεφάλι και νόμισα ότι είναι τομάρι από γίδι. Όταν καλοβλέπω το κεφάλι του πατέρα η μάννα μου φωνάζει.

-Σε φάγαν Ηλιάμ.

Εγώ βρέθηκα μπροστά τους. Κοντά η μάννα μου, φωνάζαμε, θρηνούσαμε και τότε μας πλακώνε στο ξύλο με το κεφάλι του πατέρα. Κλοτσιές, μας γέμισαν αίματα απ’ τον Πατέρα. Η αδελφή μου Κρυστάλλω πήρε ένα μουλάρι και πήγε εκεί που έσφαξαν τον πατέρα. Όλα τα πουρνάρια είχαν φαγωθεί από το σώμα του πατέρα που χτυπιόταν που τον έσφαξαν ζωντανό. Έβαλε το σώμα του Πατέρα στο μουλάρι και πήγε και τον έθαψε στο νεκροταφείο σκάβοντας μόνη της τον τάφο.

Κάποτε φεύγουν. Πήγαν στο κάτω χωριό, μαζευτήκανε όλοι οι φασίστες του χωριού και κλωτσούσαν το κεφάλι κι’ έλεγαν ότι καθάρισε ο τόπος. Βάλανε χέρι στα γίδια. Κοροϊδευόντουσαν και έλεγαν «δεν είναι και παχιά». Τότε λένε,

-Βρε συ, για να καθαρίσει ο τόπος να πάτε να σφάξετε την γυναίκα και το κορίτσι.

Ανασκουμπώνονται δύο Μάηδες κι’ από ένα μαχαίρι στο χέρι και ρχόντουσαν τρέχοντας για να εκτελέσουν σωστά το χρέος τους. Στα μισά του δρόμου τους βλέπει ένας γαμπρός μας και κάνει νόημα στις γυναίκες που είχαν μαζευτεί να κρυφτούμε. Φύγαμε με την μάννα μου μέσα στους κήπους. Τρέχοντας πήγαμε σε ένα σπίτι και μας κρύψανε. Αυτοί πήγαν στο σπίτι που μας άφησαν. Δεν μας βρίσκουν. Δέρνουν τις γειτόνισσες. Τα έκαναν γυαλιά καρφιά, το σπίτι το ρήμαξαν, καρπούς, ρούχα, λάδια, ήταν όλα σκόρπια.

Μεγάλη συμφορά. Τί να κάνουμε τώρα, ερχόντουσαν κάθε μέρα οι Μάηδες να μας βρουν. Μια μέρα έρχονται. Εμείς κρυβόμασταν όταν τους βλέπαμε. Βρίσκουν τον Παρδάλι μας, τον σκύλο μας, το γνώριζαν κι’ αυτό γιατί τους γαύγιζε όταν έρχονταν και το σκότωσαν. Εγώ το έβλεπα απ’ την κρυψώνα αλλά δεν μπορούσα να βοηθήσω. Τον έφαγαν οι Μάηδες κι αυτόν. Δεν μπορούσαμε με τίποτα να μείνουμε στο χωριό. Θα μας σκότωναν. Μαθαίνουμε πως ο αδελφός μου ο Θανάσης, αντάρτης, θε να έρθει ο λόχος του απ’ τον Ελικώνα στον Παρνασσό, στο αρχηγείο που ήταν στην Επάνω Αγόριανη. Πάνε η μάννα μου και η νύφη μου με το νεογέννητο να το δει ο αδελφός μου, να του πουν για τον Πατέρα, για μας που δεν μπορούσαμε να μείνουμε στο χωριό, θα μας σκότωναν. Εγώ δεν περίμενα να γυρίσουν. Πήγα κι’ εγώ στο αρχηγείο 3 ώρες περίπου με τα πόδια. Είμουν 12 χρονών. Ήρθε ο αδελφός μας, είδε όλους, είδε πρώτα το παιδάκι του, το χάρηκε και μετά τούπαμε για τον πατέρα. Πόνεσε πολύ, του είπαμε για μας τι τραβάμε, τότε είπε να πάμε κι’ εμείς στο Αντάρτικο. Θα ήμασταν κοντά σε δικούς μας ανθρώπους. Μείναμε εκεί. Πήγε και πήρε την πεθερά του, την κουνιάδα του, την Παναγιού και τον Θωμά. Ο Θωμάς ήταν 10 χρονών, αδελφός του Γιάννη Τούμπα που σκοτώθηκε. Ήμασταν τώρα 8 άτομα με τον μικρούλη Αχιλλέα. Η Ελένη δεν ήταν τότε στο αρχηγείο και δεν την είδαμε. Εμάς μας έλεγαν γυναικόπαιδα. Ο λόχος του αδελφού μου θα πήγαινε προς τα Βαρδούσια. Θα έπερναν και τα γυναικόπαιδα μαζί. Χάρηκε ο αδελφός μου. Τί ωραίο παλικάρι που ήταν! Μας είπε ο αδελφός μου εδώ τουλάχιστον θα ήμασταν σε δικό μας έδαφος, κοντά στα παλληκάρια μας. Και παίρναμε κουράγιο. Εμείς από το σπίτι πήραμε μόνο το μουλάρι μας, τον Κοκκίνη, και τα ρούχα που φορούσαμε κι’ από μια κουβέρτα. Τα πράγματά μας όλα μας τα είχαν πάρει εκτός από 2 μπαούλα γεμάτα ρούχα, ωραία ρούχα. Μας τα είχε η μάννα μου ένα της Ελένης και ένα εμένα για προίκα. Τα είχαμε κρύψει στην Πανόργια. Ήταν μόνη της. Εκεί κρυβόταν και ο Πατέρας καμιά φορά. Λέει η μανούλα μου,

-Αν γυρίσουμε ζωντανοί, θα τα βρούμε να έχουν κάτι τα κορίτσια μου. Ξεκινάμε τώρα βράδυ γιατί όλο νύχτα περπατούσαμε. Την ημέρα θα μας έβλεπαν τα αεροπλάνα. Βάζουν εμένα, τον Θωμά και το μωράκι καβάλα στο μουλάρι, μας τύλιξαν με τις κουβέρτες, μας έδεσαν να μην πέσουμε και δρόμο μες στα βουνά. Όπου ξημέρωνε καθόμασταν. Μας μοίραζαν κάτι να φάμε. Το πρώτο χωριό που βρήκαμε ήταν η Κουκουβίστα.

-Σε αυτό το χωριό και στη Παύλιανη δίπλα, ο Πατέρας καπετάν Άγρας τότε, με άλλα παλικάρια τσακίσανε τους Ιταλούς, λέει η μάννα μου. Εδώ παιδάκια μου, ο πατέρας τα ποδαράκια του έχουν πατήσει όλες τις κορφές. Σαν να τον βλέπομε, αλλά ο Πατέρας τον είχαν σκοτώσει οι Έλληνες φασίστες.

Στο κάθε χωριό καθόμασταν αρκετές ημέρες μαζί με τους αντάρτες και τις αντάρτισσες. Κι ο αδελφός μου να απολαμβάνει τι γυναίκα του και το παιδί του. Ξέχασα να γράψω πως την κουνιάδα του Αγγελική την πήγαν μάχιμη, την βάλαν στον ασύρματο.

Όταν μαθεύτηκε ότι πήγαμε στο αντάρτικο πίσω στο χωριό, οι φασίστες έκαναν ότι ήθελαν. Είχαμε ένα κήπο 3 στρέμματα στο σπίτι μας. Ήταν ένας παράδεισος. Ότι δέντρο καρποφόρο υπήρχε το είχε φυτέψει ο πατέρας και 80 ρίζες ελιές. Ήταν πολύ ωραίο! Όλοι τον ζήλευαν, πήγαν οι φασίστες, μας τα έκοψαν όλα, μας έκαψαν τα καλύβια μας. Αυτά που είχαν αφήσει οι Ιταλοί τα έκαψαν οι Έλληνες Φασίστες. Μαθαίνουν και τα δύο μπαούλα που είχαμε στην πανώρια, πήγαν τρεις απ’ το χωριό, αυτός που πρόδωσε τον πατέρα, η Περικλίνα, της είχαν σκοτώσει το κορίτσι οι Αντάρτες και έπερνε εκδίκηση σε μας, και ο Λεωνίδας ο φονιάς. Εκεί είχαμε και ένα παππού Ζαβούλα. Φόρτωναν τα μπαούλα κι έλεγαν στον παππού

-Βοήθα γέρο αλλοιώς θα σε σκοτώσουμε.

Και τα πήραν όλα. Τώρα δεν υπήρχε τίποτε και της νύφης μου την προίκα που ήταν νιοπαντρεμένη, της τα πήραν όλα.

Εμείς στην Κουκουβίτσα, όλα αυτά τα χωριά τα έλεγαν Ανταρτοκρατούμενα. Είχαν φύγει οι χωριάτες. Τους είχαν μαζέψει στις πόλεις για να μην βρίσκουν οι αντάρτες τρόφιμα. Διαταγή να φύγουμε. Νύχτα περπατούσαμε, μέρα καθόμαστε. Χωριά πολλά περάσαμε Περνούσαμε καλά γιατί ήταν το παληκάρι μας μαζί, ο Θανασούλας μου, ώσπου φτάσαμε στο χωριό Δάφνη και Ανατολή το έλεγαν. Εκεί καθήσαμε αρκετό καιρό. Θυμάμαι τις κοπέλλες με τα παντελόνια. Έκαναν άσκηση. Τί ωραία και ενθουσιασμός! Εκεί είχαν κρατούμενους και το έσκασαν. Δύο, πήγαν στην Λαμία, για αυτούς θα σας γράψω πιο κάτω. Μας λέει ο αδελφός μου ότι πήραν διαταγή να φύγει ο λόχος του. Κλάμματα εμείς, η μάννα, η γυναίκα του, μας αγκάλιασε όλους και δεν μας ξεκόλαγε από την αγκαλιά του. Ήταν η τελευταία φορά. Δεν τον ξαναείδαμε. Μείναμε τέσσερεις γυναίκες, ο Θωμάς δέκα χρονών, εγώ δώδεκα χρονών και ο Αχιλλέας μηνών. Άρχισαν οι εκκαθαρίσεις. Δεν μπορούσαμε να σταθούμε πουθενά. Άρχισε η πείνα. Δεν είχαν τρόφιμα. Ότι είχαν μας τα έδιναν στα γυναικόπαιδα από λίγο.

Τη μέρα κρυβόμασταν και την νύχτα περπατούσαμε. Νυστάζαμε, δεν μπορούσα, δεν είχαμε παπούτσια, τα πόδια μας ήταν όλο πληγές. Πονούσα, έκλαιγα. Όλοι στη σειρά, μεταδόστε ησυχία ό ένας στον άλλο. Ερχόταν η σειρά μου, σταματούσα τα κλάμματα κι έλεγα «μεταδόστε ησυχία».

Η μαννούλα μου ήταν άρρωστη όλο τον καιρό. Έφυγε και ο αδελφός μου. Ήταν ένα έρμαιο. Εγώ φώναζα «πεινάω», το μωρό μας έκλεγε, δεν είχε γάλα να το θηλάσει γιατί ήταν νηστική η μάννα του. Κάθε μέρα και χειρότερα. Ο εχθρός όλο και πλησίαζε. Είχαμε 15 ημέρες χωρίς να φάμε τίποτα. Μου δίνει ένα κοριτσάκι λίγο αλάτι, μου λέει βάλτο στο στόμα σου για να πίνεις νερό να γεμίσει η κοιλιά σου και δεν θα πεινάς.

Κακά τα ψέμματα, μια μέρα μας είπαν οι αντάρτες «πρέπει να υπακούμε γιατί ο έχθρός μας πλησιάζει». Όλο αυτό το διάστημα γυρίζαμε Βαρδούσια, Γκιώνα. Εκείνο το ποτάμι τον Μόρνο, τον περάσαμε και 10 φορές. Μέχρι τον λαιμό το νερό, μούσκεμα, κρυώναμε, φωτιές δεν μπορούσαμε να ανάψουμε, θα μας έβλεπαν. Συνέχεια περπατούσαμε και «μεταδόστε ησυχία». Το μουλάρι μας το είχαμε αφήσει. Μας είπαν οι αντάρτες να αφήσουμε τα πράγματά μας δηλαδή από μια κουβέρτα που είχαμε γιατί θα ανεβαίναμε σε μεγάλες κορυφές.

Που βρίσκαμε εκείνο το κουράγιο, ίσως από φόβο. Πολλές φορές τα αεροπλάνα έρχονταν και την νύχτα με προβολείς και το «μεταδόστε ησυχία» είχε συμπληρωθεί «και ακίνητοι». Μια μέρα τα αεροπλάνα μας είχαν εντοπίσει γιατί είμασταν παιδιά, δεν υπακούαμε. Έρχονταν συνέχεια, μας στρίμωξαν σε μια χαράδρα. Εκεί έγινε ο χαλασμός. Εκεί σκοτώθηκαν πολλά παιδιά, οι ρουκέτες να πέφτουν σαν βροχή, η μάννα μου και εγώ είμασταν στο πλάϊ της χαράδρας και τα αεροπλάνα κατέβαιναν πιο χαμηλά απο μας. Μας έβλεπαν, σηκώνονταν και έριχναν και μας είχαν δει ότι είμασταν γυναικόπαιδα. Παίρνει η μάννα μου μια πλάκα πέτρα και μου την βάζει στο κεφάλι να μην με πάρει κανά βλήμα. Εγώ την πετάω τότε, την παίρνει την βάζει στο δικό της κεφάλι και βάζει το δικό της κεφάλι πάνω απ’ το δικό μου να με προστατέψει.

Νύχτωσε καλά. Φωνάζουν να συναχθούμε. Πολλοί οι τραυματίες κι’ ένα παιδί αντάρτη τον έκοψε η ρουκέτα στην μέση. Είπαν πως τον έλεγαν Σβάρνα. Τους τραυματίες έφτιαξαν ξήλινα κρεβάτια και τους κουβαλούσαν, κι’ όσοι γλύτωσαν. Το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα, κρύο πολύ, πείνα, πόνος. Βρεθήκαμε στην κορυφή της Γκιώνας. Το χιόνι να μας σκεπάζει, πολλά παιδάκια ξεπάγιασαν, πέθαναν. Εμείς ότι ρούχα μας είχαν μείνει σκεπάσαμε το μικρούλι να μην ξεπαγιάσει. Εγώ κρέμασα το κεφάλι για πεθαμό. Τότε η μάννα μου βάζει χιόνι και με τρίβει με γρήγορες κινήσεις και συνήρθα. Στην κορυφή της Γκιώνας ο στρατός μας είχε περικυκλώσει. Τότε μας λένε οι αρχηγοί αντάρτες, 4-5 παλληκάρια,

-Όλα τα γυναικόπαιδα θα κατεβείτε στο χωριό Συκιά, θα πάτε, είναι ο στρατός, να παρουσιαστείτε. Εκεί μπορεί να ζήσουν τουλάχιστον οι μισοί.

Υπακούσαμε. Οι αντάρτες μας χαιρέτησαν κι έφυγαν μες την θύελλα. Μετά από λίγο ακούσαμε πυροβολισμούς. Ίσως αυτοκτόνησαν να μην τους πιάσουν. Εκεί αυτοκτόνησε η Ευθυμία Αρβανίτη, 18 ετών, με το μωρό της, για να μην την πιάσουν. Ήταν απ’ το χωριό Αριμέα.Εμείς κατρακυλώντας μες τα χιόνια, μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, δεν μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους το τί περάσαμε μες στις χαράδρες και εκεί αφήσαμε κορμάκια, φτάσαμε καμμιά φορά στο χωριό. Ο στρατός μας περίμενε γιατί μας παρακολουθούσε. Ήταν μεγάλη Πέμπτη το 48.

Εκεί αρχίζουν πιο μεγάλα μαρτύρια. Να τρέμουμε σαν τα ψάρια απ’ το φόβο και κρύο. Της νύφη μου της έλεγαν «Πού τόκανες πουτάνα το παιδί;» Ήταν η διάλεκτος που είχαν. «Στο βουνό θα σας σκοτώσουμε, τώρα δεν θα μείνει κανένας». Εκεί στους στρατιώτες ήταν ένας απ’ το χωριό μας, Κώστας Κονταξής λέγετε, στρατιώτης, αλλά κρυφά μας κοίταξε. Φοβόταν να μας μιλήσει. Ο διοικητής είχε ένα βούρδουλα, πηγαινοερχόταν στην πλατεία, γιατί εκεί μας είχαν, και χτυπούσε τα γυναικόπαιδα. Μας τρομοκρατούσε, μας έλεγε «δεν θα μείνει κανένα κομμούνι». Εμείς τους κοιτούσαμε απαθέστατοι. Είχαμε απομείνει από την πείνα και την ταλαιπωρία.

‘Ερχετε ο στρατιώτης απ’ το χωριό μας κρυφά. Κάπου βρήκε κάτι παλιοπάπουτσα και μου τα έδοσε, που είχαν ανοίξει τα ποδάρια μου, ξυπόλητο στα χιόνια που περπατούσαμε μερόνυχτα στα βουνά. Μόλις τα φόρεσα ήταν και μεγάλα αλλά θα τα έσουρνα. Το μάθαν και μου τα πήραν. Μούμεινε η χαρά. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Πάλι ξυπόλητη εγώ.

Απ’ το χωριό Συκιά μας πήγαν στο χωριό Μαυρολιθάρι. Εκεί αποκαμωμένοι όλοι μας πήγαμε στην πλατεία του χωριού και μας μοίρασαν ψωμί. Η μάννα μου μου λέει:

-Λίγο λίγο παιδάκι, φάτο μην πνιγείς.

Ώσπου να το πει η μάννα μου εγώ κοιτούσα να φάω και το δικό της. Τόση πείνα κι έλεγαν και γελούσαν οι φαντάροι, κοίτα πείνα τα κομμούνια! Είχαμε και το μωράκι του αδελφού μου, δεν είχαμε γάλα. Η μάννα νηστική, πώς να κατεβάσει γάλα. Όλο έκλεγε, πεινούσε και της έλεγαν ο στρατός «Πουτάνα πέτα το το μπαστάρδικο ή θα σου το σκοτώσουμε εμείς». Φόβος μεγάλος.

Ξεκινήσαμε απ’ το Μαυρολιθάρι, περπατούσαμε σιγά, δεν είχαμε κουράγιο. Μας έβριζαν και μας κοπανούσαν και καμμιά φορά υπήρχαν και καλά παιδιά φαντάροι. Κρυφά μας μιλούσαν με καλοσύνη. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία φτάσαμε στο χωριό Γαρδικάκη. Ίτη σήμερα το λένε. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Μας πήγαν στην πλατεία του χωριού να μας δουν που θα έβγαζαν τον επιτάφιο οι χωρικοί.

Δεν θυμάμαι πόσο μείναμε εκεί. Μάλλον μια νύχτα μετά έφεραν στρατιωτικά αυτοκίνητα και μας πήγαν στη Λαμία. Στο κάθε αυτοκίνητο ανοιχτά πίσω ήταν κι ένας χωροφύλακας. Απάνω στην Λαμία είχαν μάθει ότι έπιασαν Αντάρτες και γυναικόπαιδα. Είχε βγει όλη η Λαμία έξω να μας δουν. Ήταν κάπου 20 αυτοκίνητα. Η Λαμία έχει πολλές πλατείες. Ήταν εντολή να μας περάσουν απ’ όλες της πλατείες γύρω γύρω. Να μας βρίζουν και να μας φτύνουν.

Σε μια πλατεία η μαννούλα μου είδε και χωριανούς μας. Σηκώνομε λίγο να με δουν καμαρωτή κι’ αν μας έφτυναν θα τους έφτυνα και γω. Δεν πρόλαβα, ο χωροφύλακας μούδοσε μια με το πίσω του όπλου στο κεφάλι. Πρόλαβα και του είπα «Κάτσε καλά βρε», και μετά ζάρωσα. Μας πήγαν σε κάτι μεγάλα κτίρια, στρατώνες ήταν δεν θυμάμαι.

Ξημέρωσε Πάσχα το 48. Μας μαγείρεψαν κουκιά φρέσκα και μας μοίρασαν. Εκεί μας κράτησαν 20 ημέρες. Κοιμόμασταν στο τσιμέντο χωρίς ρούχα. Είχαμε μια κουβέρτα και τυλίγαμε το μικρό. Μόνο από κάτω είχαμε χαρτόκουτες. Σε κάθε θάλαμο είχαν ένα γκαζοντενεκέ για τις ανάγκες μας. Δεν είχαν τουαλέτες. Εμείς στο θάλαμο ήταν ένα παλικάρι, αντάρτης. Δεν μιλούσε ούτε άκουγε. Είχαν πέσει οβίδες δίπλα του και είχε κουφαθεί και άδειαζε το παληκάρι το ντενεκέ με τις ακαθαρσίες συνέχεια. Γράφω πιο μπροστά, από το χωριό Χωμίριανη είχαν δραπετεύσει 2 κρατούμενοι φασίστες που κρατούσαν οι αντάρτες. Αυτοί έφαγαν πολλά παληκάρια και κοπέλλες. Κάθε μέρα μας έπερναν για αναγνώριση. Από αυτούς όσους γνώριζαν τους σκότωναν, τους τιμώραγαν πρώτα και μετά σε ομαδικούς τάφους στη Ξηριότσα, έτσι λέν το νεκροταφείο. Έφαγε πολλά παληκάρια. Αιωνία τους η μνήμη.

Θυμάμαι μια κοπέλλα απ’ το θάλαμο, σαν το φεγγάρι ήταν. Την πήραν για εκτέλεση. Μας χαιρέτησε και φώναξε,

-Αδέλφια κουράγιο, μην σκύβετε το κεφάλι. Γειά σας!

Ήρθε η μέρα να φύγουμε. Μας έβγαλαν από τον θάλαμο. Εμάς τα μικρά μας κρατούσαν. Οι μεγάλοι κάτω όλοι στοιβαγμένοι στις γραμμές να περάσει το φορτηγό τραίνο να τους βάλουν μέσα για το άγνωστο. Δεν ήξεραν που. Εμάς τα παιδιά μας έφεραν γάλα και γαλέτες να μας καλοπιάσουν. Θα μας στείλουν είπαν σε παιδούπολη. Εγώ επαναστάτησα, είδα τη μάννα μου, το μικρό κάτω και κάπως μου ήρθε. Ανεβαίνω στη τζαμαρία,

-Θα με αφήσετε να πάω στην μάννα μου ή θα πέσω κάτω; Αυτοί μας έλεγαν θα μας πάνε στη Βασίλισσα και θα τρώμε καλά. Τότε εγώ δίνω μια γροθιά στο τζάμι, σπάει όλο, γεμίζω αίματα, φωνάζω, τρέχω, τους βρίζω, τους έκανα μεγάλη φασαρία. Τελικά νίκησα. Τρέχω στην μάννα μου, την ώρα που τους έβαζαν στο τραίνο. Η μαννούλα μου μόλις με είδε, άνοιξε την αγκαλιά της,

-Ήρθες παιδάκι μου;

Μας σπρώχνουν μέσα στην πόστα, μας πήγαν κοντά στη θάλασσα, τώρα Αγία Μαρίνα τόλεγαν  το μέρος, δεν θυμάμαι. Εγώ μόλις βλέπω τη θάλασσα, τρόμαξα, δεν είχα ξαναδεί άλλες φορές,

-Θα μας πνίξουν μαννούλα μου, τί είναι αυτό τόσο νερό; Μας έβαλαν μέσα στο σαπιοκάραβο. Μας έσπρωχναν. Μας κατέβασαν κάτω. Με αυτό φαίνεται κουβαλούσαν γελάδια γιατί βρώμαγε. Εκεί μέσα είχε ακαθαρσίες. Εμείς είμασταν έρμαια στα χέρια τους. Μας έβριζαν. Αυτό γινόταν συνέχεια. Εκεί που μας έβαλαν μας χώρισαν με μια τριχιά στην μέση. Ξεκινήσαμε καμμιά φορά. Μετά από λίγο άρχισε το ξερατιό. Ο ένας πάνω στον άλλο. Δραματική η κατάσταση. Δεν μας άφηναν να βγούμε επάνω να πάρουμε λίγο αέρα. Ύστερα από πολλές ώρες ταλαιπωρίας, ταρακουνηθήκαμε εκεί, σταμάτησε. Είχε πλευρίσει σε κάτι βράχους. Κατεβαίνουν κάτω. Μας λένε,

-Όσοι είναι από την δεξιά μεριά του σκοινιού να βγούνε έξω. Χαιρετάμε τους συντρόφους μας κι ανεβαίνουμε τις σκάλες. Ήταν ένας ξηρότοπος. Είχε κάτι ελιές κι’ βράχους. Έβαλαν κάτι σανίδες και μας έβγαλαν. Δεν θυμάμαι πόσους, όλους γυναικόπαιδα. Εκεί ήταν ένας διοικητής και στρατός που μας πήραν. Το καράβι έφυγε για το άγνωστο για μας. Εκεί μας είπαν ότι το νησί αυτό το έλεγαν Τρίκερι.

-Προχωράτε κομμούνια, στο βουνό τρέχατε, εδώ δεν μπορείτε; Εμείς είμασταν πολύ ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι, ο ένας κράταγε τον άλλον. Καμμιά φορά φτάσαμε σε ένα μοναστήρι. Μας άφησαν εκεί, μας έδοσαν λίγο ψωμί ανά δύο άτομα και μια ρέγκα. «Νερό, νερό» φωνάζουμε, μας λεδοσαν ένα κουβά. Βγάζουμε νερό από το πηγάδι. Έγινε χαμός. Ποιός να πρωτοπιεί. Δεν χορταίναμε. Σε λίγο μας φωνάζουν όλους στο προαύλιο. Φωνάζουν με τα ονόματά μας. Είπαν ανά 3 άτομα θα πάρετε μια σκηνή. Εγώ, η μάννα μου και η Παναγιού Τούμπα. Η σκηνή ήταν χαμηλή, στρατιωτικές, σκυφτά έπρεπε να μπαινοβγαίνεις. Μια σκηνή έδοσαν στη νύφη μας, τη Βασιλικούλα, η μαμά της και το μικρό και συνέχεια σε όλους. Μας πήγαν πιο κάτω απ’ το μοναστήρι, σε ένα μέρος λίγο κατηφορικό. Μας είχαν κάνει γραμμές που θα τις στήναμε . Άρχισε η δουλειά. Καθαρίσαμε το μέρος και στήσαμε κάτω χώμα. Ρούχα δεν είχαμε. Μια κουβέρτα ξήκλια είχε η Παναγιού και μια εμείς. Η μια κάτω, η μια αποπάνω.Τέλειωσε αυτή η δουλειά.

Πιό κάτω, κοντά στη θάλασσα ήταν οι άντρες κρατούμενοι. Εκεί ήταν κι ένας πρωτοξάδελφος Μακρινιώτης Αθανάσιος από το χωριό Ριτζέρι. Ήρθαν οι στρατιώτες κι είπαν «ποιές θέλουν να ρθουν στο μαγειρείο;» Μόλις άκουσαν μαγειρείο, όλες πρόθυμες. Κι έτσι άρχισε το συσσίτιο. Το πρώτο συσσίτιο ήταν μπακαλιάρος με πατάτες, με σταφίδες μέσα το ψωμί, μισή οκά, ένα φραντζολάκι το άτομο για 2 ημέρες. Κάθε 2 ημέρες ερχόταν το καΐκι από το Βόλο με ψωμί και τρόφιμα.

Εμένα το ψωμί δεν μούφτανε. Έτρωγα και της μάννας μου. Η μάννα μου όλο αυτό το καιρό στο βουνό και τώρα στην εξορία ήταν άρρωστη. Είχε συνέχεια αιμοραγία. Ρούχα να αλλάξει δεν είχε. Η κατάσταση δύσκολη, εγώ δεν πολυκαταλάβαινα την σοβαρότητα της υγείας της. Η νύφη μου της είχε κοπεί το γάλα. Το παιδί τι να φάει, αρρώστησε. Θυμάμαι τόβαζε για ύπνο και κοιμόταν με τα μάτια ανοιχτά από την αδυναμία, αλλά έγραψε στο χωριό της σε κάτι συγγενείς και τους πούλησαν ένα κτήμα και της έστειλαν λίγα χρήματα. Έτρωγε το παιδί. Συνήλθε. Ήταν ο πιο μικρός εξόριστος. Πέντε μηνών. Φτιάξανε και τη σκηνή. Πιο ψηλά χτίσανε ένα μέτρο και την έβαλαν πιο ψηλά και έφτιαξαν και κρεβατάκια. Όσοι διέθεταν λίγα χρήματα έκαναν την ζωή τους εκεί πιο καλή. Ήταν πολλοί. Εμείς οι φτωχοί είμασταν πιο χαμηλά και είμασταν και εμείς, πολλοί, που δεν είχαμε τίποτα.

Εκεί στο μοναστήρι κοντά είχε ένα σπίτι. Κατοικούσε μια γριά πολύ ψηλή. Φορούσε νησιώτικα ρούχα κι ότι κουβαλούσε βάρος, το κουβαλούσε στο κεφάλι. Εμείς ξέραμε ότι το φορτίο το φορτόνωντε στις πλάτες και μας φαινόταν παράξενο. Αλλά ήταν και κακιά, μας έβριζε. Απ’ έξω από το σπίτι ήταν ένα προαύλιο με καλντερίμι. Εκεί μας έδοναν το συσσύτιο, μας έβαζαν στη γραμμή με τις καραβάνες. Αυτές που ήταν στο μαγειρείο ήταν πιο τυχερές γιατί έγλυφαν και τα καζάνια.

Καμμιά φορά μας έδοναν και φρούτο, ότι φρούτο κι άν ήταν τόβαζαν κομούλια, κομούλια και στην γραμμή εμείς. Εγώ έπερνα και της μάννας μου. Μετρούσα τα κουμουλάκια. Μετρούσα και πόσοι ήταν πιο μπροστά από εμένα για να δω ήταν καλή η κουμουλίτσα μου. Αυτό γινόταν όταν μας είχαν φρούτα.

Τα ποδάρια μου από την ξυπολησιά και στο αντάρτικο και εδώ συνέχεια, από κάτω είχαν γίνει σαν πετσί, περπατούσα άνετα. Όταν ερχόταν ο Ταχυδρόμος σφύραγε. Εγώ πρώτη.

-Πού πας παιδάκι μου; μούλεγε η μάννα μου. Εμείς τους έχουμε χάσει όλους δεν έχουμε κανέναν να μας στείλει γράμμα. Μην τρέχεις άδικα.

Εγώ που να ακούσω. Πρώτη, αλλά γύριζα απογοητευμένη. Άρχισαν τα κορίτσια κι έκαναν μπάνιο στη θάλασσα. Εμένα δεν μ’ άφηνε η μάννα μου να μην πνιγώ έλεγε. Αλλά εκεί που φοβόμουν την θάλασσα όταν την πρωτόδα, τώρα είχα γίνει ψαράς. Είχε πάρα πολλά ψάρια. Είχα ένα σχοινάκι, έβαζα μπροστά ρέγγα, όταν μας έδοναν ρέγγα με τα πατζάρια. Εγώ την κρατούσα για δόλωμα. Έπιανα μεγάλα ψάρια κι είχαμε και το μεζεδάκι μας.

Η μάννα μου όλο χειροτερεύει η υγεία της. Ο γιατρός του στρατοπέδου είπε πρέπει να πάει σε νοσοκομείο. Τόπε στον διοικητή, κανονίστηκε να πάει στο Βόλο με το καΐκι που μας έφερνε τα τρόφιμα αλλά μόνη με συνοδεία στρατιώτες. Σκεφτείτε σε τι κατάσταση ήταν και να μην έχει ένα χέρι βοηθείας. Ήρθε το καΐκι, ειδοποίησαν να την πάμε. Την βάζουν οι κοπέλλες σε μια κουβέρτα σαν φορείο. Μπροστά το φορείο κουβέρτα, κοντά όλες οι κρατούμενες κι εγώ σκούζωντας ,

-Μαννούλα. Γύρνα πίσω, θα σε περιμένω και το ψωμί θα στο μαζεύω, δεν θα το τρώω.

Δεν ήξερα τι έλεγα. Μέχρι εκεί την πήγαμε εμείς. Είπε, «Ευχαριστώ γυναίκες, να προσέχετε το κορίτσι ώσπου νάρθω. Βασιλικούλα να το μαζεύεις μην πάει στην θάλασσα και πνιγεί».

Και έφυγε κλαίοντας. Εκεί που την πήγαν την έβαλαν σε ένα δωμάτιο μέσα. Εκεί είχαν κι έναν άντρα κρατούμενο πολύ άρρωστο. Για τουαλέτα τους είχαν ένα ντενεκέ στη μέση στο δωμάτιο. Είχε και μια καρέκλα. Στην καρέκλα είχε το σακκάκι του ο άνθρωπος κι έτσι κρύβονταν να κατουρίσουν γυρίζοντας την καρέκλα. Η σκοπιά απέξω. Σε μια βδομάδα ήρθε. Της είχαν κάνει κάτι πρόχειρο. Συνήλθε λίγο αλλά για λίγο έπρεπε να γίνει εγχείρηση.

Εκεί εξόριστες ήταν κάτι πολύ ωραίες κοπέλλες. Φορούσαν μακριά φορέματα Ήταν η μόδα είπαν. Μας είπαν ότι ήταν επιστήμονες. Τα βράδια τραγουδούσαν, την ημέρα διάβαζαν. Θυμάμαι το τραγούδι που έλεγαν. «Ένα καράβι απ’ τον Περαία, έχει σαλπάρει για μακριά». Εγώ τις κοιτούσα στα μάτια. Τις θαύμαζα. Ένα βράδυ κάτι ονειρεύτηκα και κατούρησα. Σηκωνόμαστε το πρωί, τί να δούμε, μούσκεμμα η μάννα μου. Η Παναγιού με μάλωσε. Εγώ στεναχωρέθηκα γιατί τόπιε το χώμα και φαινότανε. Δεν στέγνωνε και με κορόιδευαν οι φιλενάδες, κι ήταν και πιο μεγάλες. Πήρα και εγώ ένα κομμάτι χαρτί, κάθισα μια μέρα ολόκληρη και το στέγνωσα. «Ελάτε τώρα να δείτε» λέω, «τα μάτια σας σας γέλασαν».

Στο στρατόπεδο που ήταν οι άντρες, είχαν φτιάξει θέατρο σε μια κατηφόρα. Είχαν σκάψει γύρω γύρω για να κάθονται και κάτω ήταν που έπαιζαν. Με είχαν βάλει και σε μένα ένα ρόλο. Δεν θυμάμαι τι ρόλο και η χορωδία θα τραγουδούσε. Θα είμουν και γω. Κάναμε πρόβες. Έλεγαν ένα τραγούδι «Λομπαριανή». Όλη την ημέρα εγώ με λομπαριανή στο στόμα, μου έκανε εντύπωση η λέξη. «Πάψε περδικούλα μου» μούλεγε η μάννα μου, «με λήχρανες». Που εγώ, «Λομπαριανή το λέγανε». Συνέχεια. Κατηφορίζω στη θάλασσα κρυφά από την μάννα μου να κάνω μπάνιο. Πήγαιναν όλες οι κοπέλλες. Δεν με άφηνε να μπω στη θάλασσα να μην πνιγώ έλεγε. Δεν ήταν της μόδας τότε. Μπαίνω κι εγώ στη θάλασσα γιατί με κορόιδευαν οι άλλες. Είχα και το πηρούνι δεμένο σ’ ένα ξύλο και κάρφωνα χταπόδια. Είχε πάρα πολλά. Κάρφωσα κάνα δυο χταπόδια. Ήταν πολλά άλλα όσα δεν προλάβαινα, μου έκαναν το νερό μαύρο και μου’ φευγαν και αυτά που έπιανα τα έριχνα πάλι στη θάλασσα. Δεν τα τρώγαμε. Είπα και γω, θα κάνω μπάνιο.

Ευτυχώς που έκλινα τα μάτια. Με τσίμπησε μια σαλούφα στο πρόσωπο. Βάζω τις φωνές, μαζεύτηκαν οι γυναίκες και τόβλαζαν κομμάτια. Μου κατέβασε τα μούτρα. Με πήγαν στο αναρωτήριο. Πρίστηκαν τα μούτρα μου. Μαύρο και πρησμένο το κεφάλι, έγινε άλλο τόσο. Η μάννα μου έκλαιγε, εγώ πιο πολύ στενοχωριόμουνα που έχανα τη Λομπαριανή. Είχα το βάσανο μου. Έρχεται ο γιατρός, λέει στη μάννα μου «Σήκωσε τα ρούχα του να το ακροαστώ». Με κοιτάει πίσω πλάτες, λέει «Γύρνα και μπροστά». Εγώ τότε είχα αρχίσει να σχηματίζομαι στο στήθος. Λέω, τί λέει αυτός; Τώρα αγρίεψα, με γύρισε η μάννα μου, μόλις σηκώνει ο γιατρός το ρούχο του φέρνω ένα γερό σκαμπίλι, θα το θυμάται ακόμα. «Πάρτο το παλαβό κυρία μου, θα με σκοτώσει. Ό,τι θέλεις κάντο». Το κεφάλι καζάνι, μαύρο και πρισμένο με κάτι κομπρέσες. Πρακτικά με έκαναν καλά. Αλλά πέρασε καιρός, το θέατρο το έχασα.

Ρούχα, ό,τι φορούσαμε. Δεν είχαμε άλλα. Εμένα έλιωσε το φορεματάκι μου. Φορούσα και μαύρα συνέχεια, έλυωσε το μαύρο και φαινόταν η φανέλλα. Αυτή κράτησε γιατί ήταν πλεγμένη από μαλλί προβάτου. Χοντρή φανέλλα, γιατί είχα περάσει βρωχικά, έλεγε η μάννα μου. Με φωνάζουν οι κοπέλλες με τα μακριά φορέματα και μου έραψαν με τα χέρια ένα φορεματάκι μαύρο γιατί δεν ήθελα άλλο χρώμα. Είχα χάσει πατέρα και αδέλφια. Αλλά αυτή η φανέλλα όλο και φαινόταν, ήταν χοντρή. Τώρα παπούτσια δεν είχα. Μια ημέρα φωνάζει ο ξάδελφος απ’ το συρματόπλεγμα «Θειά, ορέ θειά, έλα εδωνά, πάρε αυτά τα κομμάτια το ψωμί, κάποιοι είναι άρρωστοι και δεν μπορούν να φάνε και τα μάζεψα να μπορλόσει αυτό το θηλυκό, και πάρε κι’ αυτά τα παπούτσια, της είναι μεγάλα, να τα φοράει. Ραγίζει η καρδιά μου άμα το βλέπω ξυπόλητο. Άρε μπάρμπα να ζούσες να δεις την κατάντια της φαμίλιας σου» και έκλαιγε. Τα παπούτσια ήταν αρβιλιά με γούνα μέσα. Ήταν και μεγάλα και μου ήρθαν κουτί. Εγώ καμάρι που φορούσα παπούτσια. Καμμιά φορά περδικλωνόμουνα ώσπου να τα συνηθίσω.

Τώρα στη θάλασσα δεν με άφηνε ούτε στην παραλία που εύρισκα γιαλιστερά κοχύλια. Δεν μου είχε εμπιστοσύνη. Για να δείτε ότι δεν λέω ψέμματα, να φορτωθώ το μικρό να το πάω και βόλτα. Κάθε μέρα αυτό γινόταν. Φορτωνόμουν το μικρό μας στην πλάτη με ένα σχοινί και πήγαινα τη βόλτα μου με καβαλιέρο. Η ζωή συνέχεια η ίδια. Πέρα απ’ το νησί δεν ξέραμε τίποτα τι γινόταν. Μετά από μερικούς μήνες, ήρθε ένα χαρτί στο διοικητή για να απολυθούν καμμιά εικοσαριά γυναίκες. Χαρά πήραμε όλοι. Ήρθε η μέρα, τις κατεβάσαμε όλοι στο μώλο να τις αποχαιρετήσουμε. Μόλις βλέπω εγώ το καράβι, πήγα γύρω-γύρω να το περιεργαστώ. Σε μια στιγμή τί να ακούσω! Μια φωνάρα να τραγουδάει. Θυμάμαι και το τραγούδι, έλεγε «Τι να σου πω σουλτάνα μου, μάννα μου ματζουράνα μου». Κοιτάω από δω, από κει, να μην βλέπω άνθρωπο. «Πρέπει να δω τί σόϊ γυναίκα είναι αυτή που τραγουδάει, πρέπει να είναι κι’ αυτή χοντρή και ψηλή για να βγαίνει η φωνάρα». Τρέχω στα κορίτσια που ήταν επιστήμων και τους λέω »

-Δεν την είδα αυτή που τραγουδάει, δεν φαίνεται πουθενά. Τότε με χάϊδεψαν και μου είπαν,

-Αυτό είναι ράδιο. Εκεί πρωτάκουσα ράδιο. Και μου εξήγησαν οι κοπέλλες. Μπήκαν στο καράβι οι ελεύθερες αφού πρώτα μας χαιρέτησαν με γέλια και με κλάμματα. Εμείς χειροκροτούσαμε που έφευγαν και μέχρι να απομακρυνθεί το καράβι, με μαντήλια χαιρετούσαμε. Το καράβι ήταν σαν αυτό που μας έφερε στο νησί. Βρωμοσαπιοκάραβο. Γυρίσαμε αμίλητες με την συνοδεία των φαντάρων πάντα. Αυτά έγιναν το κολομέρι.

 

Κάποια ημέρα του Οκτώβρη, ήρθε μια ειδοποίηση να πάει η μάννα μου στο διοικητή. Ήταν καλός άνθρωπος. Λέει στην μάννα μου,

-Μην φοβάσαι. Εμείς νομίσαμε πως θα μας έλεγε τίποτα για τον αδελφό μου που ήταν ακόμα στο αντάρτικο, μήπως τον έπιασαν, ήταν ζωντανός; Αλλά ήταν άλλο το νέο. Ήρθε αποφυλακιστήριο δικό μου χωρίς τη μάννα μου. Στεναχωρέθηκε και ο διοικητής. Λέει,

-Έχεις να πάει πουθενά το κορίτσι, δώδεκα χρονών;

-Δεν έχω να το στείλω πουθενά, θα μου το σκοτώσουν.

Ήρθε η μάννα μου, μας τόπε, βάζω τις φωνές, «Εγώ δεν πάω πουθενά» αλλά άδικος κόπος. Έπρεπε να φύγω. Πιο πολύ στενοχωριόμουν που θε να αφήσω το ανηψάκι μου. Είχα δεθεί μαζί του. Και την μάννα μου δεν είχα χωρίσει. Μου φαινόταν ότι θα χαθώ. Δεν είχα κι άδικο. Ήταν μια συντρόφισσα από το χωριό Καστέλια, λέει στη μάννα μου,

-Μην στεναχωριέσαι, να πάει το κορίτσι στο σπίτι μου, στο χωριό μου.

Δεν μπορούσα να πάω στο δικό μας, θα με σκότωναν.

-Γίνονται τώρα όλο συμφωνίες, να πας παιδάκι μου στο Καστέλι, κι’ αν σε μάθουν; Στη Λαμία έχω μια κουμπάρα. Με έχει στεφανώσει, την έχουμε διευκολύνει πολλές φορές, την έχουμε φιλοξενήσει όταν ζούσε ο πατέρας σου. Έχω μάθει πως έχει τον τρόπο της. Είναι πλούσια, είναι μαμή. Μένει Αριστείδου 9, στη Λαμία. Να πας εκεί, δεν νομίζω να αφήσει του Μακρυνιώτη το κορίτσι. Θα το μαζέψει, είσαι μικρό ακόμα παιδάκι μου.

Λεφτά δεν είχαμε. Μαζί με μένα απολυόταν η μάννα του Σωτηρόπουλου. …(Παρνασού) Ένα γελαστό παληκάρι από το χωριό μου Μαριολάτα, αντάρτης του ΔΣ     , και με ένα κοριτσάκι πιο μεγάλο από μένα από το χωριό Φουρνά Θεσσαλίας. Έπρεπε να φύγουμε με δικά μας έξοδα γιατί δεν είμασταν πολλές για να βάλουν καράβι. Θε να πάμε με το καΐκι στο Βόλο τσάμπα και από εκεί ας κόβαμε το λαιμό μας. Το καΐκι θα μας έφερνε τα τρόφιμα. Όλο το βράδυ που θε να φύγω την άλλη ημέρα, δεν κοιμηθήκαμε. Η μαννούλα μου έκλαιγε,

-Θα σε χάσω και σένα παιδάκι μου!

Για την αδελφή μου Ελένη, δεν ξέραμε τίποτα, ούτε για τον αδελφό μου Θανασάκη. Αν ζούσαν! Τώρα έχανε και εμένα.

-Κουράγιο Μάννα.

Ξημέρωσε, ήρθε η ώρα, μαζεύτηκαν πάλι οι γυναίκες να κατέβουμε στο καΐκι, εγώ κρατούσα το μικρό μας αγκαλιά κι’ έκλαιγα, έκλαιγε κι αυτό χωρίς να καταλαβαίνει. Για μια στιγμή δίνω το παιδί στη νύφη μου, τους αγκαλιάζω όλους και ανεβαίνουμε στο καΐκι.

-Γειά σας, καλή αντάμωση, είμαι μεγάλη ρε μάννα, μην στεναχωριέσαι, θα σου γράφω, τώρα να ρωτάς τον ταχυδρόμο!

Το καΐκι ξεκινάει, «Γειά σας».

Από δω και πέρα αρχίζει η χειρότερη ιστορία μου. Στο καΐκι δεν πληρώσαμε εισητήριο. Πήγαμε στο Βόλο. Το άλλο κορίτσι είχε έναν μπάρμπα στο Βόλο για να μείνει το βράδυ. Εγώ και η γριά δεν είχαμε που να πάμε, αλλά πριν χωρίσουμε λέει ο μπάρμπας που περίμενε,

-Για αύριο πρέπει να βγάλουμε εισητήρια για τη Στυλίδα, γιατί το καΐκι φεύγει πρωί.

Του κοριτσιού τόβγαλε ο μπάρμπας, εγώ δεν είχα, η γριά είχε ένα κομπόδεμα έβγαλε το δικό της. Λέει ο άνθρωπος,

-Βγάλε και του κοριτσιού και θα στα δόσει καμμιά φορά.

Η γριά ανένδοτη. Που να την έβλεπε ο γιός της που σκοτώθηκε για την αδικία και για τα ιδανικά του ΚΚΕ/ΔΣΕ. Εγώ να κλαίω. Λέω,

-Δεν μπορώ να πάω και με τα ποδάρια. Τί να κάνω;

Με λυπήθηκε ο Μπάρμπας και μούβγαλε και το δικό μου εισητήριο. Ήταν φτωχός ο άνθρωπος, τον ευχαριστώ. Μας πήρε στο σπίτι του να μείνουμε το βράδυ. Και τη γριά δεν την ήθελε γιαυτό που μούκανε. Την τιμώρησε για λίγο, μετά την πήραμε κι αυτή στο σπίτι.

Το πρωί για το ταξίδι χαιρετήσαμε τον μπάρμπα, μπήκαμε στο καΐκι και ξεκινάμε. Μεγάλη ταλαιπωρία, μας ταρακούνησε, κάναμε εμετούς, υποφέραμε πολύ, δεν είχαμε τίποτα να βάλουμε στο στόμα να στηλώσουμε το στομάχι μας να μην κάνουμε εμετούς. Είμασταν έρμαια. Είμασταν και άμαθοι από θάλασσα. Φτάσαμε ύστερα από πολλές ώρες ταλαιπωρίας στη Στυλίδα. Μας κατέβασαν σαν τα πουλάκια που βγαίνουν απ’ την φωλιά. Καθήσαμε αρκετή ώρα για να συνέλθουμε. Μετά ρωτήσαμε πως θα πάμε στη Λαμία. Μας έβαλαν κάτι άνθρωποι σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο και φτάσαμε στη Λαμία. Με την γριά χωρίσαμε. Του κοριτσιού το χωριό το είχαν εκτοπίσει. Τους είχαν στη Λαμία όλους. Ρωτήσαμε που τους έχουν και τους βρήκαμε. Τους είχανε σε κάτι παράγκες μεγάλες. Μένανε πολλοί μέσα. Βρήκαμε τους γονείς της, μας αγκάλιασαν, μας φιλούσαν, χάρηκε ο κόσμος για το παιδί τους. Λέω κι εγώ, μπας και με ήθελαν και εμένα εδώ, κάθησα κάνα δυο μέρες. Πέρασε ο ενθουσιασμός, έπρεπε να φύγω. Έφυγα τώρα. Πως βρέθηκα στο χωριό Καστέλι δεν το θυμάμαι. Μάλλον με κάνα φορτηγό. Πήγα στο σπίτι που μας είχε πει η Ματζοράνα, έτσι την έλεγαν την γυναίκα που είμασταν εξορία, ήταν ο άντρας της κι ένα κοριτσάκι σαν και εμένα. Με καλοδέχτηκε ο κόσμος. Με το κοριτσάκι παίζαμε μαζί, γράψαμε και στη μάννα μου. Το χωριό αυτό ήταν κοντά στο δικό μου. Δεν πρόλαβα να περάσει μια βδομάδα, μια ημέρα βλέπω τη γιαγιά μου. Ήρθε κρυφά. Μόλις την είδα έτρεξα στην αγκαλιά της.

-Γιαγιούλα μου, πού έμαθες γιαγιά ότι είμαι εδώ;

-Παιδάκι μου, τόμαθε ο Περικλής και ο Λεωνίδας, αυτοί ήταν που σκότωσαν τον Πατέρα μου, οι φονιάδες. Από την γριά ίσως μαθεύτηκε κι’ ας της είπαμε να μην πει για μένα. Ότι με απείλησαν, ίσως δεν το κατάλαβε. Τώρα, μου λέει η γιαγιά μου, να φύγεις από εδώ, θέλουν να ρθουν να σε σκοτώσουν.

Με χαιρέτησε η γιαγιά μου και έφυγε κρυφά όπως ήρθε, γιατί αν το μάθαιναν θα την ταλαιπωρούσαν. Ήδη το είχαν κάνει πολλές φορές και φοβόταν. Τώρα ο άνθρωπος που με φιλοξενούσε φοβόταν και είχε και δίκιο. Αυτοί ήταν αδίστακτοι. Φρόντισε και βρήκε έναν που είχε φορτηγό. Τραστούλια τον έλεγαν τον φορτηγατζή και με πήγε στη Λαμία κρυφά. Εκεί ψάχνω τώρα να βρω την οδό Αριστείδου 9 της μαμής. Βρίσκω το σπίτι, χτύπησα την πόρτα δυνατά για ν’ ακούσουν. Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και κουδούνια. Βγήκε έξω η μαμή βρίζοντας.

-Τί κάνεις θειά μαμή;

-Φύγε, δεν έχω να σου δόσω τίποτα. Όλη την ώρα αυτό γίνετε με τους διακοναρέους.

-Θειά μαμή, εγώ είμαι, της Μητρούλας της Μακρινιώτη η Σταμούλα.

-Ζείτε εσείς; Δεν σας σκότωσαν;

-Μας σκότωσαν, αλλά εγώ με την μάννα μου είμασταν εξορία. Εμένα με διώξαν, να το Απολυτήριο, κι’ η μάννα μου θειά μου είπε να ρθω στο σπίτι για να γλυτώσω, αλλοιώς θα με σκοτώσουν αν με βρουν αυτοί που σκότωσαν τον πατέρα μου.

-Τα θέλατε και τα πάθατε! Τέλως πάντων, κάτσε αυτού και θα το σκεφτώ.

Καθόμουνα σε μια γωνιά στην αυλή, πεινασμένο, φοβισμένο, έλεγα «αν με διώξει, πού θα πάω;» Κάθισα πολλές ώρες εκεί. Κάποια στιγμή βγήκε ένα κοριτσάκι σαν κι εμένα. Μούφερε μια παλιοβελέτζα, ένα τσίγκινο πιάτο βρώμικο κι ένα κουτάλι μισοκομμένο. Μου λέει το κοριτσάκι,

-Κι εγώ είμαι υπηρέτρια, αλλά κοιμάμαι μέσα στο σπίτι. Εσύ θα κάνεις της δουλειές που είναι βαριές και θα κοιμάσαι εδώ στο κατεβατό.

-Καλά είναι, είπα, ας είναι κι εδώ.

Εκεί ήταν το πλυσταριό. Άρχισε η δουλειά. Πολλές κυρίες μπαινόβγαιναν κι εγώ στο πλυσταριό συνέχεια να πλένω κάτι κουτάλες μεγάλες, όλο αίματα. Λέω στο κορίτσι,

-Τί είναι αυτά τα αίματα;

Μου λέει

-Αυτές οι κυρίες έρχονται και σκοτώνουν παιδάκια κρυφά. Μην πεις πουθενά αυτό, θα μας διώξουν. Σιχαινόμουνα, τί να κάνω; Μια ημέρα τη βδομάδα είχε πλύσιμο. Μάζευαν όλα τα ρούχα της οικογένειας και τα ματωμένα του χειρουργείου να τα πλύνω. Οι διαταγές έρχονταν μέσω του κοριτσιού. Μου λέει να ανάψω φωτιά στο καζάνι και ν’ αρχίσω να πλένω ένα βουνό ρούχα. Δώδεκα χρονών παιδάκι έπλενα απ’ το πρωί έως το βράδυ. Δεν καταδεχόταν να έρθει να δει, τα πλένω καθαρά; Εγώ μούσκεμα, ρουχαλάκια δεν είχα να αλλάξω, όταν στέγνωναν τα ρούχα μου κοκαλώναμε απάνω μου. Η κουβέρτα βελέτζα που σκεπαζόμουνα, την είχαν στρώσει και είχαν ρίξει κριθάρι, μου είπε το κορίτσι. Το στόμα μου ήταν γεμάτο σπυριά. Φαγούρα είχα πολύ. Τα χείλια μου με το μισό κουτάλι είχαν κοπεί στα άκρα κι έτρεχε αίμα. Το εσώρουχο δεν είχα να το αλλάξω. Δεν πλησιαζόμουνα. Άρχισα να βρωμάω. Δεν μούκοβε όταν έβαζα μπουγάδα να το πλύνω. Κρύωνα, είχε μπει καλά το φθινώπορο κι έτρεμα. Αυτή η γυναίκα δεν ήρθε μια φορά να δει τί κάνω. Έμαθα από το κορίτσι ότι ο άντρας της μαμής ήταν στα δικαστήρια. Ήταν ένας σοβαρός κύριος αλλά αδιάφορος για την δικιά μου κατάντια. Είχαν κάτι χωράφια και αμπέλια στον κάμπο κοντά στη Μίρμιγη. Μια μέρα βλέπω στην αυλή μισό τσουβάλι καρπό. Μου λέει ο κύριος,

-Έλα εσύ εδώ, πάρε την τριχιά.

Και με φορτώνουν τον καρπό. Εκείνος μπροστά με το ποδήλατο κι εγώ κοντά φορτωμένο να πάμε στο χωράφι. Στο ποδήλατο όταν πηγαίναμε, είχε ένα άδειο καλάθι, αρκετά μεγάλο. Αφού ξεφόρτωσα τον καρπό, ξεκουράστηκα. Είχε ένα ζευγάρι με ζώα και ώργωνε για να σπείρει το καρπό που πήγα. Μου λέει,

-Έλα εδώ, θα γεμίσουμε το καλάθι σταφύλια. Όταν γέμισε τίγκα, άντε να το φορτώσεις. Ήταν αρκετά βαριά και τα σταφύλια και ο καρπός για να με αχρηστεύσουν. Πως έφτασα στην Λαμία, με την γλώσσα έξω. Είχα εξαντληθεί, δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Κατουριόμουνα απ’ το βάρος. Να φάω δεν μπορούσα, τα χείλια κομμένα, η φαγούρα με είχε ξελιγώσει. Γράφω μια μέρα ένα γράμμα στη μάννα μου. Γράφω «Μάννα, άμα με ειδείς δεν θα με γνωρίσεις. Δεν είμαι καλά. Πες στον διοικητή άμα με θέλει να ρθω πάλι στο Τρίκερι, αλλοιώς θα πεθάνω». Το γράμμα το πήρε η μάννα μου, να κλαίει  «Αχ γιατί χαϊβανάκι μου: Τί τραβάς με την γύφτισσα!» Η καταγωγή της ήταν από γύφτους. Δεν έβγαινε τίποτα. Μια ημέρα με φωνάζει απ’ το πλυσταριό που είχα βάλει μπουγάδα.

-Έλα εδώ εσύ ανταρτόπουλο, μούκλεψες ένα 50άρικο.

-Εγώ θειά μαμή;

-Μη με λές έτσι, κυρία θα λες. Εσύ το πήρες.

-Εγώ το σπίτι μέσα δεν το ξέρω πως είναι, δεν έχω μπει μέσα, πού το βρήκα το 50άρι;

-Εσύ το πήρες, δεν το μαρτυράς έ; Αποφάγια δεν θα ξαναδείς, θα πεθάνεις σπυριάρα!

Εγώ να κλαίω.

-Κλαις! Δεν συγκινούμε, ξέρω τον τρόπο. Θα σε βάλουν σε μια ηλεκτρική καρέκλα και θα πεταχτούν τα μάτια σου έξω και τότε θα μαρτυρήσεις.

Εγώ να ουρλιάζω απ’ το φόβο. Της λέει ο Κύριος,

-Άστο, δεν το λυπάσαι; Αυτή να λέει,

-Την καρέκλα δεν θα την γλυτώσεις! Και θα μαρτυρήσει και θα το διώξω! Εγώ να με τρώει το βάσανο, τι σόϊ καρέκλα είναι αυτή που θα πεταχτούν τα μάτια. Εκεί που γίνονταν όλα αυτά, τί να δω; Βλέπω την γιαγιά μου. Λέω τώρα με βρήκανε, κι ‘αμα έρθουν εδώ, αυτή θα με προδόσει αλλά μπορεί και να μην με γνωρίσουν όπως έχω καταντήσει και την γλυτώσω.

-Παιδάκι μου, μέσα σε ένα μήνα που είσαι εδώ, δεν γνωρίζεσαι. Τί σπυριά είναι αυτά; Τό στόμα σου γιατί τρέχει αίμα; Δεν ντρέπεσαι μαρί; Λίγα έχεις δει απ’ την θυγατέρα μου; Δεν έχεις παιδιά, δεν είσαι μάννα σκύλα; Έλα εδώ παιδάκι μου.

-Γιατί ήρθες γιαγιά;

-Παιδάκι μου η μάννα σου, η Βασιλικούλα και η συμπεθέρα, τους έφεραν εδώ στη Λαμία για δικαστήριο, ή όπως το λένε, Στρατοδικείο. Και τώρα τους έχουν στο κρατητήριο. Ήρθαν και Μαριολακιότες μάρτυροι να τους κατηγορήσουν.

Εγώ τότε θυμήθηκα ότι ο κύριος ήταν στα δικαστήρια. Όταν βγήκε απ’ το σπίτι να πάει στη δουλειά του λέω,

-Κύριε, μπάρμπα, η μάννα μου και η νύφη μου, θα περάσουν δικαστήριο. Θα τους γλυτώσεις άμα μπορείς;

-Δόσμου τα ονόματα.

Τάδοσα. Ανάσανα λίγο. Λέω μήπως κάνει τίποτα αυτός. Η γιαγιά μου είχε λίγο ψωμάκι στο τράστο. Μου το έβρεξε και το έφαγα σιγά σιγά προσέχοντας να μην ματώσουν τα χείλια μου που είχαν κοπεί με το μισό κουτάλι που έτρωγα όταν μου έδινε λίγο φαγητό η σκύλα. Καλά την είπε και η γιαγιά μου.

-Πάμε παιδάκι μου να δούμε την μάννα σου.

-Γιαγιά, λέω, άμα με δει έτσι η μάννα μου θα ουρλιάζει. Θα με γνωρίσει άραγες το μικρό μας;

Δεν μπορέσαμε να τους δούμε, λέμε «αύριο στο δικαστήριο». Το πρωί μόλις ξημέρωσε, εμείς με την γιαγιά απέξω απ’ το δικαστήριο. Βλέπω χωριανούς που ήρθαν να κατηγορήσουν, για υπεράσπιση κανείς, δικηγόρος ούτε για συζήτηση. Λένε όταν με είδαν,

-Ρε τοίρα η σπορά του Μακρυνιώτη πως κατάντησε, δεν μπορέσαμε να τους ξεσπορίσουμε.

-Να χαθείτε κοπρόσκυλα, τους λέει η γιαγιά μου, όλοι έχετε φάει απ’ του Μακρυνιώτη τα χέρια, αλλά θα το πληρωθείτε.

Καμμιά φορά φτάνουν το κλειστό αυτοκίνητο της χωροφυλακής με πολλούς χωροφυλάκους, συνοδεία τις κρατούμενες και τον μικρό αντάρτη. Η μαννούλα μου, η θειά Μαριώ, η Βασιλικούλα μόλις με είδαν, άνοιξαν το στόμα αλλά δεν πρόλαβαν να πουν κουβέντα. Τους έσπρωξαν οι χωροφύλακες. Η μάννα μου έκλαιγε για μένα. Δεν φοβόταν το δικαστήριο, είχε ψηθεί το παιδάκι, δεν καθόταν στο εδώλιο ήσυχα και μου τόδοσαν. Το τί παιχνίδια κάναμε γύρω στο δικαστήριο, όσα μας είχαν λείψει. Εκεί πρωτοπερπάτησε, στα δικαστήρια Λαμίας. Εγώ απ’ τη χαρά μου που είχα το μικρό, ξεχάστηκα. Φώναζα απέξω, του έλεγα «τώρα θα σε πιάσω» κι αυτό πρωτοπερπάτησε και του ρχόταν χαρά. Έρχεται η γιαγιά μου και μου λέει,

-Μαρί γελάς; Την μάννα σου θα την σκοτώσουν, λένε οι ψευτομάρτυρες ότι είχαν όπλα και σκότωναν κόσμο. Είναι αλήθεια παιδάκι μου εκεί στο αντάρτικο, αυτά κάνατε; Πωπώ! μούπε ο μπάρμπας σου, αν έχετε λεφτά απ’ το αντάρτικο, να τα πάρει ο μπάρμπας μην τα πάρουν οι ξένοι. Αμέσως αγρίεψα, μεγάλωσα απότομα, της λέω

-Γιαγιά, εσύ τα λες αυτά; Τότε οι φονιάδες τί θα πουν; Να σηκωθείς να φύγεις γρήγορα.

-Παιδάκι μου, μην κάνεις έτσι.

-Εμείς γιαγιά δόσαμε ότι καλύτερο είχαμε, τους σκοτωμένους. Δεν ξέρουμε αν ζει ο Θανασούλας μας ή η Ελένη μας. Μας τα πήραν όλα, πεινάμε και λες για λεφτά. Οι αντάρτες δεν μοίραζαν λεφτά, ο σκοπός τους ήταν Ελευθερία και καλύτερες μέρες στον κόσμο.

Το στρατοδικείο, δεν θυμάμαι, δυο ημέρες συνέχεια, μια ημέρα τελείωσε. Δεν θυμάμαι. Εκείνο που θυμάμαι, ο άνθρωπος αυτός που ήταν δικαστικός, αθώωσε τη μάννα μου και την νύφη μου, ενώ τη θειά Μαριώ, την μάννα της νύφης μου, αυτή την ανεκτίμητη γυναίκα τη δικάσαν 15 χρόνια φυλακή.

Βλέπεις το μέσον που είχα δεν έφτασε για τη Μαριγώ Κορδά, την ηρωίδα.

Βουβαθήκαμε όταν το ακούσαμε. Πήγα κοντά στον κύριο, του λέω,

-Η θειά η Μαριώ, γιατί τόσα χρόνια; Είναι καλή γυναίκα.

-Δεν έμεινες ευχαριστημένη;

Τότε λέω ας μην μιλάω, μην θυμώσει και τους δικάσει πάλι. Δεν ήξερα τους νόμους. Τελιώσαν, αγκαλιάσαμε τη θειά Μαριώ με κλάμματα.

-Τί κλαίτε; Για σας είναι χειρότερα, μας είπε, από εδώ και πέρα που θα ακουμπίσετε. Εγώ, λέει, δεν στεναχωριέμαι για μένα. Αν ακούσετε για την Κούλα κάτι, αν ζει, να μου γράψετε, όπου με παν θα το ξέρετε.

Η Κούλα, η Αγγελική, ήταν η άλλη αδελφή της νύφης μου, που έμεινε μάχιμη, που γράφω στην αρχή. Τη θειά Μαριώ την πήγαν στις φυλακές της Πάτρας και τέλος το 49, έπιασαν την Αγγελική μετά από μεγάλα μαρτύρια έτυχε να την πάνε στις φυλακές της Πάτρας και αντάμωσαν.

Τέλειωσε το στρατοδικείο, θα γράψω λίγα για τη νύφη μου. Πήρε το μικρό, τί να το ταΐσει, που να πάει, σκέφτηκε να πάει στο χωριό. Εκεί ήταν ο παππούς Ζαβούλας. Είπε,

-Θα πάω στον παππούλη μου, δεν πιστεύω να με διώξουν. Για τον αδελφό μου δεν είχαμε μάθει αν ζούσε. Έλεγε μήπως γυρίσει και ο Θανασάκης. Έφτασε ξυπόλητη μες τα χιόνια με το παιδί στα χέρια καμιά φορά στο χωριό. Βρήκε τον παππού, τον είχαν πάρει κάτι συγγενείς. Με το καλό τούλεγαν ότι τα παιδιά δεν θα γυρίσουν και του είχαν πάρει τα χωράφια, αλλά ποιός ασχολιόταν τότε με χωράφια; Μόλις αντάμωσαν χάρηκε ο παππούς.

-Ήρθες πουλάκι μου, έλεγε του παιδιού. Δεν το πίστευε ο γέρος. Πές μου Βασίλου μ’, ζει ο Θανασούλας μ’, η μάννα σου η Κούλα, η Δημητρούλα, το κορίτσι; Δεν πρόλαβαν να τα πουν, άρχισε το κυνήγι να φύγει απ’ το χωριό. Τη στέλνουν στο βουνό με τον παππού στα χιόνια, να φωνάξουν τον αδελφό μου να παρουσιαστεί. Τους παίδευαν να φωνάζαν μες τα χιόνια στον Παρνασσό «Θανασούλα, Θανασούλα». Μάταια, ο Θανασούλας είχε σκοτωθεί στα Άγραφα με τον Διαμαντή. Τότε πήγαν οι Μάηδες και οι χωροφύλακες, την πήραν με το παιδί, κοντά και ο παππούς. Την βάζουν στο κρατητήριο στη Γραβιά. Ο παππούς απέξω.

-Που είσαι πουλάκι μ’, ακόμα δεν σε χόρτασα, έκλαιγε ο κακομοίρης. Η νύφη μου ήταν πολύ ωραία κοπέλα. Καλλονή. Όλα τα καθάρματα που την έβλεπαν, νόμιζαν ότι θα την πλησίαζαν πονηρά. Αλλά η νύφη μου ήταν πολύ αξιοπρεπής κοπέλα. Σοβαρή και κουμουνίστρια, προτιμούσε αν ήταν τρόπος να τους σκοτώσει όλους. Το κρατητήριο ήταν δίπλα στου μπάρμπα Θύμιου του Λαλά, το σπίτι. Το παιδάκι νηστικό, όσο για τη μάννα είχε ημέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα της. Τα μεσάνυχτα στο κρατητήριο, ένας χωροφύλακας την ενοχλούσε. Είχε άσχημες διαθέσεις. Τότε η νύφη μου, θόλωσε το μυαλό της, αδειάζει το πετρέλαιο της λάμπας σε ένα ντενεκέ και του δίνει του παιδιού. Το παιδί νόμισε ότι είναι γάλα και το ήπιε λαίμαργα. Το παιδί μελάνιασε, πήγε να σκάσει. Βάζει τις φωνές,

-Τρέξτε, φαρμάκωσαν το παιδί μου, βοήθεια, βοήθεια.

Πήγε ο μπάρμπα Θύμιος από δίπλα, τρόμαξαν να συνεφέρουν το παιδί. Από τρίχα γλύτωσε. Ήταν άδειο το στομάχι του, δεν μπορούσε να πάρει αναπνοή. Η νύφη μου έλεγε,

-Αυτός, αυτός ήθελε να το φαρμακώσει.

Αυτός της έκανε νόημα ότι «Δεν θα την γλυτώσεις, θα σε σκοτώσω». Αλλά μόνη της έδοσε το πετρέλαιο στο παιδί. Δεν είχε άλλο τρόπο να γλυτώσει. Την υπόλοιπη νύχτα την πήρε ο μπάρμπα Θύμιος. Είπε στον διοικητή και την πήρε στο σπίτι. Συνήρθε το παιδάκι, έφαγαν κάτι, ζεστάθηκαν, κι’ όταν ξημέρωσε, την άφησαν ελεύθερη. Τον χωροφύλακα τον μετάθεσαν μακριά. Πήρε το μικρό, τον παππού που είχε κατατρομάξει, δεν ήξερε τι έγινε, άκουγε το παιδί που ούρλιαζε και ούρλιαζε κι αυτός απέξω, και πήγαν στο χωριό της νύφης μου, στο χωριό Ελαιώνα ‘Αμφισσας. Και εκεί την ίδια αντιμετώπιση είχε. Φεύγει και από εκεί, πήγε στην ‘Αμφισσα κι έδινε παρών στην αστυνομία. Την σύστησε κάποιος στον νομάρχη, πήγε υπηρέτρια για λίγο φαγάκι και κάπου να μένουν το παιδί και ο παππούς κι η νύφη μου. Όλες οι γυναίκες του κόσμου να ενωθούν, μια Βασιλικούλα δεν κάνουν. Σε αγαπώ Βασιλικούλα!

Εγώ και η μάννα μου πήγαμε στο σπίτι της μαμής και είδε τη μάννα μου, την αγριοκοίταξε και της λέει,

-Τί κατάλαβες κατσιαμπλού που σκότωσες τόσο κόσμο;

-Ντροπή σου, της είπε η μάννα μου, που πιστεύεις εσύ αυτά τα πράγματα, που μας ήξερες απ’ την καλή τι ανθρώποι είμασταν και αν μπορούσαμε να σκοτώσουμε εμείς. Άλλοι είναι αυτοί που σκοτώνουν, σαν κι εσένα, που σούστειλα ένα παιδάκι 12 χρονών και τούκανες τα μαρτύρια, που δεν θυμήθηκες τίποτα. Εγώ σε γλύτωσα απ’ την φυλακή. Τα ξέχασες;

-Να σηκωθείτε να φύγετε αμέσως.

Της είπε η μάννα μου,

-Θα έρθει ο άντρας σου να τον ευχαριστήσω, γιατί δεν πίστεψε αυτά που με κατηγορούσαν προδότες σαν κι εσένα και θα φύγω, να είσαι σίγουρη γύφτισα, που είχες χορτάσει του κόσμου τα καλά στο σπίτι μου και δεν το εκτίμησες

Ήρθε ο κύριος, του είπε η μάννα «Ευχαριστώ για το καλό που μούκανες σε μένα και στη νύφη μου, που πίστεψες σε μας ότι είμασταν αθώοι. Γειά σας και πάλι σας ευχαριστώ».

Με πήρε και βγήκαμε στο δρόμο.

-Πού να πάμε πουλάκι μου; Λεφτά δεν έχουμε, τί κάνουμε; Ούτε ταυτότητα, μόνο το απολυτήριο απ’ το στρατοδικείο η μάννα μου και εγώ απ’ την εξορία. Όπου να πηγαίναμε θα μας έπιαναν, σκέφτηκε η μάννα μου,

-Λες να πάμε παιδάκι μου στο Θύμιο; Ήταν χωριανός μας και στρατιωτικός κι έμενε στην Λαμία.

-Ρε μάννα αυτόν τον έφτυσα όταν μας έπιασαν και μας πέρασαν από όλες τις πλατείες στην Λαμία, λες να με γνώρισε; Αλλά αυτός μας έφτυσε πρώτος.

-Πάμε, δεν έχουμε άλλη λύση. Πήγαμε, μας δέχθηκε με ψυχρότητα. Μας λέει,

-Λυπάμαι για την κατάντια σας.

-Μην λυπάσαι Θύμιο. Άλλους να λυπάσαι. Αν μπορείς να μας εξυπηρετήσεις, έχει καλώς. Εμείς αυτοί είμαστε, δεν αλλάζουμε.

Τελικά μας έφτιαξε το φύλλο πορείας λεγόταν. Έκανε χρέη ταυτότητας. Τώρα που να πάμε, τι να φάμε. Στο χωριό ούτε συζήτηση, θα μας σκότωναν. Γυρίζαμε σαν την άδικη κατάρα. Βράδιασε. Βρίσκουμε μια μάντρα, παλιόσπιτο, μαζευτήκαμε κουβάρι γιατί κρυώναμε κι όλη τη νύχτα κλαίγαμε. Για λίγο πήρε ο ύπνος την μάννα μου και όταν ξύπνησε μου λέει,

-Παιδάκι μου, είδα ένα όνειρο, ζωντανό. Ήρθε η Αγία Παρασκευή, σαν να την βλέπω, με χάιδεψε στη πλάτη και μου λέει «μην κλαις και οδύρεσαι. Εγώ σε προστατεύω, θα σου δόσω και άλογο να πας καβάλα».

Πήρα θάρρος.

-Άει ρε μάννα, τόσα περάσαμε, πού ήταν η Αγία Παρασκευή;

-Μην βλαστημάς παιδάκι μου, έκανε το σταυρό της. Χίλιες δόξες Κύριε! Ξημέρωσε και ξεκινήσαμε. Γυρίζαμε μες στη Λαμία. Η μάννα μου μούλεγε συνέχεια το όνειρο.

-Μην κλαις και οδύρεσαι, μούπε η Αγία Παρασκευή. Παιδάκι μου έχω απαντοχή.

Για μια στιγμή βλέπουμε ένα παλληκάρι να τρέχει προς το δρόμο μας. Μας αγκάλιασε, μας φίλαγε,

-Θειά Μητρούλα, Σταματάκι μου, ζείτε για ονειρεύομαι; Είχα μάθει ότι σας σκότωσαν. Ο Θανασούλας ζει;

-Κώστα μου, τί κάνεις; Είσαι καλά εσύ;

-Καλά θειά, άσε με εμένα, πέσμου τα δικά σας. Έχετε φάει τίποτα; Πάμε να φάτε.

-Για την Σταμούλα πάρε κάνα κουλουράκι παιδί μου. Κώστα μου, σαν να βλέπω το Θανασούλα μου  τώρα που σε βλέπω.

-Πάντα περήφανη θειά. Εγώ έχω φάει τόσα καλούδια στο σπίτι σου. Θυμάσαι θειά;

Ο Κώστας ήταν απ’ το χωριό Καστέλι, ήταν σιδηρουργός. Ο αδελφός μου είχε και αυτός σιδεράδικο. Στο χωριό δούλευε καλά. Το παιδί δεν είχε δουλειά, στο χωριό του είχε και άλλα σιδεράδικα. Ήρθε στο χωριό μας, βρήκε τον αδελφό μου, του είπε ποιός είναι. Δεν γνωρίζονταν κι ότι δεν έχει δουλειά και πως ήταν πολύ φτωχός και είχε ανάγκη να δουλέψει. Του λέει ο αδελφός μου,

-Κώστα εγώ θα σου στείλω πελάτες να ανοίξεις το μαγαζί.

Αγκαλιαστήκανε τα δυο παληκάρια, λέει ο Κώστας.

-Θανασάκη θα σε έχω σαν αδελφό μου.

Τα σιδεράδικα δούλευαν και τα δύο. Αλλά δεν κράτησε και πολύ γιατί ο αδελφός μου πήγε στο αντάρτικο. Μετά από λίγο καιρό πήγαμε και εμείς στο αντάρτικο. Το χωριό άδειασε, έφυγε και ο Κώστας. Και να που βρεθήκαμε τώρα.

-Πού θα πάτε θειά Μητρούλα τώρα;

-Λέω να πάμε στην Αθήνα Κώστα μου, μήπως και γλυτώσουμε, αλλά δεν έχουμε εισιτήρια. Κι’ άρχισε να κλαίει, έκλεγε και ο Κώστας, έκλεγα και εγώ.

-Ας όψονται αυτοί θειά που σας κατάντησαν έτσι. Εγώ ρε θειά γιατί είμαι εδώ; Να πάρε μια λίρα τώρα, δεν έχω άλλα. Θα κονομίσω και θα σας δόσω κι άλλα.

Πήγαμε πήραμε λίγο ψωμάκι, έφυγε ο Κώστας. Χίλιες ευχές τούδοσε η μάννα μου.

-Είδες το όνειρο Σταματάκη μου, κι άλογο θα σου δόσω να πάς καβάλα, είπε η Αγία Παρασκευή.

Ρωτήσαμε που είναι το πρακτορείο για Αθήνα. Όλο δυσκολίες βρίσκαμε που δεν είχαμε ταυτότητες και βλέπανε τα αποφυλακιστήρια. Κι έτσι χάσαμε τον Κώστα, δεν ξαναπήγαμε να βρεθούμε να μην τον επιβαρύνουμε άλλο. Φύγαμε για Αθήνα. Εκεί αρχίζουν νέα μαρτύρια.

Όπως γράφω στην αρχή, ο πατέρας μου είχε πεθάνει. Η πρώτη γυναίκα του είχε 4 παιδιά. Κρυστάλλω, Σταυρούλα, Θανάση κι η Ελένη, νεογέννητο τότε. Παντρεύτηκε την μάννα μου. Είχε πεθάνει ο πρώτος της άντρας και είχε δύο παιδιά, τον Γιάννη και τον Θανάση. Μετά από λίγο καιρό γεννήθηκα και εγώ. Είμασταν μια πολυμελή οικογένεια, με λίγες χαρές και πολλές λύπες. Τώρα για να ξεχωρίσω τους Θανάσηδες, ο ένας σκοτώθηκε στο αντάρτικο, ο Αρβανίτης, της μάνας μου ο γιός. Ο άλλος Θανάσης, ο Μακρυνιώτης, όλο τον καιρό που εμείς τραβούσαμε τα μαρτύρια, αυτός ήταν στο στρατό, είχε παντρευτεί με μια κοπέλα από την Κοκκινιά. Γνωρίστηκαν το 41 στο χωριό. Ήταν μοδίστρα και έμενε στο σπίτι μας, ωραία κοπέλλα. Όταν μας κάψαν το σπίτι μέναμε μαζί. Οι Ιταλοί την είδαν και κατάλαβαν πως είναι ξένη και την βοήθησαν και γλύτωσε όλα τα πράγματά της. Μετά έφυγε για την Κοκκινιά στους δικούς της. Ήταν καλός κόσμος οι γονείς της. Τους ξέραμε γιατί έμειναν πολύ καιρό στο σπίτι μας το 41.

Έτσι τώρα εμείς παίρνουμε την πόστα για Αθήνα. Μέσα στο τραίνο ρωτήσαμε για να πάμε στην Κοκκινιά, που να κατεβούμε. Μας είπαν στην Λεύκα να κατεβούμε, έτσι και έγινε. Κατεβήκαμε, παίρνουμε το δρόμο ρωτώντας με τα πόδια σιγά και ρωτώντας. Καμιά φορά το βρήκαμε. Μόλις μας είδαν χάρηκαν που γλυτώσαμε. Ρωτήσαμε για την Ελένη, μας είπαν πως είναι φυλακή στο Αβέρωφ. Τους είπαμε τα δικά μας. Στεναχωρέθηκαν. Λέει η συμπεθέρα,

-Θα μείνετε στο σπίτι εδώ.

Ήταν μεγάλη οικογένεια.

-Που να χωρέσουμε συμπεθέρα, είναι μικρό το σπίτι, έχετε και την οικογένεια του Θανάση.

-Δεν θέλω κουβέντα, όλοι οι καλοί χωράνε.

Του αδελφού μου και της νύφης μου δεν τους καλοφάνηκε. Ίσως είχαν δίκιο. Η συμπεθέρα τους κατάλαβε και λέει,

-Αν κανείς έχει αντίρρηση να μας το πει.

Καθίσαμε λίγες ημέρες, η γκρίνια άρχισε έντονα. Εμένα δεν με έπερναν για δουλειά, ούτε να τυλίγω καραμέλες, ήμουν μικρή, η μάννα μου είχε το πρόβλημά της, τίνος να το πει. Μια μέρα λέει η Άρτεμις η νύφη μου,

-Θα πάω στο Αβέρωφ, στην Ελένη.

-Πάρε με και εμένα να δω την αδελφή μου.

-Άει παιδάκι μου να δεις το κορίτσι, εγώ το αντάμωσα όταν μας πέρασαν απ’ το Αβέρωφ. Μείναμε δυο ημέρες με το Λενάκι μου, μούκανε και μπάνιο, όλες οι γυναίκες με περιποιήθηκαν.

Τότε μου είπε ότι την έπιασαν την Μεγάλη Παρασκευή το 48 και εμάς μας έπιασαν την Μεγάλη Πέμπτη, γι’ αυτό οι Χριστιανοί μιμήθηκαν τα πάθη του Χριστού σε εμάς. Ζητάω ένα πορτοκάλι από την συμπεθέρα να μην πάω με άδεια τα χέρια στη φυλακή. Ξεκινάμε με την Άρτεμις. Μπροστά εκείνη, τρέχοντας εγώ σαν το σκυλάκι πίσω με το πορτοκάλι στα χέρια. Πήραμε την συγκοινωνία και πήγαμε. Στη φυλακή ειδοποίησαν ποιοί έχουν επισκεπτήριο. Λένε όποιος έχει δέμα να το δώσει τώρα με το όνομα απάνω και τα έπαιρναν μέσα στη φυλακή. Εγώ που να γράψω όνομα στο πορτοκάλι. Τόδωσα κι’ εγώ με τα άλλα δέματα. Γέλασε αυτός που το πήρε.

-Να το δόσεις στην αδελφή μου, Ελένη την λένε, του είπα.

Άρχισε το επισκεπτήριο.

-Ποιές είναι για τη Μακρυνιώτη;

Σηκωθήκαμε, έτρεξα εγώ, βλέπω την Ελένη μέσα από κάτι σύρματα, άρχισα τα κλάματα. Έκλεγε και αυτή. Τι να πρωτοπούμε. Μουγγαθήκαμε και τα δυο μόνο κλαίγαμε. Της είπα μόνο,

-Σούφερα ένα πορτοκάλι, να το πάρεις να το φας. Δεν είχα τίποτα άλλο, ακούς;

Φύγαμε, πήγαμε στο σπίτι. Ο αδελφός μου ήταν φαντάρος. Όταν ερχόταν και μας έβλεπε εκεί, στενοχωριόταν. Ήθελε να φύγουμε. Κανονίζουν με ένα συγγενή τους να με παν υπηρέτρια στον Πειραιά, σε μια κυρία. Ο άντρας της ταξίδευε. Είχε δυο παιδάκια, ήταν νέα και καλή. Περνούσα καλά, μου πήρε ρουχαλάκια. Στο τραπέζι τρώγαμε μαζί. Φορούσα και μακριά ρόμπα, έκανα δουλίτσες μαζί με την κυρία. Περνούσα καλά. Μέσα στο σερβάν είχε ένα κουτί με σοκολατάκια. Εγώ κάθε ημέρα έπαιρνα κι ένα σοκολατάκι κρυφά. Η κυρία το κατάλαβε αλλά από καλοσύνη δεν μούλεγε τίποτα. Μια μέρα ήταν το τελευταίο. Μόλις κάνω να το πάρω με είδε η κυρία αλλά έκανε πως δεν το πρόσεξε. Εγώ ντροπιάστηκα. Αν μούλεγε κάτι και με μάλωνε ίσως ήταν καλύτερα. Αλλά δεν μίλησε. Έτσι σκέφτηκα να φύγω. Ντρεπόμουν να μείνω άλλο.

Πού να πάω; Για την μάννα μου δεν ήξερα τίποτα. Λεφτά δεν είχα, πώς να φύγω; Βγαίνω έξω απ’ το σπίτι με τη μακριά ρόμπα κι όπου φύγει. Γύριζα στον Πειραιά. Πήγα κοντά σε έναν κύριο. Του λέω,

-Μπάρμπα, από που πάει ο δρόμος για την Κοκκινιά;

-Να σου δείξω που είναι το λεωφορείο, μου λέει.

-Δεν έχω λεφτά μπάρμπα.

Τότε μούδωσε 1 δραχμή. Μου λέει,

-Άντε στο περίπτερο να στο χαλάσει. Κράτα 6 λεπτά, τόσο έκανε το εισιτήριο, και τα 4 λεπτά να μου τα φέρεις.

Του τα έδωσα, του είπα ευχαριστώ. Με πήγε στο λεωφορείο και έφυγα. Πήγα στο τέρμα, στον Άγιο Νικόλαο. Πιο πάνω ήταν το σπίτι. Την μάννα μου δεν την βρήκα. Την είχαν διώξει. Γύριζε και ζητούσε κάπου να μείνει. Πότε κοιμόταν σε εκκλησίες, σε γκαράζ κάτω από αυτοκίνητα, την είδαν δυο κοπέλες και την λυπήθηκαν. Την πήραν στο σπίτι κρυφά γιατί έπρεπε να πάρεις άδεια από την αστυνομία. Την έπλυναν οι κοπέλες, της έδωσαν και ρούχα, φόρεσε καθαρά και γερά. Τα δικά της είχαν λιώσει. Έφαγε καλά, την έβαλαν να κοιμηθεί. Δεν πρόλαβε να κοιμηθεί σε ζεστά ρούχα, έρχεται ο αδελφός των κοριτσιών. Μόλις την βλέπει, βάζει τις φωνές.

-Ποιά είναι αυτή; Να φύγει αμέσως.

Τα κορίτσια να επιμένουν. Τίποτα αυτός.

-Να φύγει!

Έφυγε η μανούλα μου. Πάλι στο δρόμο. Πήγε σε ένα παλιόσπιτο και ξημέρωσε σε μια γωνίτσα. Πάω εγώ στο σπίτι. Η συμπεθέρα που ήταν καλή, έλειπε. Ήταν και ο Θανάσης εκεί. Ποιός να με πρωτοδείρει. Πρώτον που θε να μείνω και δεύτερον τους ντρόπιασα στην κυρία που έφυγα. Μου έλεγαν να ξαναπάω. Εγώ δεν πήγαινα, με έδιωχναν και ούρλιαζαν. Ήθελα να πάω να πνιγώ στη θάλασσα. Ήρθε η συμπεθέρα, τους λέει,

-Δεν ντρέπεστε, τί το κάνετε έτσι; Μικρό παιδί είναι. Ήρθαν εδώ να ριζώσουν. Την συμπεθέρα την διώξατε, άρρωστη γυναίκα. Τώρα θα τρελάνετε και το μικρό; Εμείς όλοι το 41 στο σπίτι του Μακρυνιώτη τη βγάλαμε και δεν καταλάβαμε πείνα.

Όλα αυτά τα λέγανε δυνατά κι εγώ τσίριζα. Η μάννα μου γύριζε, πέρασε απέξω, άκουσε την φωνή μου και μπήκε μέσα. Μόλις με είδε με αγκάλιασε και κλαίγαμε μαζί. Μας κράτησε λίγες μέρες η συμπεθέρα. Μια ημέρα ήρθε η κυρία να με πάρει πίσω. Μου λέει,

-Εγώ θα σου παίρνω σοκολατάκια να τρως.

Δεν πήγα, ντρεπόμουν. Στείλανε ένα χαρτί στον Θανάση, έλεγε ότι η Ελένη θα περάσει δικαστήριο. Έπρεπε να βάλουμε δικηγόρο. Με τί λεφτά; Λέει η μάννα μου.

-Να πάμε παιδάκι μου στο χωριό να πουλήσουμε κάνα χωράφι να τον πληρώσουμε.

Η κυρία μούχε δόσει λίγα χρήματα. Για τα εισητήρια έφταναν. Αλλά πως θε να ξεμυτίσουμε στο χωριό; Κι όμως εμείς πήγαμε στο τραίνο και φύγαμε. Φτάσαμε στον Μπράλλο, κατεβαίνουμε. Δεν ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Εκεί ήταν το μισό χωριό μας. Είχαν φύγει, φοβόντουσαν τους αντάρτες και πήγαν κοντά στους Μάηδες. Ήταν όλοι ίδιοι. Αμέσως τόμαθαν όλοι. Έρχεται ένας πρώτος ξάδελφος της μάνας μου μας λέει,

-Πού ήρθατε στο στόμα του λύκου; Θα σας σκοτώσουν. Όλοι φοβερίζουν.

-Ήρθαμε να πουλήσουμε κάνα χωράφι. Χρειαζόμαστε λεφτά.

-Από δω να φύγετε. Πηγαίνετε στο Δαδί.

Πήραμε το τραίνο και στο Δαδί. Εκεί ήταν χειρότερα. Στον Μπράλο ήταν ο Λεωνίδας, ο φονιάς του πατέρα και στο Δαδί ήταν ο Περικλής με το γιό του, χειρότερα. Ήταν και στο Δαδί χωριανοί μας. Πάλι κανένας δεν μας ήθελε. Φοβόντουσαν να μας πλησιάσουν. Τόμαθε ο Περικλής με τον γιό του και έψαχναν λυσσασμένοι να μας καθαρίσουν έλεγαν. Μας είδαν και μας κυνηγούσαν. Τότε επενέβει η χωροφυλακή. Μας πήραν και μας έκλεισαν στο κρατητήριο για να μας γλυτώσουν. Είχε ένα χιόνι, το θυμάμαι, μισό μέτρο. Παγώσαμε. Ήταν κι απ’ τον φόβο. Εκεί στο κρατητήριο ήταν κάπου 15 άτομα κρατούμενοι. Τους είχαν σακατέψει στο ξύλο, όλο βογκούσαν. Εγώ είχα πάθει φοβία και φώναζα. Η μάννα μου με χτυπούσε,

-Πάψε παλαβό.

Με μάλωναν και οι άλλοι. Εγώ το ίδιο. Έκλαιγα, γελούσα, φώναζα. Είπαν μήπως και θέλω γιατρό. Ήρθε ο γιατρός, λέει στους χωροφύλακες,

-Η γυναίκα αυτή θέλει νοσοκομείο και το κορίτσι θέλει να ηρεμήσει.

Είπαν οι χωροφύλακες,

-Εμείς τους πήραμε εδώ να μην τους σκοτώσουν. Δεν είναι κρατούμενοι. Μπορούν να φύγουν.

Δεν είχαμε ταυτότητα. Πήγε ένας ξάδελφος μου, ο Κώστας, πήγαινε στο γυμνάσιο τότε, μας έφτιαξε ταυτότητες, μας πήραν οι χωροφύλακες, μας συνόδεψαν στο σταθμό για προφύλαξη από τον Περικλή. Πήραμε την πόστα για Πειραιά. Πάλι απ’ την αρχή. Πήγαμε στην Κοκκινιά. Ταλαιπωρημένοι, χωρίς λεφτά. Μόλις μας είδε η νύφη μου μας έδιωξε.

-Εδώ δεν χωράτε, μας είπαν, οριστικά να φύγετε!

Πιο κάτω στην Παλιά Κοκκινιά έμενε μια χωριανή μας, η κυρά Χρυσούλα. Πήγαμε εκεί με την μάννα μου. Μας είδε η γυναίκα ρακένδητες, μας μάζεψε μέσα, μας έδωσε κάτι να φάμε. Είπαμε τα βάσανά μας, η γυναίκα προβληματίστηκε. Είπε κάτι πρέπει να κάνουμε, θα μας κράταγε αλλά ήταν πολύ φτωχή, είχε μικρό σπίτι, δεν χωρούσαμε να μείνουμε. Λέει η Χρυσούλα,

-Θα πάμε στον γιατρό.

Κοντά στο σπίτι της ήταν μια κλινική.

-Ο γιατρός είναι καλός. Είναι σαν κι εσάς, δηλαδή είναι κομμουνιστής, μας λέει η κυρά Χρυσούλα.

Πήγαμε στον γιατρό, κουβέντιασαν. Η μάννα μου του είπε τι μας συμβαίνει, δεν έχουμε που να πάμε, κι ότι είναι άρρωστη. Την εξέτασε ο γιατρός, της λέει,

-Εσύ έχεις ανάγκη για νοσοκομείο, θα φροντίσω εγώ για αυτό.

-Γιατρέ, έχω το κοριτσάκι μου, πού να το αφήσω;

-θα το πάρω στο σπίτι μου, λέει.

Την άλλη ημέρα η μάννα νοσηλεύετε στο Νοσοκομείο Σαπόρτα. Ήταν κοντά στις γραμμές, πιο κάτω απ’ την Παλιά Κοκκινιά. Λέει στην κυρά Χρυσούλα,

-Κράτησε το κορίτσι λίγες ημέρες να συνεννοηθώ και θα το πάρω. Ώσπου να με πάρει εγώ πήγαινε κάθε ημέρα στη μάννα μου. Ήξερα τον δρόμο. Πήγαινα με τα πόδια. Τότε, το 49, στο νοσοκομείο έδιναν λίγο φαγάκι στους αρρώστους. Ψωμί δεν έδιναν. Μου ‘λεγε η μάννα μου,

-Τρως παιδάκι μου; Εσύ χορταίνεις;

-Χορταίνω μάννα, ας είναι καλά η Χρυσούλα.

-Εγώ παιδάκι μου πεινάω.

Την άλλη ημέρα εγώ, ώσπου να πάω στο νοσοκομείο, όπου έβλεπα κανά ωραίο σπίτι, χτυπούσα και ζητούσα ψωμάκι. Μερικοί μου έδιναν, άλλοι μου έκλειναν την πόρτα. Αλλά της πήγαινα λίγο ψωμάκι.

-Πού το βρίσκεις Σταματάκη μου;

-Μου το δίνει μια καλή κυρία.

-Ας είναι καλά.

Έκανε την εγχείρηση η μάννα μου, ο γιατρός, Καΐρης λεγόταν, ήταν συνέχεια κοντά της. Πέρασαν λίγες ημέρες και με πήγε στο σπίτι στην Αθήνα, στην πλατεία Βάθης. Ο γιατρός ήταν αρραβωνιασμένος με μια γεροντοκόρη. Ήταν και αυτός μεγάλος. Θα ήταν τότε 50 χρονών. Ήταν ωραίος και καλός άνθρωπος. Αυτή ήταν στριμμένη γι’ αυτό άργησε να με πάει ώσπου να την καταφέρει. Είχε αυτή ένα τριώροφο σπίτι με 10 δωμάτια τον κάθε όροφο και είχε και τον πατέρα της μαζί. Όταν με πήγε ο γιατρός εκεί, πάγωσα. Μούρθε να κλάψω. Ο γιατρός το κατάλαβε, μου λέει,

-Ησύχασε, μη φοβάσαι, θα περάσεις καλά.

Κάτι είπε και σε κείνη κι έφυγε. Μούδειξε το σπίτι, τι δουλειές να κάνω, μου λέει,

-Πού είναι τα ρούχα σου;

Δείχνω εγώ αυτά που φοράω.

-Δεν έχω, είπα, άλλα.

-Πού σε βρήκε;

Δεν μίλησα εγώ. Μου λέει,

-Να σου δείξω που θα κοιμάσαι.

Πάνω απ’ την τουαλέτα ανέβαινες με μια σκάλα όρθια. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Είχε ένα κρεβατάκι. Μου λέει,

-Εδώ θα κοιμάσαι.

Της είπα,

-Τόσο σπίτι, δεν χωράω πουθενά και με βάζεις εδώ;

-Δεν θέλω να μου γυρίζεις κουβέντα. Δεν θα τα πάμε καλά, μου λέει.

Λέω μέσα μου «Ας μην μιλάω, να μην με διώξει η μουρλή».

-Άκου να σου πω, θα μιλάς σε μένα και στον πατέρα μου στον πληθυντικό. Θα με λες Κυρία και Κύριο.

-Καλά, είπα.

Είχε πεθάνει η μάνα της πρόσφατα και μου ‘δωσε κάτι βράκες, κάτι λιωμένα ρούχα να αλλάζω. Μου είπε όταν τρώγαμε, εκείνη και ο Γέρος τρώγανε σ’ ένα μεγάλο τραπέζι στην τραπεζαρία, εγώ στην κουζίνα. Μου ‘δινε το φαγητό και μια φέτα ψωμί. Εγώ δεν χόρταινα, ήθελα πολύ ψωμί. Στο τραπέζι που έτρωγα είχε μια μεγάλη κατσαρόλα χάλκινη που έβαζε το ψωμί μέσα. Εγώ έπαιρνα κρυφά κι έτρωγα. Ήρθε μια ημέρα που έτρωγα, το είχε καταλάβει, μου μίλησε και ήμουν μπουκωμένη με το ψωμί δεν μπορούσα να της μιλήσω.

-Λιμασμένο, μου λέει, που σε μάζεψε και σε έφερε εδώ.

Εγώ στεναχωρήθηκα και λέω μέσα μου «η Κυρία με τα σοκολατάκια μου φέρθηκε πολύ ωραία αυτή ήταν σκύλα», λέω «που την βρήκε ο Γιατρός που ήταν τόσο καλός άνθρωπος». Απέναντι έμεναν τα αδέλφια του Γιατρού, ήταν καλοί και αυτοί είχαν ένα κορίτσι, κι αυτή υπηρέτρια, αλλά περνούσε το κορίτσι καλά, φορούσε ωραία ρουχαλάκια, του φερόντουσταν ανθρώπινα. Όπως είπε η Χρυσούλα ήταν καλή σαν κι εμάς. Ήταν και Κομμουνιστής ο Γιατρός. Ερχόταν αργά και που, την είχε σιχαθεί, έμεινε στην κλινική. Εγώ δεν μάθαινα για την μάνα μου και στεναχωριόμουν. Όταν μου το επέτρεπε πήγαινα στο άλλο κορίτσι και παίζαμε αλλά εγώ πάντα με την ποδιά. Μου ‘χε μια πολύ μακριά της συγχωρεμένης και δεν με άφηνε να τη βγάλω ούτε κι όταν δεν είχα δουλειά. Κι εγώ δεν την φώναζα «Κυρία», δεν την έλεγα τίποτα και είχε σκάσει. Όταν πηγαίναμε στην Αθηνάς να ψωνίσει, αυτή μπροστά με ένα ταγάρι στον ώμο, ήταν η μόδα τότε το ταγάρι, πήγαινε γρήγορα μπροστά. Γρήγορα εγώ να μην τη χάσω σαν το σκυλάκι. Ψώνιζε πολλά πράματα, κρέατα, μαναβική για όλη την βδομάδα, με φόρτωνε και από τα αυτιά που λέει ο λόγος και μπροστά αυτή με το ταγάρι και πίσω εγώ το γαϊδουράκι φορτωμένο. Αυτό γινόταν κάθε βδομάδα. Μια ημέρα στην αγορά είδα δύο παιδιά από το χωριό μου που πουλούσαν μαρούλια. Κρύφτηκα να μην με δουν φορτωμένο στα χάλια που ήμουν και πουν πως καταντήσαμε τα παιδιά του Μακρυνιώτη.

Έτσι περνούσε ο καιρός. Η μάνα τρεις μήνες κάθισε στο νοσοκομείο, εκτός απ’ την εγχείριση. Όταν σηκώθηκε, ζαλίστηκε και έπεσε και είχε χτυπήσει το κεφάλι της. Εγώ μια φορά την είδα, με πήγε ο Γιατρός. Όταν ήταν μέσα, πήγαιναν κάτι κυρίες και της πήγαιναν πράματα. Είχε μαζέψει εξήντα δραχμές κι όταν βγήκε τα ρούχα της που είχε τα μαύρα, είχαν λιώσει και πήγαν οι κυρίες χρωματιστά. Τα φόρεσε, ντρεπόταν, ήταν χήρα, που να βγει στον κόσμο. Τι να ‘κανε, τα φόρεσε και πήγε στη Χρυσούλα. Γέλασε μόλις την είδε που ήταν σαν σκιαζούρι,

-Μην γελάς μαρί, με ήξερες τι περήφανη ήμουν, ας όψεται η κατάσταση. Πήγε και ψώνισε. Με τις είκοσι δραχμές πήρε μια ρόμπα, κάλτσες μαύρες, και με τις σαράντα πήρε ένα μπαούλο.

-Τί θα βάζεις μέσα Δημητρούλα; της είπε η Χρυσούλα.

-Μαρί έχω κορίτσια.

-Το μυαλό σου και μια λίρα.

-Το μπαούλο θα το αφήσω εδώ κι όταν φύγουμε θα το πάρω.

-Όπως θέλεις.

Ήταν κάτι άνθρωποι του κόμματος που την έμαθαν και την έπαιρναν από καμιά βδομάδα, ήρθε και σε μένα να με δει.

-Πώς περνάς παιδάκι μ’;

-Καλά ρε μάννα, αλλά θέλω να πάμε στο χωριό.

-Θα μας σκοτώσουν παιδάκι μ’, θα κάνουμε υπομονή. Για το Θανασούλα μας δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, που βρίσκετε, αν τον πιάσανε. Ο αδελφός μου τότε ήταν σκοτωμένος, εμείς ελπίζαμε, δεν ξέραμε. Η Ελένη, έγινε το δικαστήριο, ήταν ανήλικη και την αθωώσαν έμαθα από κάποιον γνωστό. Δεν ήξερε πιο πολλά να μου πει κι ότι δούλευε στο περιβόλι. Αχ να την έβλεπα την αδελφούλα μου! Την μάνα την πήρε κι ένας πρώτος ξάδελφος κάνα μήνα, πήγε και κάνα δυο μήνες υπηρέτρια και μετά σηκωθήκαμε να φύγουμε, όχι για το χωριό, στο χωριό της νύφης μου, στην Άμφισσα κοντά. Πήγαμε, βρήκαμε το γιατρό, του είπαμε ευχαριστώ, ευχαριστώ στη Χρυσούλα, πήραμε το μπαούλο και στο πρακτορείο.

-Έτσι μου έρχεται να γυρίσω πέτρα, λέω.

-Σώπα παιδάκι μου, μην κάνεις έτσι.

-Και αυτό το μπαούλο ρε μάνα τι το ήθελες; Πώς θα το κουβαλάμε; Για βαλίτσα το πέρασες; Τί να βάλουμε μέσα;

-Ντε, σώπα παιδάκι μ’, κορίτσια είστε, κάτι θα βρεθεί, μην βαρυγκωμάς.

-Φτάσαμε στην Άμφισσα, λέει ο εισπράκτορας, λεφτά για το μπαούλο κυρά.

-Δεν έχω παιδάκι μ’, κι άρχισε να του λέει, εγώ παιδάκι μου δυστύχησα να το πάρω.

-Τι με νοιάζει εμένα; Άντε πάρτο μην το σπάσω και φύγετε.

Άλλο λεωφορείο για το χωριό, άλλες γκρίνιες.

-Ντε, να μην έσωνα να το ‘παιρνα.

Πήγαμε στην Τοπόλια, έτσι λένε το χωριό. Μας βλέπει η Βασιλικούλα, αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε που ξαναβρεθήκαμε. Είδαμε το παιδί, το χαρήκαμε, λέει η μάνα μου.

-Βασιλικούλα, έμαθες για το Θανασάκη είναι ζωντανό το παιδί μου;

-Τίποτα μητέρα.

Στο σπίτι έμενε κι ο παππούς Ζαβούλας. Η μάνα της νύφης μου και η αδελφή ήταν ακόμα φυλακή στην Πάτρα. Ημερόνυχτα λέγαμε τα βάσανά μας και τελειωμό δεν είχαν. Στο χωριό το δικό μας, ακόμα φοβερίζουν ότι θα μας σκοτώσουν. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Μια γνωστή με πήγε στην Άμφισσα υπηρέτρια. Ταράτσας λεγόταν το αφεντικό. Ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, πέρασα καλά 5-6 μήνες, κάθισα και μετά πήγα στην Τοπόλια πίσω. Αλλά επειδή δεν είχαμε να φάμε στη νύφη μου με πήραν κάτι φίλοι του πατέρα μου στο σπίτι τους και πήγαινα να μάθω μοδίστρα.

Στο διάστημα αυτό, η νύφη μου έμαθε ότι σκοτώθηκε ο αδερφός μου. Ήταν τέλος του ’49. Μας φέρνει το μαντάτο. Πώς να ξεφωνίσουμε, να κλάψουμε; Οι χωροφύλακες πάντα παρακολουθούσαν. Η μάνα μου είχε κατεβάσει τα κρέατα από τα μάγουλά της με τα νύχια. Θρηνούσαμε στα βουβά το παλικάρι μας.

Πέρασε λίγος καιρός. Τη μάνα μου την έτρωγε με τί τρόπο να μπορέσει να πάει στο χωριό. Εγώ σε λίγο καιρό τέλειωνα απ’ τη μοδίστρα, έπρεπε να βρει τρόπο. Επικοινώνησε με κάποιο ανιψιό του πατέρα στη Γραβιά. Ήταν συμβολαιογράφος. Κακαράς λεγόταν, περνούσε ο λόγος του. Λέει στη μάννα μου,

-Έλα θειά, θα αναλάβω εγώ.

Πήγε η μάννα μου στη Γραβιά, ανταμώνει τον Ασημάκη Κακαρά, και από εκεί στο χωριό. Όταν είδαν τη μάννα, αγρίεψαν οι φασίστες. Τους πιάνει τους πιο επικίνδυνους και τους λέει,

-Έτσι και πειράξει κανείς τη θεία μου, θα έχει να κάνει με μένα. Το ακούσατε; Με μένα. Εσύ θειά κανόνισε που θα μείνεις κι αν συμβεί τίποτα θα με φωνάξεις.

Τον ευχαρίστησε κι έφυγε, δεν της μίλησε μετά κανείς. Η μάνα μου τώρα έπρεπε να σπείρει, να πιάσει μαγιά. Σπόρο δεν είχε, πήγαινε σε αυτούς που έσπερναν τα χωράφια μας, την έδιωχναν. Έτσι πήγε στην εκκλησία. Λέει στον επίτροπο, τότε πήγαιναν σιτάρι στην εκκλησία και είχε,

-Θα μου δώσεις σιτάρι για σπόρο κι άμα θερίσω θα στο δώσω διπλό. Έτσι έγινε. Τέλος του ’50 πήγα και γω στο χωριό.

Οι ταλαιπωρίες και οι στεναχώριες συνεχίστηκαν αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Επιμέλεια Παναγιώτης Σακελλαριάδης

Οι στρατιωτικοί μαζί με εργαζόμενους!!! Η ΚΕΘΑ καλεί σε αγώνα!!

Ιανουαρίου 23, 2016

Οι απόστρατοι να συμμετέχουμε στον ξεσηκωμό!

 

 

Η κυβέρνηση όπως και οι προηγούμενες με το ψέμα και τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια, προχωρώντας και μάλιστα τρέχοντας στα χνάρια των προκατόχων της, που έφεραν τα ταμεία και την Κοινωνική Ασφάλιση στo σημερινό κατάντημα. Συνεχίζει ασύστολα και με ενθουσιασμό, υποστηριζόμενη στην ουσία και από τα Ευρωενωσιακά Κόμματα, στο δρόμο που έχει χαραχθεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης των μονοπωλίων. Οι ενέργειες όλων τους έχουν σαν κεντρική επιδίωξη: την απαλλαγή του κράτους από τη χρηματοδότηση και την εγγύηση του συστήματος ασφάλισης, πρόνοιας και περίθαλψης συνολικά και την μείωση της συμμετοχής της εργοδοσίας στην Ασφάλιση. Ταυτόχρονα συρρικνώνονται αποδοχές και όλα τα βάρη φορτώνονται ΜΟΝΟΝ στους εργαζόμενους και στους συνταξιούχους!

Μετά από 6 χρόνων πολιτική εξαθλίωσης του λαού μας και συνεχούς αφαίρεσης δικαιωμάτων, έρχονται τώρα να μας αποτελειώσουν με το νέο ασφαλιστικό, που όμως επηρεάζει την ίδια την επιβίωση των οικογένειών μας, είναι η ίδια μας η ζωή! Δεν πρόκειται απλά για νέα αντιασφαλιστικά μέτρα, αλλά μας οδηγούν ολοταχώς στη διάλυση του όποιου κοινωνικού χαρακτήρα ασφάλισης, έχει απομείνει, ωθώντας μας προς την ιδιωτική ασφάλιση και τους μεγαλοεπιχειρηματίες υγείας! Με αυτές τις συνθήκες όμως, οι έχοντες και κατέχοντες που κολυμπούν στον κλεμμένο (και νόμιμα) πλούτο, πληρώνουν αδρά και εξασφαλίζουν εκτός της τρυφηλής ζωής, σωστή περίθαλψη άρα και υγεία στους εαυτούς τους και στις οικογένειές τους. Οι άλλοι, αφηνόμαστε στη μοίρα μας να αγωνιζόμαστε για επιβίωση με μισθούς και συντάξεις πείνας, μεγάλο ποσοστό στην ανεργία και την ανέχεια με υποτυπώδη κρατική στήριξη στη δημόσια κοινωνική ασφάλιση κι όσο αντέξουμε!

Ο αντίπαλος είναι κοινός για όλους εμάς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, τους συγγενείς και φίλους. Δεν είναι το άλφα ή το βήτα Κόμμα – τωρινός ή επόμενος κυβερνητικός υπηρέτης ντόπιων και ξένων συμφερόντων. Είναι η κυβερνητική πολιτική που ταυτίζεται με της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίπαλός μας είναι τελικά αυτοί που κρύβονται πίσω της και νέμονται τον πλούτο της χώρας, αυτοί που μας εκμεταλλεύονται! Είναι αυτοί οι ίδιοι που ωφελούνται από το γκρέμισμα των υπολειμμάτων του  κοινωνικού κράτους με την συρρίκνωση αποδοχών και εργασιακών δικαιωμάτων.

Τέλος στην υπομονή και στις ψεύτικες ελπίδες, ότι κάτι θα αλλάξει! Κανείς απόστρατος αλλά και εν ενεργεία να μη πιστεύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για χάρη μας θα πάει κόντρα στις εντολές των «εταίρων» της, εξάλλου υπέγραψαν συμφωνίες και αποδεικνύουν πως ό,τι δεν τόλμησαν οι προηγούμενοι, το πράττουν αυτοί τώρα και μάλιστα κοροϊδεύοντάς μας ασύστολα.

Στην ΚΕΘΑ, χωρίς να ξεχνάμε τα τόσο επίκαιρα και φλέγοντα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της ειρήνης, τους κινδύνους των πολέμων, δεν μπορούμε να μείνουμε αδιάφοροι σε ότι αφορά τη ζωή, τη δική μας και του λαού μας! Δεν δικαιούμαστε να μείνουμε αδιάφοροι όταν έχουμε από τη μια το γκρέμισμα του όποιου κοινωνικού κράτους και από την άλλη το γκριζάρισμα περιοχών στο Αιγαίο, την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, το Κυπριακό, τις θανάσιμες εμπλοκές της χώρας σε επεμβάσεις μαζί με ΝΑΤΟ,  ΕΕ, ΗΠΑ κ.ο.κ., ενώ γνωρίζουμε καλά πως στο κοινωνικό σύστημα που ζούμε οι βαθιές κρίσεις επιλύονται με πόλεμο!

Χρέος όλων μας είναι να πάρουμε θέση!

Συμπεράσματα έχουμε βγάλει όλοι, ανεξάρτητα τι ψήφησε ο καθένας! Δεν είναι στραβός ο γιαλός, αλλά η ρότα που ‘χουν διαλέξει. Η κυβέρνηση αρμενίζει στραβά το καράβι, οι ναυλωτές της και τα παπαγαλάκια της τη στηρίζουν και τη σιγοντάρουν.

Ο λαός έχει απαυδήσει, οι αγρότες έβγαλαν τα τρακτέρ στους δρόμους, οι συνταξιούχοι είναι σχεδόν κάθε μέρα στους δρόμους, η νεολαία, οι εργαζόμενοι (με γραβάτες και χωρίς γραβάτες) διαδηλώνουν στους δρόμους!

Οι απόστρατοι δεν πρέπει και δεν μπορεί να απέχουν από τον ξεσηκωμό!

Όλοι στους δρόμους απέναντι στο έκτρωμα που ετοιμάζει η κυβέρνηση σε συνεργασία με τους «θεσμούς» (μην ξεχνάμε πως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)!

η ΚΕΘΑ ΚΑΛΕΙ

  • Να αναθεωρήσουμε την στάση μας απέναντι στη πολιτική που ακολουθείται σε όλους τους τομείς!
  • Να μην περιμένουμε τίποτα πια χωρίς αγώνα!
  • Να οργανώσουμε την πάλη μας και να κλιμακώσουμε τον αγώνα μας επιλέγοντας να συμμαχήσουμε με εργαζομένους και συνταξιούχους που έχουν αποδείξει ότι μάχονται με συνέπεια για το δίκιο όλων μας.

 

Όλοι στους δρόμους!

Τα σχέδια κυβέρνησης και ΕΕ για το Ασφαλιστικό,

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ!

 

Πώς στελεχώθηκε το αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού από Μονίμους Αξιωματικούς

Ιανουαρίου 10, 2016
Η ανάρτηση στη μνήμη του  Απεραθίτη Δημοκράτη αξιωματικού Μιχάλη Βαρδάνη, που ερεύνησε καλά και έγραψε το ακόλουθο κείμενο στην αποστρατεία του και λίγο πριν φύγει,  αφού έζησε με τιμή και άξια.

Έλληνες εξόριστοι Αξιωματικοί στη Νάξο και η απόδραση των δώδεκα

(Αξιωματικοί Πίνακα Β΄ στο Δημοκρατικό Στρατό)

του Μιχάλη Βαρδάνη Αντιστρατήγου ε.α.  Προέδρου ΣΦΕΑ 1967 – 1974

 

Ήμουνα μαθητής Δημοτικού όταν στην κοινωνία της Απειράνθου έσκασε η είδηση: Αποδράσανε από τη Νάξο οι εξόριστοι Έλληνες αξιωματικοί! Έτυχε να έχω στενό συγγενή αξιωματικό που υπηρετούσε εκείνη την εποχή στα πολεμικά μέτωπα και το γεγονός της απόδρασης εξορίστων αξιωματικών γεννούσε στο παιδικό μου μυαλό πιεστικά ερωτήματα: Γιατί εξόριστοι; Γιατί αποδράσανε; Ποιά θα είναι η τύχη τους; φαίνεται όμως, πως οι ταραχώδεις εκείνοι καιροί, δεν άφηναν περιθώρια πειστικών απαντήσεων στα ερωτήματά μου παρ’ όλο που διαισθανόμουνα ένα απόκρυφο θαυμασμό των ερωτώμενων. Στους δύσκολους για τη χώρα μας και το λαό μας μεταπελευθερωτικούς χρόνους, ακόμη και οι μικρές και απόμακρες από το κέντρο κοινωνίες διατηρούσαν, έστω και με πολλές προφυλάξεις, τη φλόγα της Εποποιίας της Εθνικής μας Αντίστασης. Κι’ οι εξόριστοι αξιωματικοί στη Νάξο υπήρξαν από τους  πρωταγωνιστές.

Πέρασαν χρόνια από τότε και μόνιμος πλέον νέος αξιωματικός βίωνα μαζί με πολλούς συναδέλφους μου και των τριών όπλων τους διαχωρισμούς και τις διώξεις που εξελίχθηκαν σε «πογκρόμ» στα εφτά χρόνια της Αμερικανοκίνητης Χούντας της 21 Απρίλη 1967. Εκείνες οι διώξεις μου έλυσαν δια παντός τις παιδικές μου απορίες για τους Έλληνες εξόριστους αξιωματικούς στη Νάξο και την απόδραση. Είχα τύχη αγαθή, στον πρώτο χρόνο της μεταπολίτευσης, όταν ιδρύαμε τον Σύνδεσμο της Αντιδικτατορικής Αντίστασης, να γνωρίσω δύο ξεχωριστές μορφές αγωνιστών, τους Στέφανο Παπαγιάννη και Βασίλη Βενετσανόπουλο, εξόριστους λοχαγούς στη Νάξο, μέλη της ομάδας απόδρασης και δεσμώτες της Χούντας στην μνήμη των οποίων και αφιερώνω αυτή μου τη γραφή.

Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τη νεότερη ιστορία μας τα νησιά του Αρχιπελάγους και κυρίως αυτά των άγονων γραμμών «φιλοξένησαν» πολιτικούς αντιπάλους αυταρχικών κρατικών εξουσιών.

Οι αγαθοί νησιώτες τους αντιμετώπιζαν με δέος και προφυλάξεις. Για τους επώνυμους έτρεφαν κρυφό θαυμασμό και φορές επηρεάζονταν από την ιδεολογία τους! Άλλωστε τα εκλογικά αποτελέσματα της Ικαρίας σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις το καταδείχνουν.

Ένα στενό μου συγγενή λεβέντη, βοσκό, που διακρινόταν για την παλικαριά και αξιοσύνη του, ο πάππος του τού έδωσε το παρωνύμιο «Σκαρβέλης» κι’ αυτό διατηρήθηκε μέχρι του θανάτου του εγγονού στα βαθιά γεράματα. Ήταν ο θαυμασμός του πάππου στον επαναστάτη της 3 Σεπτέμβρη 1843 συνταγματάρχη Σκαρβέλη που το Βαυαρικό Καθεστώς του Όθωνα τον είχε εξορίσει στην Νάξο.

Ο γνωστός πολιτικός της Αριστεράς καθηγητής Αλέξανδρος Σβώλος ήταν εξόριστος της Μεταξικής δικτατορίας στην Απείρανθο. Όταν στη  μάχη της Αθήνας, Δεκέμβρη 1944, σκοτώθηκε από σφαίρες των Άγγλων του Σκόμπυ στην Πλατεία Μεταξουργείου, ένας νέος Απεραθίτης δικηγόρος, μαχητής του ΕΛΑΣ, ο Γιάννης Κατεινάς, οι αδελφές του νεκρού, στη συμφορά τους, μνημόνευσαν σε μοιρολόι τη σχέση του αδελφού με τον πολιτικό εξόριστο:

Ίντα σουκαμε(ν) ο Σβώλος

και σε κλαίει ο κόσμος όλος.

Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας που υπέκρυπταν τη στρατηγική των Άγγλων για τον έλεγχο της Ελλάδας και την επάνοδο του Βασιλιά.

Η υπάκουη στους Βρετανούς ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου και η, όπως φάνηκε, έλλειψη στρατηγικής της ΕΑΜικής Ηγεσίας για την Ελλάδα μετά τον πόλεμο, έφεραν τον Δεκέμβρη με την ήττα των δυνάμεων της Αντίστασης και τη Συμφωνία της Βάρκιζας ανάμεσα στους Βρετανούς, την Ελληνική Κυβέρνηση και το ΕΑΜ. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας 12 Φλεβάρη 1945 ο λαός και οι ΕΛΑΣίτες Αξιωματικοί ποθούσαν την ειρήνη για να επουλωθούν οι πληγές του πολέμου και της κατοχής και ν’ ανορθωθεί η οικονομία. Όμως δεν άργησε να γίνει φανερό στην πράξη πως η Βάρκιζα ήταν μια λεόντειος συμφωνία για τους Βρετανούς και την ελληνική «εθνικοφροσύνη» που απέβλεπε στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και τη συντριβή του Κινήματος της Εθνικής Αντίστασης.

Το ΕΑΜ και μετά το Δεκέμβρη, παρά την αποχώρηση της ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) και προσωπικοτήτων, διατηρούσε την υπόστασή του σαν πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς και έκανε μεγάλες προσπάθειες για την εφαρμογή της Συμφωνίας. Αντίθετα, από την άλλη πλευρά τα όργανα του Κράτους και του παρακράτους, εξαπέλυσαν λυσσαλέο κυνηγητό εναντίον των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης λοχαγός ΠΒ, μαχητής του πολέμου 1940 και του ΕΛΑΣ στο βιβλίο του «Από Εύελπις αντάρτης»: «Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες οι μόνιμοι αξιωματικοί που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ επέστρεφαν στα σπίτια τους. Όσοι είχαμε μόνιμη διαμονή στην Αθήνα παρουσιαστήκαμε στην έδρα του Α’ Σώματος Στρατού για να αναλάβουμε υπηρεσία. Εκεί μας υποδέχτηκε, καθόλου φιλικά, ένας αρμόδιος ανώτερος αξιωματικός και μας είπε ότι σύμφωνα με τις ισχύουσες διαταγές πριν απ’ όλα πρέπει να υπογράψουμε μια δήλωση. Η δήλωση ήταν έντυπη και το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα στοιχεία ταυτότητας και η υπογραφή. Βέβαια ύστερα από τα γεγονότα της κατοχής και ιδιαίτερα του Δεκέμβρη, δεν περιμέναμε πως θα μας δεχτούν μετά βαΐων και κλάδων! Να υπογράψουμε όμως κι αυτό το χαρτί που έγραφε ότι η δράση μας από τις γραμμές του ΕΛΑΣ ήταν αντεθνική και προδοτική ξεπερνούσε τα όρια ανοχής».

Η συντριπτική πλειοψηφία δεν υπέγραψε την κατάπτυστη δήλωση κι αυτό αποτέλεσε την αιτία οι λαμπροί αξιωματικοί μαχητές των αγώνων του λαού και του έθνους να τοποθετηθούν στον πίνακα Β’. Αυτό σήμαινε την πλήρη και ουσιαστική απομάκρυνση από τις στρατιωτικές Μονάδες και Υπηρεσίες με μόνη διαφορά από την αποστρατεία να φέρουν τη στολή του αξιωματικού και να παίρνουν το μισθό του βαθμού τους. Υπήρχε και πίνακας Α’ που περιλάμβανε τους «εθνικόφρονες» με τους οποίους Βρετανοί και Κυβέρνηση στελέχωναν τον ανασυγκροτούμενο στρατό. Σε θέσεις κλειδιά τοποθετούνταν οι Βασιλόφρονες που είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας. Η πολιτική αυτή διατηρήθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις σε όλη τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο και αποτέλεσε γενεσιουργό αιτία της επιβολής της εφτάχρονης δικτατορίας στην πατρίδα μας.

Οι παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις δολοφονούσαν αγωνιστές της Αντίστασης και το Κράτος τους φυλάκιζε και τους έστελνε εξορία.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος λοχαγός εξόριστος στη Νάξο μαχητής του ΕΛΑΣ γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ»: «Μέσα σε 4 μήνες από την υπογραφή της Βάρκιζας, τον Ιούνη 1945, οι δολοφονημένοι αγωνιστές είναι 650, οι φυλακισμένοι πάνω από 30.000. Οι μοναρχοφασιστικές συμμορίες ήταν 150 με δύναμη οπλοφορούντων 20.000. Το ΚΚΕ που ήταν η ψυχή της ΕΑΜικής Αντίστασης και συνέχιζε και μετά την ήττα να στέκει δίπλα στους διωκόμενους και απειλούμενους με εξόντωση αγωνιστές, έριξε στα τέλη Ιούνη 1945 στην 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. το σύνθημα της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας (Μ.Λ.Α.) και έστειλε στελέχη του στη βάση προκειμένου να βοηθήσουν στην οργάνωση των αγώνων των εργαζομένων κατά της τρομοκρατικής δραστηριότητας των δολοφονικών συμμοριών που το έργο τους ενίσχυαν και οργάνωναν βασικά οι Βρετανοί». Ουσιαστικά άρχιζε ο εμφύλιος.

Στις 31-3-1946, σε συνθήκες βίας και τρομοκρατίας, έγιναν οι Βουλευτικές Εκλογές με αποχή της Αριστεράς όπως αυτή αποφασίστηκε από την Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Την ημέρα των εκλογών μια ομάδα ενόπλων καταδιωκομένων επιτέθηκε κατά του Σταθμού Χωροφυλακής Λιτοχώρου και αφόπλισε τους άνδρες του. Η ημερομηνία της ενέργειας αυτής θεωρήθηκε από εκπροσώπους της Κυβέρνησης και του Στρατού ως μερομηνία έναρξης του εμφυλίου.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ»: «Αρχές Γενάρη 1946, ο αιματηρός απολογισμός του τρομοκρατικού οργίου είχε πάρει νέες μεγαλύτερες διαστάσεις: 1289 οι νεκροί, 84.931 φυλακισμένοι, πάνω από 100.000 καταδιωκόμενοι αγωνιστές … και φαινόταν να είναι η ΜΛΑ η μόνη μέθοδος αντιμετώπισης του μονόπλευρου εξοντωτικού πολέμου και του δολοφονικού οργίου».

Ο πόλεμος έπαψε να είναι μονόπλευρος και εξελίχθηκε σε εμφύλιο με όλα τα χαρακτηριστικά της μορφής του που κράτησε πάνω από τρία χρόνια με τις τραγικές του συνέπειες για το λαό και τον τόπο.

Οι περισσότεροι αξιωματικοί του Πίνακα Β΄ ζητούσαν ν’ ανεβούν στο βουνό μα η καθοδήγηση του ΕΑΜ απέκρουσε το αίτημά τους.

Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν, για να μη δοθεί αφορμή με την ενέργεια αυτή να κατηγορηθεί το ΕΑΜ ότι στα λόγια ήταν υπέρ της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης ενώ στην πράξη ενίσχυε τον ανταρτοπόλεμο. Μετά την ενέργεια στο Λιτόχωρο και βλέποντας η Κυβέρνηση να φουντώνει το αντάρτικο και αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο να φύγουν για το βουνό οι αξιωματικοί του πίνακα Β΄ πήρε απόφαση να τους μαζέψει και να τους στείλει εξορία. Ήδη οι στρατηγοί του ίδιου πίνακα Σαράφης, Μπακιρτζής, Καλαμπαλίκης, Τσαμάκος και Ματσούκας, μετά το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά είχαν σταλεί εξορία στην Ικαρία. Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης στο βιβλίο του «Από Εύελπις Αντάρτης»: «Γύρω στις 15 Ιούλη 1946 μας έδωσαν από τη στρατιωτική υπηρεσία εντολή να συγκεντρωθούμε στον Πειραιά με αποσκευές εκστρατείας, γιατί τάχα θα πάμε αποστολή! Διαδόθηκε κατάλληλα τότε στον κόσμο ότι σε κάποιο νησί είχε μπει σε λειτουργία κάποια Σχολή και ότι θα μας αποσπάσουν εκεί για επιμόρφωση. Η παρουσία τμήματος χωροφυλακής στο μέρος που συγκεντρωθήκαμε φανέρωνε τι είδους επιμόρφωση μας επεφύλασσε η Κυβέρνηση. Εκεί μας χώρισαν σε ομάδες και μπήκαμε σε κάμποσα μικρά καΐκια».

Τόπος εξορίας των Αξιωματικών τα νησιά Φολέγανδρος, Πάρος, Νάξος, Σέριφος, Ικαρία. Η ομάδα εξορίστων της Φολεγάνδρου αρχές Οκτωβρίου 1946 μεταφέρεται στη Νάξο και συναντά την εκεί ομάδα των εξορίστων. Την ενιαία πια ομάδα των εξορίστων ΕΛΑσιτών αξιωματικών στη Νάξο την αποτελούσαν οι παρακάτω:

Συνταγματάρχης ΠΖ Νίκος ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ
Συνταγματάρχης ΠΒ Γιάννης ΠΥΡΙΟΧΟΣ
Αντισυνταγματάρχης ΠΖ

Αντισυνταγματάρχης ΠΒ

΄΄

΄΄

Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ

Στάθης  ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

Γιώργος ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΑΚΟΥΜΕΛΟΣ

Ταγματάρχης ΠΖ

΄΄

Θεόδωρος ΜΑΚΡΙΔΗΣ

ΜΑΝΤΟΥΚΟΣ

Ταγματάρχης ΠΒ

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

Ιάκωβος ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΣ

Μιχάλης ΜΠΑΡΟΥΤΣΟΣ

Ορέστης ΒΑΛΑΛΑΚΗΣ

Γιάννης ΚΑΛΙΣΜΑΝΗΣ

Ηλίας ΜΠΑΛΤΑΣ

Επίλαρχος Βήλος ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Λοχαγός ΠΖ

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

Βασίλης ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Γιάννης ΠΑΛΑΣΚΑΣ

Γιώργος ΣΑΜΑΡΙΔΗΣ

Δημήτρης ΤΣΙΤΣΙΠΗΣ

ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Γιώργος ΚΑΤΕΜΗΣ

Γιώργος ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ

Λοχαγός ΠΒ

΄΄

Στέφανος ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Κίμων ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ

Ίλαρχος Αρίστος ΚΑΠΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Υπολοχαγοί ΠΖ

΄΄

΄΄

΄΄

Μάκης ΤΡΩΓΙΑΝΟΣ

Θεόδωρος ΚΑΛΙΝΟΣ

Ντίνος ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αλέκος ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ

Υπολοχαγός ΠΒ

΄΄

Θεοδόσης ΖΕΡΒΑΣ

Χρήστος ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ

Υπολοχαγός ΜΧ Στέφος ΗΛΙΑΔΗΣ
Υπολοχαγός διαχείρισης Γεράσιμος ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ
Ανθυπασπιστής

΄΄

΄΄

Κώστας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέτρος ΜΕΛΑΣ

ΗΛΙΑΚΗΣ

Όλοι τους πολεμιστές του έπους 1940 και της Εθνικής Αντίστασης.

Η ζωή των Ελλήνων εξορίστων αξιωματικών στη Νάξο τον πρώτο καιρό ήταν δύσκολη. Ο υπομοίραρχος Μπεχράκης, διοικητής Χωροφυλακής και η ντόπια αντίδραση είχαν εξαπολύσει μαύρη προπαγάνδα, κάθε είδους ψέμα και συκοφαντία προκειμένου να κρατηθούν οι εξόριστοι σε απομόνωση από τον πληθυσμό. Μεγάλο μέρος της Ναξιακής κοινωνίας επηρεαζόταν από τα συνεχή ψέματα και τις συκοφαντίες.

Εξαίρεση αποτελούσε η οικογένεια Ηλία Γρατσία (παρατσούκλι Δίφραγκος). Είχε ένα μικρό μαγέρικο στην παραλία της Χώρας κι’ έτρωγαν οι εξόριστοι αξιωματικοί πριν οργανώσουν το δικό τους ομαδικό συσσίτιο. Ήταν από τους Αριστερούς της Νάξου κι’ ο μεγάλος γιός Μιχάλης ήταν τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ με δράση στην Κατοχή και αργότερα εξόριστος στο Μακρονήσι με τον αδελφό του Αντώνη. Η οικογένεια Γρατσία συμπαραστάθηκε με στοργή στους αξιωματικούς στις πρώτες δύσκολες μέρες της εξορίας τους.

Μπροστά στο κλίμα τρομοκράτησης της κοινωνίας από τον Μπεχράκη και την ντόπια «εθνικοφροσύνη» οι αξιωματικοί αντέδρασαν.

Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης στο βιβλίο του: «Μπροστά στην προσπάθεια να μας κρατήσουν σε απόσταση, χρειάστηκε να αντιδράσουμε πρακτικά, αναπτύσσοντας δική μας πρωτοβουλία. Σ’ αυτό μας έδωσε θάρρος το παρακάτω περιστατικό. Βρήκαμε μια ευκαιρία, που μια Κυριακή ηλιόλουστη είχε κατεβεί πολύς κόσμος στην παραλία και ιδιαίτερα πολλά παιδιά. Ένας από εμάς αγόρασε καραμέλες, πλησίασε τα παιδιά και τις πρόσφερε. Οι γονείς τους μας ευχαρίστησαν γι’ αυτό και ανταλλάξαμε μαζί τους μερικά φιλικά λόγια. Σαν να έσπασε ο πάγος. Αλλά εκείνο που βοήθησε στο ν’ αλλάξουν η στάση και οι διαθέσεις των ντόπιων απέναντί μας ήταν οι συχνές εκδρομές στα γύρω χωριά. Αξιοποιήσαμε και το γεγονός ότι μερικοί από τους εξορίστους ή και μέλη των οικογενειών τους που έρχονταν για επίσκεψη στο νησί παίζανε κάποιο μουσικό όργανο. Ακόμη το ότι μερικοί τραγουδούσαν καλά και ιδιαίτερα τα δημοτικά και τα αντάρτικα τραγούδια. Κάθε Κυριακή λοιπόν επισκεπτόμαστε ένα χωριό και την ώρα που τέλειωνε η λειτουργία στην εκκλησία, καθόμασταν στο κεντρικό καφενείο. Ούζο και τραγούδι, κερνάγαμε και τους θαμώνες του καφενείου και πιάναμε κουβέντα. Η παρουσία μας στα χωριά και περισσότερο τα τραγούδια μας που όλα είχαν πατριωτικό περιεχόμενο, έδιναν μια εικόνα για μας διαφορετική σε σχέση με εκείνη που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν οι αντίπαλοί μας. Πέρα απ’ αυτό η επίσκεψή μας στα χωριά ήταν ένα ευχάριστο γεγονός μέσα στη συνηθισμένη μονότονη ζωή των κατοίκων. Κάθε φορά όταν φεύγαμε μας ξεπροβόδιζαν με φιλικά λόγια και μας παρακαλούσαν να τους επισκεφτούμε ξανά».

Αυτή η κουλτούρα ήταν «κεκτημένο» για τους εξόριστους από τη ζωή τους στο Βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα όπου το ΕΑΜ, για τους κατοίκους της υπαίθρου, είχε δημιουργήσει λαϊκά θέατρα, λαϊκά σχολεία και ότι ήταν δυνατό να εκφραστεί από τη λαϊκή παράδοση, τον πολιτισμό.

Με τις παραπάνω συμπεριφορές οι εξόριστοι κατάφεραν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα στη Νάξο και οι σχέσεις τους με τον ντόπιο πληθυσμό πήραν φιλικό χαρακτήρα και οι ψευτιές και οι συκοφαντίες των αντιπάλων δεν έπιαναν πια τόπο. Είχαν κερδίσει τη φιλία και την εκτίμηση μεγάλου μέρους της Ναξιακής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο που το 1958 στο Στρατοδικείο που δικαζόταν ο Στέφανος Παπαγιάννης για την απόδραση των δώδεκα εξορίστων εμφανίστηκε αυθόρμητα ο Ναξιώτης Βουλευτής Αντώνης Μπαρότσης μάρτυρας υπεράσπισης και επαίνεσε στο δικαστήριο τη στάση των Αξιωματικών στο νησί. Προφανώς η παρουσία του συμβόλιζε και τα αισθήματα σημαντικού μέρους της Ναξιακής κοινωνίας. Οι αξιωματικοί έμεναν οι περισσότεροι στο Κάστρο στο οίκημα λεγόμενο «Βενετσιάνικο Παλάτι» και λίγοι στην περιοχή της Γρότας.

Η ζωή τους κυλούσε με μελέτη, εκμάθηση ξένων γλωσσών, διαλέξεις και άλλες ομαδικές μορφωτικές προσπάθειες. Ακόμη έπαιζαν και θεατρικά έργα. Αρκετό χρόνο αφιέρωναν στην παρακολούθηση της πολιτικής κατάστασης της χώρας.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ».

«Για τους εξόριστους αξιωματικούς η ζωή τους μακριά από την εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα ήταν στενόχωρη. Βάραινε γι’ αυτό ιδιαίτερα και ο εθελοντικός κατά κάποιον τρόπο εκτοπισμός τους. Αρκετές φορές στη διάρκεια των διαφόρων εκδηλώσεών τους έμπαινε το ζήτημα αυτό και κάπως σαν παράπονο. Επίσης από μερικούς έμπαινε αυθόρμητα και ζήτημα δραπέτευσής τους, που αν επέτρεπε το Κόμμα, θα μπορούσε θαυμάσια να οργανωθεί με επιτυχία. Γενικά οι συζητήσεις για φευγιό και αντάρτικο δεν σταμάτησαν ποτέ. Άλλοτε γίνονταν με πολλή οξύτητα κι άλλοτε με σχετική ηρεμία».

Αρχές Απρίλη 1947, έφθασε στη Νάξο με το πλοίο της γραμμής μια νέα λυγερή Ναξιώτισσα της Αθήνας, η Γιούλη Υδραίου το γένος Σοφικίτη από το Σαγκρί σήμερα χήρα του αείμνηστου δημοσιογράφου – συγγραφέα και αγωνιστή της Αριστεράς Σπύρου Λιναρδάτου. Η ίδια αγωνίστρια της ΕΠΟΝ και του Εφεδρικού ΕΛΑΣ που «γεύτηκε» τις συνέπειες της αγωνιστικής της δράσης στις φυλακές και τους τόπους εξορίας στην μετεμφυλιοπολεμική περίοδο και στην εφτάχρονη δικτατορία. Κουβαλούσε στην τσάντα της ένα σημαντικό μήνυμα.

Το μήνυμα, μικρό σημείωμα, ήταν κατάλληλα τοποθετημένο μέσα στο τσόφλι ενός αμυγδάλου με την εντολή να δοθεί στον λοχαγό Στέφανο Παπαγιάννη, άγνωστο πρόσωπο στην κομίστρια. Γνώριζε όμως από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ το συνεξόριστο του Παπαγιάννη Επίλαρχο Βήλο Παπαδόπουλο και ζήτησε από τον συγγενή από τη μητέρα της ταχυδρομικό υπάλληλο Σπύρο Λογαρά να τον ειδοποιήσει για μια συνάντηση μαζί της με πολλή προφύλαξη.

Έτσι έφθασε το σημείωμα στα χέρια του Παπαγιάννη. Γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του: «Το σημείωμα απευθυνόταν προσωπικά σε μένα, γιατί ήξεραν ότι μόνο εγώ γνωρίζω τον γραφικό χαρακτήρα του αποστολέα. Ήταν από το μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ Στέριο Αναστασιάδη που πιάστηκε αργότερα από την Ασφάλεια και εκτελέστηκε με άλλα μέλη της Κ.Ε. Στο σημείωμα δινόταν εντολή να προετοιμαστούν εντελώς μυστικά δώδεκα αξιωματικοί για μια πρώτη αποστολή στο βουνό. Ότι αργότερα θάρθει στο νησί κρυφά ένα καΐκι να τους παραλάβει. Ταυτόχρονα ορίζονταν τριμελής επιτροπή από μένα τον Βασίλη Βενετσανόπουλο και τον Δημήτρη Κούκουρα για να κανονίσει τις λεπτομέρειες της προετοιμασίας.

Την παραπάνω εντολή την πληροφορήθηκαν μόνο οι δώδεκα που θάπαιρναν μέρος στην απόδραση. Κρατήθηκε μυστική από τους υπόλοιπους, όχι γιατί δεν υπήρχε εμπιστοσύνη, αλλά γιατί γι’ αυτές τις περιπτώσεις έπρεπε πάντα να τηρείται αυστηρά η αρχή «ο καθένας να ξέρει μόνο ότι αφορά αυτόν τον ίδιο και τίποτα παραπάνω». Πέρα όμως απ’ αυτό και η επιλογή δώδεκα μόνο από το σύνολο θα προκαλούσε έτσι κι αλλιώς παράπονα και στενοχώρια στους άλλους».

Οι δώδεκα επιλεγέντες να αποδράσουν αξιωματικοί ήταν οι πιο κάτω:

  • Αντισυνταγματάρχης ΠΤ Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ,
  • Ταγματάρχης ΠΒ Γιάννης ΚΙΛΙΣΜΑΝΗΣ,
  • Λογαχός ΠΖ Γιώργος ΣΑΜΑΡΙΔΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Βασίλης ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Γιώργος ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Γιώργος ΚΑΤΕΜΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΒ Κίμων ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΒ Χρήστος ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΒ Θεοδόσης ΖΕΡΒΑΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΖ Θεόδωρος ΚΑΛΛΙΝΟΣ,
  • Ανθυπασπιστής Κώστας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ και
  • Λοχαγός ΠΒ Στέφανος ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ.

Οι δώδεκα πιο πάνω αξιωματικοί προετοιμάζονταν με μυστικότητα και περίμεναν σε επιφυλακή το καΐκι που θα τους έπαιρνε.

Εκείνες τις μέρες της αναμονής ήρθε διαταγή στην Διοίκηση Χωροφυλακής από το Υπουργείο να διαλυθεί η ομάδα των εξορίστων στη Νάξο και να σκορπιστούν ανά δύο ή τρεις στα γύρω χωριά. Έτσι προέκυψε ξαφνικά σοβαρός κίνδυνος να ματαιωθεί εν μέρει ή ολοκληρωτικά η αποστολή γιατί θα ήταν πρακτικά αδύνατο να περιμένει το καΐκι που θα προσέγγιζε κρυφά στο νησί να συγκεντρωθούν και οι δώδεκα.

Πλησίαζε η γιορτή του Πάσχα και οι εξόριστοι παρακάλεσαν τον Υπομοίραρχο να αναβάλει την εκτέλεση της διαταγής για μετά το Πάσχα ώστε να γιορτάσουν όλοι μαζί στην πόλη. Ο Μπεχράκης ανυποψίαστος και μόνος του ή με την έγκριση του κέντρου έκανε δεκτό το αίτημα.

Το καΐκι ήρθε σε λίγες ημέρες στις 15 Απρίλη 1947. Προφασίστηκε ο καπετάνιος (ήταν στην κατοχή στον ΕΛΑΝ και είχε πολλή εμπειρία με επιτυχίες σε τέτοιες αποστολές) ότι ήρθε ν’ αγοράσει πατάτες. Κατά το σούρουπο κινήθηκε ΒΔ και στο λιμανάκι των Αη Γιάννηδων που ο κάβος του κάνει στροφή κι είναι αθέατο από την πόλη, έδεσε. Εκεί περίμεναν οι δώδεκα εξόριστοι, επιβιβάστηκαν και σαλπάρισαν στην ελευθερία.

Η απόδραση έγινε γνωστή στον Υπομοίραρχο την επόμενη ημέρα, με σκόπιμη καθυστέρηση ωρών, στην καθημερινή αναφορά παρουσίας των εξορίστων. Ο Μπεχράκης στο άκουσμα της απουσίας των δώδεκα μόλις που γλύτωσε το εγκεφαλικό αναλογιζόμενος τις ευθύνες του. Αρχικά σκέφτηκε απόδραση στο εσωτερικό και απειλή δημιουργίας αντάρτικου στη Νάξο. Το συνδύασε με τις επισκέψεις των αξιωματικών τις Κυριακές στα χωριά. Ο ίδιος συνεπικουρούμενος και με τη ντόπια αντίδραση εξαπέλυσε μια χωρίς προηγούμενο τρομοκρατία. Συλλήψεις, ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί κράτησαν για πολύ χρόνο. Θύματα οι Αριστεροί της Πόλης μα και πολίτες, ανεξάρτητα ιδεολογίας, που έκαναν παρέα με τους αξιωματικούς.

Οι αριστεροί Μιχάλης Γρατσίας, οι ράφτες Γιάννης και Μιχάλης Μαργαρίτης, ο Γιώργος Φραγκουδάκης μα και πολίτες, άσχετοι με αριστερή ιδεολογία όπως ο Νίκος Τριαντάφυλλος, ο Νίκος Φραγκουδάκης (φαγιάς) βίωσαν για μέρες την τρομοκρατία που εξαπολύθηκε.

Η επιχείρηση απόδραση σχεδιάστηκε να ολοκληρωθεί σε 4-5 ημέρες. Μα οι απρόβλεπτες δυσκολίες ανέτρεψαν τον αρχικό σχεδιασμό και χρειάστηκαν 15 ημέρες με κινδύνους και απώλειες για την ομάδα των δώδεκα. Η πορεία του καϊκιού κράτησε 36 ώρες με στάσεις στην Πάρο και την Άνδρο για εφοδιασμό με λίγα τρόφιμα από συνδέσμους των νησιών αυτών που είχαν από πριν ενημερωθεί. Ο έμπειρος καπετάνιος του καϊκιού προδόθηκε από σοβαρή βλάβη της μηχανής που χρειαζόταν συνεργείο για να αποκατασταθεί. Η βλάβη του καϊκιού ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό της επιχείρησης. Αυτός ήταν να αποβιβασθούν οι αξιωματικοί λίγο πριν από το στενό του Ευρίπου για να περάσει ελεύθερο το πλοίο από τον έλεγχο να προχωρήσει η ομάδα πεζή μέχρι σε προκαθορισμένο σημείο, να επιβιβαστούν ξανά για να τους μεταφέρει σε περιοχή ελέγχου από τις αντάρτικες ομάδες. Η βλάβη του καϊκιού τους ανάγκασε να αποβιβαστούν νωρίτερα προς το μέρος της Στερεάς Ελλάδας, σε άγνωστο γι’ αυτούς έδαφος, με μόνα βοηθήματα ένα χάρτη της περιοχής μεγάλης κλίμακας και μια πυξίδα. Πορεύονταν προς τον βοριά μόνο νύχτα. Την ημέρα ακινησία. Συνάντησαν φοβισμένους χωρικούς και ενέδρες ΜΑΥδων που τις ξεπέρασαν με ψυχραιμία και την πίστη τους στην επιτυχία του σκοπού.

Σ’ αυτή τη δύσκολη επιχείρηση σημειώθηκαν δύο απώλειες: Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ, ο αγαπημένος μπαρμπα-Μήτσος των εξορίστων, σακάτης στο πόδι από πολεμικό τραύμα, κάπου παραπάτησε και στραμπούλισε το γερό με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει. Οι σύντροφοί του τον μεταφέρουν μέχρις ενός σημείου και σκέπτονται να ζητήσουν βοήθεια από τους ντόπιους: Ο Στέφανος Παπαγιάννης γράφει γι’ αυτό: «Εκεί στα μαντριά όπως ήταν νύχτα, πλησίασε ο Κώστας Αντωνόπουλος και ρώτησε με τρόπο για κάποιο τσέλιγκα, που ήξερε πως είχε το στέκι του σ’ εκείνα τα μέρη από ένα αδελφό του που στον ΕΛΑΣ υπηρετούσε στο τμήμα του. Έμαθε ότι είχε το σπίτι του κάπου στην πλαγιά και ξεκινήσαμε για εκεί, αφήνοντας προσωρινά τον μπάρμπα-Μήτσο σε κάτι βράχια κοντά στη δημοσιά. Να προσθέσω εδώ ότι στη διάρκεια της νύχτας έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή αυτοκίνητα με χωροφύλακες και ΜΑΥδες. Ευτυχώς ο τσέλιγκας ήταν στο σπίτι του και δέχτηκε να βοηθήσει. Το μόνο που ζήτησε ήταν να πάνε οι αντάρτες σε καμιά δεκαπενταριά μέρες να τον παραλάβουν. Το μέρος αυτό λεγόταν Κονάκια κοντά στο χωριό Μαρτίνο Φθιώτιδας. Έστειλε ένα μουλάρι μ’ ένα δικό του στο μέρος που τον είχαμε αφήσει κι εμείς φύγαμε γρήγορα για να απομακρυνθούμε όσο ακόμα ήταν νύχτα».

Ο τσέλιγκας συνελήφθη από προδοσία και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Ο μπάρμπα-Μήτσος αβοήθητος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Λαμία. Στο Έκτακτο Στρατοδικείο με γενναιότητα ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη της απόδρασης. Εκτελέστηκε με το ένα πόδι γονατισμένο αφού δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος!

Η δεύτερη απώλεια ήταν ο Λοχαγός Κίμωνας ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ. Σε ενέδρα των ΜΑΥδων, αποκοιμισμένος πάνω σε βράχια, ξύπνησε από τους πυροβολισμούς, χάνει την επαφή με τους συντρόφους του. Δεν άργησε να τον συλλάβουν και να τον παραπέμψουν στο Έκτακτο Στρατοδικείο. Στάθηκε όμως τυχερός, αφού οι γονείς του, πολιτικοί φίλοι ισχυρού πολιτικού, κατάφεραν με τη διαμεσολάβησή του η ποινή του να είναι ισόβιος κάθειρξη.

Στις 30 Απρίλη, 15 μέρες από την απόδρασή τους από τη Νάξο ήρθαν σε επαφή με τα Αντάρτικα Σώματα της Αυτοάμυνας. Στη συνέχεια θα οδηγηθούν στο Στρατηγείο του Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας) που έδρευε τότε στη Ρούμελη και θα πλαισιώσουν Επιτελεία και Μονάδες του. Όλοι τους θα σταθούν ηρωικά μέχρι την ήττα στο Γράμμο και θα γευτούν την πολύχρονη πίκρα της ξενιτιάς πάντα δοσμένοι στην ιδεολογία τους και στο όνειρό τους για μια ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη πατρίδα. Ο Νόμος της Αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης θα τους δικαιώσει βαθμολογικά κι αυτό θα το εισπράξουν σαν δικαίωση των αγώνων τους, των αγώνων του ελληνικού λαού.

Σήμερα στους πολύ δύσκολους καιρούς για τον τόπο και το λαό, που ακυρώνονται μία-μία οι κατακτήσεις από αιματηρούς αγώνες που ακούγεται από τα πλέον υπεύθυνα χείλη η απειλή απώλειας τμήματος της εθνικής μας κυριαρχίας, η αναφορά στους αγώνες και τους αγωνιστές εκείνης της εποχής για Εθνική Ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη είναι περισσότερο από επίκαιρη.

-********************************************-

 


Πηγές:

  • ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Από Εύελπις Αντάρτης, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 1991.
  • ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣΙΛΗ, «Παρών» Μια ζωή στην πρώτη γραμμή, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα.
  • Αφήγηση της Γιούλης Λιναρδάτου στον συγγραφέα στις 2 Απριλίου 2010.
  • Αφήγηση στον συγγραφέα του Μιχάλη Ηλ. Γρατσία, εκδότη εφημερίδας «Τ’ ΑΠΕΡΑΘΟΥ» στις 10 Δεκέμβρη 2009.
  • Αφήγηση στον συγγραφέα του Γιάννη Μαργαρίτη, συνταξιούχου Τραπεζιτικού, στις 15 Απρίλη 2010.

 

 

Δύο βιβλία γεννήθηκαν από τη ζωή και τη γαμημένη κρίση

Ιανουαρίου 5, 2016

Στην παρακάτω ανάρτηση προβάλλεται βιντεοσκόπηση για γερά νεύρα  της Σοφίας Φραγκούδη από παρουσίαση στον Ιανό δύο βιβλίων (προσοχή, είναι περίπου δυο ώρες). Το ένα είναι μυθιστόρημα μιας δεκάχρονης δικαστικής περιπέτειας (Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα…) και το άλλο με διηγήματα της παιδεμένης ζωής, της Μάνας και της γαμημένης κρίσης/πολέμου (Το γηροκομείο του παραδείσου).

Ο Τσαγκάρης που ‘ναι περήφανος για τη δουλειά του

Δεκεμβρίου 16, 2015

Τα τακούνια και το Δέντρο των Χριστουγέννων

 

-Να πάρεις μια κότα…

-Μάλιστα,

-Να την ξεπετσιάσουν, πρόσεξε τι λέω, και να κόψουν και τον κώλο,

-Αποκλείεται, δεν παίρνω τέτοια κότα,

-Για το παιδί είναι όχι για σένα, κάνε τι σου λέω, πάρε και ψωμί απ’ το φούρνο,

-Εν τάξει,

-Και ένα γάλα, ένα μόνο, μπλε…

-Φεύγω,

-Περίμενε, πάρε και υλικά για τοστ, τυρί χωρίς λιπαρά και όχι καπνιστές βλακείες και τέτοια, θα το πετάξω,

-Τέλειωνε έχω δουλειά,

-Να πάρεις και ψωμί για τοστ πολύσπορο, όχι τις βλακείες που μου φέρνεις,

-Δεν μπορώ να ψάχνω μια ώρα να βρω το πολύσπορο, έχουν είκοσι ειδών κομμένα ψωμιά,

-Δεν έχουν είκοσι μόνο δέκα έχουν, όλο υπερβολές είσαι, φύγε. Τον κάλεσε μόλις ήταν έτοιμος να βγει απ’ το μαγαζί,

-Να μην ξεχάσεις και μπανάνες,

-Εγώ να μην ξεχάσω, εσύ δεν μου το ‘πες, άντε τώρα μην πω τίποτα,

-Και μη τυχόν σταματήσεις στο Βαγγέλη, μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι κάνεις, το νου σου. Σταμάταγε τελευταία στο καφενείο που τον περίμενε το ούζο που παράγγελνε περνώντας για τα ψώνια, στον Βαγγέλη τον Αλβανό, έτσι με ονομάσανε, Βαγγέλη,  το ‘πινε σχεδόν στα όρθια και νόμιζε πως δεν τον καταλάβαινε κείνη, στην αρχή δεν του ‘πε τίποτα, σαν το παράκανε του όρμισε, και τι να κάνει … αραίωσε τις επισκέψεις.

Γυρίζοντας βρήκε να βήχει τον έναν απ’ τα τσιλιβυθράκια, τον παρκάρισαν εκεί μην έχοντας άλλη λύση, και μια σακούλα με μπότες κι ένα ζευγάρι χαμηλά παπούτσια της καγκελοφρυδάτης που έπρηξε τη μάνα της τηλεφωνικά να μην τον πλησιάζουν, θα κολλήσετε και χαθήκαμε, και εντολή να την πάρει τούτος για οδηγίες.

-Λέγε, τη ρώτησε, τι θέλουν τα ρημάδια,

-Ποια ρημάδια μπαμπά,

-Τα παπούτσια που μου ‘στειλες,

-Α, το ένα ζευγάρι, οι μαύρες, είναι καινούργιες αλλά γλιστράνε και θέλουν τακούνια,

-Αυτό θα πω, τακούνια,

-Ναι αλλά όχι ψηλά, χαμηλά,

-Εν τάξει, χαμηλά,

-Και το ίδιο χρώμα,

-Τέλειωνε,

-Το άλλο ζευγάρι, οι καφέ, είναι δουλεμένες αλλά γλιστράνε, και θέλουν τακούνια προφανώς,

-Και προφανώς, δεν μπορείς να μου πεις και για τις δυο πως θέλουν τακούνια, αλλά προτιμάς να περιγράψεις και το χρώμα,

-Μπαμπά,

-Λέγε να τελειώνουμε κάποτε,

-Το τρίτο το ζευγάρι…

-Γλιστράει κι αυτό,

-Πώς το κατάλαβες, αλλά ίσως χρειάζεται και σόλες,

-Παιδάκι μου, αν βάλει σ’ αυτό σόλες, θα γίνουν άρβυλα,

-Κάνε τι σου λέω, Μπαμπά, ξέρει ο τσαγκάρης,

-Και γω ξέρω αλλά…

-Μπαμπά είπα, ξέρει ο τσαγκάρης, λοιπόν σ’ αφήνω, και του ‘κλεισε το τηλέφωνο, η μοσχομυρωδάτη, κι αυτός έβγαζε καπνούς απ’ τ’ αφτιά, Τρία ζευγάρια αρβυλοπάπουτσα που χρειάζονται τακούνια και τον έπρηξε, δέκα λεπτά χαμένα, σκέφτηκε και χαμογέλασε, πάλι καλά που χουμε και τέτοια.

Πήρε τη σακούλα και σταμάτησε στον κουρέα, πέντε ευρώ η φάση, ζήταγε κι έκοβε απόδειξη,

-Θωμά, για ποιον τσαγκάρη μου ‘λεγες τις προάλλες, ήταν δυο οι παπουτσήδες, ο ένας δίπλα στον άλλον,

-Βγάζουν μεροκάματο τώρα, αυτοί κι οι γυναίκες που επισκευάζουν ρούχα, ξέρεις,

-Ναι Θωμά, ξέρω, η κρίση τα ‘φερε στην επιφάνεια,

-Ο διπλανός είναι, στο ίδιο μαγαζί με πρώτα, δεν άλλαξε τίποτα.

-Τι κάνουν και πότε να ‘ρθω, ρώτησε, ά και με τούτα τα πατούμενα που γλιστράνε, γίνεται τίποτα,

-Πώς δε γίνεται, ορίστε μ’ αυτό το λεπτό σόλιασμα ούτε θα φαίνεται ούτε θα γλιστράει, Είχε δίκιο γαμώτο μου, μουρμούρισε,

-Πολλά σας φαίνονται, ρώτησε κείνος σαν του ‘πε το κόστος,

-Κρατήσατε το παλιό τραπεζάκι της δουλειάς και τη μηχανή και τα εργαλεία, και βλέπω τα ράφια γεμάτα με παλιά παπούτσια, παρατήρησε,

-Ναι τα κράτησα και κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, του πεθερού μου είναι του Σωτήρη του Στεργιάκη απ’ τα Χανιά, έχουμε μάλιστα και το ίδιο όνομα,

-Πήρες θυγατέρα του, καλά έκανες,

-Ναι τη δεύτερη, δήλωσε με καμάρι ο Γιώργος που κράτησε τα παλιά σύνεργα του τσαγκαράδικου, Ξέρετε, αυτά τα εργαλεία καθώς και το τραπεζάκι, συνέχισε κείνος, τα τράβηξε παλιότερα φωτογραφίες κάποιος και τα ‘βαλε σε βιβλίο, μου το ‘πε ο Θωμάς,

-Άμα λάχει και σε ρωτάνε απαντάς πως δουλειά σου είναι τσαγκάρης, τον ρώτησε τούτος,

-Ναι γιατί όχι, το ψωμί μου βγάζω, γιατί να μην το λέω.

Στον Γιώργη τον Στεργιάκη, τον γαμπρό του Σωτήρη Στεργιάκη, του Κρητικού τσαγκάρη, που κρατήσανε κι οι δυο τους τα παλιά καλά εργαλεία και τιμούνε τα, έγραψε στο εσώφυλλο δίνοντάς του τη Λίστα του Τσαγκάρη και κείνος τον κοίταξε, όπως κοιτάνε οι καλοί άνθρωποι.

Γύρισε σπίτι του και κατέβασε το κουτί με τα υλικά για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

-Παππού να βοηθήσω;

-Κι απέ πώς θα στολίσει η γιαγιά το δέντρο χωρίς εσένα και τον έτερο Καπαδόκη, θα ‘ρθει κι εκείνος, να του κρατήσετε στολίδια.

Πολυτεχνείο 1973, μια κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα

Νοεμβρίου 16, 2015

Για την αυριανή επέτειο της εξέγερσης  του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, μπορείτε οι έχοντες υπομονή να δείτε μια συνέντευξη/μαρτυρία που δόθηκε πριν κάμποσα χρόνια

 

Πρώτο μέρος της συνέντευξης στη Χίο/TV  ΑΛΗΘΕΙΑ περί το 2002 (;)

https://www.youtube.com/watch?v=f-BLdWtVOPw

Δεύτερο μέρος της συνέντευξης

http://youtu.be/rgzBHwlUtDg

 

 

Για την παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, τη λογοτεχνία και … άλλα τινά

Οκτωβρίου 3, 2015
(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στις προηγούμενες τρεις αναρτήσεις, τις σχετικές με την ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση, δηλαδή αδιαφορείτε για τα εγκώμια περί τον συγγραφέα μένοντας στα υπόλοιπα)

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα» &

΄΄Το γηροκομείο του παραδείσου΄΄ &….

Παρουσίαση από την Λιάνα Κανέλλη και τον Γιάννη Κακαρά

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

Παρουσίαση από την Λιάνα Κανέλλη, Βουλευτή του ΚΚΕ

 

Θα μιλήσω για ένα βιβλίο. Θα μιλήσω για το βιβλίο του και για τον Αντώνη και για τίποτε άλλο. Παρ’ ότι το βιβλίο προσφέρεται στον καθένα και στην καθεμιά απ’ όποια σκοπιά θέλει, ώστε να βρει προσωπικές, από ιδεολογικές μέχρι εμπειρικές, αντιστοιχίες και σχεδόν να ταυτιστεί. Που σημαίνει ότι το βιβλίο έχει μια εξαιρετική ικανότητα. Αντίστοιχη μ’ αυτήν που έχουνε τα πιο πετυχημένα φιλμ του παγκόσμιου σινεμά ανεξαρτήτως εθνικότητας – σ’ αυτό πρωτοπορούν οι Αμερικάνοι,  είναι μάγκες – και τα καλύτερα ποιοτικά σίριαλ σε ολόκληρο τον κόσμο, όταν προσφέρουν ρόλους με τέτοιο τρόπο,  ώστε ο κάθε ένας και η κάθε μία στην πολλαπλότητα των εναλλακτικών προσωπικοτήτων να ταυτιστούν.

Ο Κακαράς στο βιβλίο της Δικαιοσύνης μ’ έκανε να ξανασκεφτώ τον στίχο Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ,  κι αυτό το νοητό είναι που έκανε να σφιχτεί η καρδιά μου, να πιάσω το βιβλίο, να προσπαθήσω να το διαβάσω πιο ρυθμικά και πιο ήσυχα, και να με αγχώσει σε τέτοιο βαθμό, που να θέλω οπωσδήποτε να το τελειώσω, και να το διαβάζω με τον ρυθμό που γράφει.

Ανέκαθεν ο Κακαράς, ο σύντροφος εδώ χωρίς αιδώ, ο σύντροφος Αντώνης, γράφει με τον τρόπο που γράφουν οι άνθρωποι που είναι σκασμένοι. Οι άνθρωποι που έχουνε συνηθίσει να δίνουνε περιεχόμενο στα γαλόνια τους, και όχι να δίνουνε τα γαλόνια τους περιεχόμενο στην υπόσταση τού τι κουβαλάει ο καθένας στον ώμο του.

Το βιβλίο λοιπόν λέει κάτι πάρα πολύ απλό, μα πάρα πολύ απλό. Ποιος έχει στα χέρια του το μαχαίρι και το πεπόνι της δικαιοσύνης. Ποιος φτιάχνει τους νόμους, ποιος κλείνει την δικονομία, ποιος έχει την γνώση, ποιος έχει τα μέσα, την πρόσβαση, το χρήμα, την υπομονή και την δυνατότητα να διαφεύγει της ποινής και να μην καταβάλει τίμημα για τα βαρύτερα των εγκλημάτων.

Συνέπεσε δε αυτόν τον καιρό να κυκλοφορήσει ενόψει της δίκης των, κατά Καμίνη, μη ιδεολογικώς ενοχοποιούμενων. Έτσι για να θυμόμαστε πού είμαστε και σε ποια πόλη. Είμαστε στην Αθήνα το 2015, και ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής. Η γιγάντια προσπάθεια που γίνεται, είναι να αποϊδεολογικοποιηθεί και να αποπολιτικοποιηθεί η δίκη έτσι, ώστε όλα να πάνε απλά και μαλακά. Και το βιβλίο του Κακαρά μας εξηγεί πως γίνεται αυτό, χωρίς να αφορά αυτή τη δίκη.

Ο ήρωας είναι ένα καθίκι, ένα κάθαρμα που έχει ξεκινήσει από ένα χωριό, το οποίο όμως είναι και έξυπνο κάθαρμα, μπορεί και τελειώνει και το σχολείο και μπαίνει και στην Γεωπονική – ξέρω και άλλους από την Γεωπονική – γιατί έχει χωράφια. Δεν του πάει, αλλού ήθελε αλλά πάει στην Γεωπονική, γιατί ο πατέρας του έχει χωράφια. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα χωράφια, είναι ο ιδιοκτήτης της γης.

Και αρχίζει την ζωή του και την σεξουαλική του έκφραση, δραστηριότητα, ωριμότητα, βατεύοντας – να αρχίσω να χρησιμοποιώ τέτοιες λέξεις ώστε να είμαι και κομψή, γιατί υπάρχει και βίντεο, που θα δω στο YouTube και θα πρέπει να απολογούμαι μετά, όπως έχω απολογηθεί και για άλλες παρουσιάσεις βιβλίων, στις οποίες πηγαίνω μόνο εάν μου αρέσει το βιβλίο, δεν με ενδιαφέρει καν ενίοτε και ποιος είναι ο συγγραφέας, στην προκειμένη περίπτωση αγαπάω πάρα πολύ τον συγγραφέα, γι’ αυτό και διάβασα και το βιβλίο του και γιατί έχω διαβάσει και τα προηγούμενα, για να κλείσω τις προσωπικές παρεξηγήσεις – βατεύει {λοιπόν το καθίκι} την αδερφή του.

Η αδερφή του δεν τολμάει να μιλήσει και αφού ασκείται σεξουαλικά, (είναι και έθιμο σε πολλές περιοχές της χώρας μας, να μένει η παρθενιά μέσα στο σόι των κοριτσιών, για να μην χαλάει το αίμα και η παράδοση του αίματος, γιατί όπως λέει και ο ήρωας, «Εγώ..» λέει «δεν είμαι κακός»), περνάει το στρατό,  πηγαίνει έξω, εκπροσωπεί τη χώρα, μπαίνει μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Και μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν αφήνει μαθήτρια για μαθήτρια, τις βιάζει, τις εκβιάζει, πουλάει βαθμούς, τρώει μία καταδίκη, κάτι αναβολές κάτι τούτα, κάτι εκείνα, τρώει μία δεύτερη καταδίκη, κάτι αναβολές κάτι τούτα, κάτι εκείνα, τον κυνηγάει ο Γιάγκος.

Το πρόβλημα είναι ο Γιάγκος εδώ σ’ αυτό το βιβλίο. Πόση έλλειψη δυνατότητας έχει ο καθένας από εμάς, ως πολίτης, να είναι Γιάγκος. Να κυνηγάει το κακό, κόντρα στην γραφειοκρατία, κόντρα  στην … γιατί είναι και το παραπολιτικό. Είναι το επαρχιωτόπουλο που πέτυχε στην Αθήνα, κρέμασε το σώβρακο του, το κρέμασε στην Αθήνα, είχε επαρκείς σπουδές, επαρκές όνομα, επαρκή ιστορία, χίτες, εμφύλιος, ό,τι άλλο θέλετε.

Μέσα στο πολιτικό σκεπτικό, ο συγγραφέας, μιλάει για την συμβολή του κακού στον υπέροχο δυτικό καπιταλιστικό μας κόσμο. Και το κακό παίρνει συνεχώς παράταση για να μπορεί ν’ αναπαράγει τον πολιτισμό. Πώς γράφει ο Κακαράς; Γράφει όπως θα έβριζε, όπως θα σηκωνόταν οργισμένος και θα μίλαγε. Γράφει όπως το τάβλι που σβούριξε.

Η στίξη του, για να την διαβάσεις φωνακτά, είναι αφάνταστα δύσκολη, αφάνταστα δύσκολη, έχει ανατρεπτικές προτάσεις, τα κόμματα τού λείπουν… Αν ήθελα να κάνω την έξυπνη… θα την κάνω, γιατί να μην την κάνω, όλοι κάνουμε τον έξυπνο όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, κάνουμε και τον εαυτό μας κριτικό. Δεν είμαι κριτικός, αλλά όταν το διάβαζα είχα το αίσθημα ότι διαβάζω Τζόυς, Τζέημς Τζόυς, όταν το πρωτοδιάβασα. Γράφει σχεδόν άστικτα.

Δεν πιστεύω ότι βελτιώνει τον εαυτό του, ο Κακαράς, όταν γράφει. Και κυρίως είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς, που δεν ξεβράζει σκελετούς και πτώματα από μέσα του. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι πάει να πει, έχω αναλάβει την ευθύνη αντρών κάτω από εμένα και διαταγών πάνω από εμένα, και να παραμένω ολόκληρος ως πρόσωπο. Γράφοντας λοιπόν έτσι, πετυχαίνει κάτι που είναι εξαιρετικά σπάνιο. Αν ξέρει κάποιος ότι έχει υπάρξει στρατιωτικός, να εύχεται, άμα του λάχει ποτέ είτε να είναι σε πολιορκία, είτε να είναι σε πόλεμο, να έχει κάποιον που από μόνος του μπορεί να είναι κόκκινος στρατός και λαός σαν στο Στάλινγκραντ.

Στο Στάλινγκραντ θες Κακαράδες, δεν θες ελεύθερους σκοπευτές. Θες αυτούς οι οποίοι μπορούν να οργανώσουνε, εκτός από την αντίσταση και εκτός από τον πόλεμο, το πώς θα επιζήσει ο πληθυσμός. Και εάν χρειαστεί, να επιζεί ακούγοντας Σοστακόβιτς . Και δεν κάνει επίδειξη ούτε εμπειριών ούτε γνώσεων. Είναι αξιωματικός της γραφής, αυτό είναι σπάνιο είδος, σπάνιο είδος.

Συνήθως οι στρατιωτικοί εάν δεν καταλήξουνε ευρωβουλευτές ( για να πετάξω και εγώ στην σπόντα μου, δεν μπορώ, δεν αντέχεται) έρχονται αντιμέτωποι με το ευρωπαϊκό δίκαιο, έχει σημασία. Πάρτε το στρατιωτικό που γράφει -είμαστε στο 2015 με αυτό το παρελθόν – για την δικαιοσύνη και το σύστημά της. Έχοντας αντιμετωπίσει το γεγονός ότι υπάρχουνε βασανιστές φρικτοί γιατροί – διάβαζα προχτές – καθάρματα του ναζισμού που δεν είναι μόνο ο Μένγκελε, είναι τόσοι… Η βαρύτερη ποινή που έχει πάρει ένας από αυτούς, ήτανε έξι χρόνια και δεν τα εξέτισε. Ένας αυτοκτόνησε μόνο, και ένας εκτελέστηκε. Όλοι οι υπόλοιποι {καταδικάστηκαν σε} 2-3-5 χρονάκια, δεν κάτσανε και μέσα, βρήκανε τρόπο γλιτώσανε, βάλανε επιστημοσύνη!

Έχω έναν συνάδελφο, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, γιατρό, ο οποίος σήμερα μου έλεγε, ο δυστυχής, πως το νοσοκομείο τον έβαλε να πηγαίνει… (από κρατικό νοσοκομείο, εδώ στην Ελλάδα), {μάρτυρας επί} δεκατέσσερα χρόνια, και τώρα θα πληρώσει και 50.000 για συκοφαντική δυσφήμηση. Θα παρουσιαστεί από τον Ιατρικό Σύλλογο μέχρι τα δικαστήρια, εναντίον ενός γιατρού ο οποίος ξετίναζε για επιστημονική πλάκα τους ανθρώπους. Για επιστημονική πλάκα. Και δεν τον διέγραψε ποτέ, ούτε ο Ιατρικός Σύλλογος! Έφτασε να κάνει μήνυση σ’ αυτούς που καταθέτανε, και από τις είκοσι εννιά υποθέσεις τις αποδεδειγμένες, στα δικαστήρια έφτασαν τρεις.

Αυτή την εμπειρία δεν υπάρχει κάποιος από εσάς {να την έχει;} Κάπου λέει μέσα ο Κακαράς, πως του είπε ένας φίλος του, και είναι εξαιρετικά καλό σ’ αυτό το μυθιστόρημα εδώ μέσα, ότι η απόφαση της δικαιοσύνης είναι σωστή, όταν τελειώνει και δεν είναι κανένας ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα της δίκης. Είναι τόσο πικρό και τόσο αληθινό, που δεν αφήνει περιθώρια σε μία ευρωπαϊκή δικαιοσύνη. Η οποία, κακά τα ψέματα τώρα, εντάξει όταν συζητούσε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την δικιά μας την φωτογραφία, για να πάω και στα media, σφάζανε τους επαναστάτες της Μαδαγασκάρης και τους πνίγανε στον Σηκουάνα!

Αντί να τα λέω, θα σας πω, θα σας διαβάσω μόνο δύο μικρά αποσπάσματα. Θα προσπαθήσω να τα διαβάσω έτσι που γράφεις, φιλάρα μου. Δηλαδή πρέπει να είμαι τουλάχιστον… τι να σου πω, η Έλλη Λαμπέτη, για να διαβάσω μονόλογο, δεν μπορώ. Είναι δύσκολο αυτό το πράγμα να το φέρεις στην επιφάνεια, είναι καταπληκτικό να το διαβάζεις ως βιβλίο. Καταπληκτικό. Και θα μπορούσε και να διδάσκεται και στα μαθήματα τής γλώσσας, τώρα που έχουν περάσει και φωνητική γραφή, ξέρεις ‘μπ’ και ‘α’ κάνει ‘μπα’ ή κάνει ‘μπουά’; Δεν ξέρω. Εξαρτάται. Λοιπόν, επειδή έτσι διδάσκεται τώρα,  ναι διδάσκεται και η αλφάβητος {αλλά} ούτε τέτοια πράγματα, ούτε η ανάγνωση {διδάσκεται} στο σχολείο…, αυτά είναι περιττά πράγματα, οι απαγγελίες τώρα! Αυτά είναι ρομαντικές ηλιθιότητες παλαιών εποχών… Λοιπόν.

«Απρίλιος του 2002 και ο κύριος αυτός καταδικάζεται σε 20 μήνες φυλάκιση μετά την αγωγή και τις καταγγελίες της πρώτης φουρνιάς των κοριτσιών. Είχε αρχίσει την απολογία του με τον ψαλμό ΄΄η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα και ο νόμος σου αλήθεια΄΄ ενώ η εισαγγελέας τον κοίταξε έκπληκτη. ΄΄Τι θέλετε να πείτε κύριε΄΄, τον ρώτησε και εκείνος ανέκραξε, ΄΄οι άνομες βλέπετε βλέψεις των συκοφαντών μου και η συνομωσία τους βρήκαν, δυστυχώς, τους δικαστές ανέτοιμους να δούνε την αλήθεια. Εντούτοις συγχωρώ τους διώκτες μου και  τους συνιστώ να συμφωνήσουν, έστω κα την τελευταία στιγμή, να σταματήσουν, αν λέγω, αν είναι χριστιανοί, να κυνηγούν έναν αθώο άνθρωπο΄΄. ΄΄Δηλαδή ζητάτε να συμβιβαστείτε΄΄, συμπέρανε ο πρόεδρος,  και ο δικηγόρος των μηνυτών αρνήθηκε την πρόταση. ΄΄Θα αστειεύεται ο κατηγορούμενος΄΄, δήλωσε ψυχρά. ΄΄Ταλαιπωρεί τους ανθρώπους αλλά και εμάς δώδεκα χρόνια ,κύριοι δικαστές, νισάφι πια΄΄. Η αίθουσα του τριμελούς είναι κατάμεστη, αφού όλοι γνωρίζουν, πως παίζεται η εξέλιξη μιας υπόθεσης που ταράζει από χρόνια τα νερά της πόλης, με κεντρικό πρόσωπο έναν καθηγητή, που κυνηγούσε, έδερνε, κακοποιούσε τα παιδιά του, εκβίαζε, απειλούσε, τρομοκρατούσε όποιον ερχότανε εμπόδιο στον δρόμο του. Ήτανε ο Σύμβουλος του Υπουργού που καταγότανε από την περιοχή τους, δεν γινόταν να μην μάθουν όλοι τι συνέβαινε…»

Προσέξτε όμως την ιδεολογική τοποθέτηση του Κακαρά, απέναντι στο κακό. «Κωλοσταυρίδες είναι οι καλές σαύρες στο νησί των ανέμων και των κόκκινων βράχων, ενώ ψαψαμίτες καλούνται τα δηλητηριώδη ξαδέρφια τους. Το ένα είναι χαριτωμένο σαυροειδές μικρού μήκους καλό και αγαθό και τρώει ψιλοκορφάδες και λουλούδια από τις πουρνάρες σαν ανθίζουν, είναι άκακα, επομένως αποδεκτά για παρέα απ’ όσους γουστάρουν σχετικώς, μπορούμε να τα παρουσιάσουμε με τους αντίστοιχους ανθρώπους, ενώ το άλλο είδος, το ‘χετε αντιληφθεί, είναι επιθετικά, κακότροπα, τσιμπάνε και πρέπει, λέει, να σε βάλουν σε φούρνο για να βγει το δηλητήριο, τουλάχιστον έτσι κάνανε οι παλιοί σε τέτοιες περιπτώσεις, το ίδιο και με τα τσιμπήματα από σκορπιό που ‘τανε κάτω από κάθε πέτρα, πίσω από κάθε εξάρτημα πεζούλας, πάνω σε ταβάνια, κάτω από ταβάνια κρεμασμένοι να τους βλέπεις και να σου κόβεται η ανάσα, να σου παγώνει το αίμα, να μουδιάζεις ολόκληρος, έτσι διηγούνται οι παλιοί (κι η Μενεμένη μεταξύ τους),  τι άλλο χρειάζεται επομένως για να παρομοιάσουμε και τον Λάδα ως ψαψαμίτη του ανθρώπινου είδους, κακό άνθρωπο δηλαδή, βεβαίως δεν μπορούμε να φανταστούμε τον ψαψαμίτη να προσβάλει την γενετήσια αξιοπρέπεια μιας κωλοσταυρίδας, εξ ου και χάσμα χωρίζει τον άνθρωπο αυτόν από το επικίνδυνο, για λόγους ισορροπίας στη φύση, πλην αγαθό ερπετό.» Εδώ είναι η τελεία {και συνεχίζει ο συγγραφέας}.

«Αλίμονο, θα το προσβάλαμε το ζωντανό. Και αναρωτιέται κανείς, είναι και ο Λάδας, και  όποιος Λάδας, απαραίτητος στην σεξουαλική και λοιπές αλυσίδες της εξέλιξης του ανθρώπου ως παράγοντα του ζωικού βασιλείου, όσο και ο ψαψαμίτης ή όπως κάθε ζώο μοχθηρό, αιμοβόρο, κακό με λίγα λόγια, ή δεν χωράει η έννοια ΄΄κακό΄΄ παρά μόνο στους έλλογους ανθρώπους;  Απάντηση θα πάρουμε μόνο από τον φορέα που δικαιούται θεσμικά και εμπράκτως να αποδεικνύει αυτή την αποδοχή, ότι δηλαδή είναι απαραίτητος και ο κακός άνθρωπος τόσο, όσο είναι απαραίτητο και το κακό εν γένει. Και εξηγούμαστε. Η πάταξη του κακού και η απονομή δικαιοσύνης όσο περισσότερο κρατάει σε διάρκεια, τόσο φαίνεται πως είναι καλύτερη η απόδειξη της αναγκαιότητας του κακού. Θα υπήρχε άλλος λόγος απ’ αυτόν, δηλαδή να εμπεδώσουν όλοι τη χρησιμότητα ύπαρξης και του κακού ως στοιχείου απαραίτητου για να ξεχωρίσουμε το καλό, αν αντί των δέκα χρόνων για την πάταξή του αντιδρούσε η δικαιοσύνη άμεσα και πάτασσε το κακό στη γέννηση του με αστραπιαία ταχύτητα; Τότε θα εξαφανιζόταν τάχιστα, οπότε πώς θα γνωρίζαμε την ύπαρξη και την ομορφιά του καλού;»

Σκεφτείτε το αυτό σε περίπτωση ασφαλιστικής με τροχαίο και ασφάλιστρα που πρέπει να καταβληθούν. Τι ωραίο ε; Πώς θα ξέρει η ασφαλιστική το καλό. «Επίσης εάν γινόταν έτσι θα συνέχιζαν να είναι απαραίτητοι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης σε όλα τα επίπεδά της με πρώτο και πολυπληθέστερο των δικηγόρων; Δεν θα είχαμε τότε φαινόμενα αντιστροφής των εννοιών και από ανάγκη επαγγελματικής ενασχόλησης σ’ αυτά τα στρώματα του πληθυσμού, φερ’ ειπείν θα ξεκινούσε ο θρίαμβος του κακού ως στοιχείου απαραίτητου, και ως εκ τούτου η δίωξη του καλού από τους ίδιους μηχανισμούς;» Αυτός είναι ο Κακαράς και αυτό είναι το μυθιστόρημα. Δεν είναι ψαψαμίτης. Δεν είναι κωλοσταυρίτης. Δεν είναι ζώο.

Το βιβλίο Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον  αιώνα είναι από τα πολύ ωραία σύγχρονα μυθιστορήματα πραγματικότητας. Είναι απ’ αυτά που θα παρακαλούσες να τα δεις σ’ ένα σίριαλ στην τηλεόραση. Τι σημαίνει αυτό; Υποχρέωση διαφημιστική του δικαιακού μας συστήματος να προτείνει καλό διάβασμα στο κοινό λίγο πέρα από τον κώδικα Ντα Βίντσι. Εγώ το φαντάστηκα σ’ ένα σίριαλ που θα έχει και πολύ μαυρόασπρο, να θυμίζει Εκείνος κι Εκείνος, ξέρετε τι εννοώ,  ένα τέτοιο πράγμα, μία τέτοια προσέγγιση. Δεν πρόκειται να έχει τέτοια τύχη. Δεν πουλάει αυτό, δηλαδή θα ξεμείνει πολύς κόσμος από δουλειά, άμα αυτά τα βιβλία διαβαστούν πάρα πολύ.

Κι έπειτα ο Γιάγκος σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι Γιαγκούλας και δεν είναι και μερμηγκάκι. Είναι κάποιος που το έχει πάρει απόφαση να βγάλει από το εκπαιδευτικό σύστημα, προσέξτε, όχι από την ζωή, όχι από τη δουλειά, όχι μόνο από την προσωπική κόντρα ή την διαφωνία την ηθική, να βγάλει από το εκπαιδευτικό σύστημα τον συστηματικό βιαστή και εκβιαστή. Και επομένως ο Γιάγκος είναι ο παιδαγωγός της παρέας.

Θα το σύστηνα, και θα σας το ‘λεγα απροκάλυπτα, από εφηβικό μέχρι ανάγνωσμα για κυρίες που βαριούνται, το εννοώ, στο κομμωτήριο. Δεν πειράζει στο κομμωτήριο, σαν ανάγνωσμα του κομμωτηρίου. Γιατί εγώ θα το ‘δινα και στα κομμωτήρια. Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει κάποια να το διαβάζει και να μη λέει «Θυμάσαι τον Μήτσο τότε που ήτανε στα δικαστήρια και σερνότανε, που δεν βρήκε το δίκιο του;» Θα πεταχτεί η διπλανή και θα  πει «αυτόν που είχε να κάνει την φυλακή, και δεν πλήρωσε ποτέ, ο παλιοκερατάς, και δεν τον γάμησε ποτέ το σύστημα;» Και όλοι μαζί θα είχαν συναίσθηση ότι η δικαιοσύνη δεν είναι νοητή. Δεν είναι νοητή έννοια. Είναι μηχανισμός επιβολής της έννοιας του καλού και του κακού από το κυρίαρχο σύστημα.

Εγώ τον ευχαριστώ που παραμένει και άνεμος και κόκκινος βράχος. Να είσαι καλά να εξακολουθήσεις να γράφεις .

 

Η παρουσίαση από τον Καθηγητή ΤΕΙ Δρ Γιάννη Κακαρά

Αν βρίσκω κάποιο λόγο να προλογίσω την παρουσίαση του τελευταίου μυθιστορήματος του αδελφού μου με τίτλο: Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα, αυτός είναι  η ανάλυση κάποιων συμβάντων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της 38χρονης επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Τα οποία δεν σχετίζονται βέβαια με το περιεχόμενο του βιβλίου αλλά ως εμπειρίες καταδεικνύουν το μέγεθος της διαχρονικής και πολύπλευρης κρίσης που περνάει ο τόπος μας στους τομείς παιδείας, του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης, της λειτουργίας του κράτους, ενώ αποκαλύπτουν και τους ηθικούς αυτουργούς σύνθετου εγκλήματος. Αυτές οι εμπειρίες μπορούν ίσως εν μέρει να παραλληλισθούν με το περιεχόμενο του υπόψη έργου. Να με συγχωρέσετε λοιπόν για την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό μόνο μπορώ να προσφέρω στην παρουσίαση.

Για χρόνια εργάσθηκα καταρχήν σε ιδιωτική και στη συνέχεια σε κρατική βιομηχανία. Μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω με πόσο άνισο τρόπο το κράτος αντιμετώπιζε τον ιδιωτικό από τον κρατικό τομέα. H κρατική βιομηχανία, λειτουργούσε με μεθόδευση των κρατούντων και στόχο την ενίσχυση του πελατειακού κομματικού κράτους. Κυριαρχούσαν η γραφειοκρατία, η ιδιοτέλεια  και οι παράλογοι και αναξιοκρατικοί διορισμοί. Με τον τρόπο αυτόν οι κρατούντες και ψήφους κερδίζανε και αποδείκνυαν ότι το κράτος αποτυγχάνει στον τομέα της παραγωγής, άρα τα δίνουμε όλα στον ιδιωτικό τομέα.  Σημειώνεται ενδεικτικά, ότι κάθε χρόνο έπρεπε να δίνεται μάχη για πρόσληψη αναγκαίου προσωπικού ενώ  ο νομάρχης (που είχε τον τελευταίο λόγο), αντιδρούσε και επέμενε να προσλαμβάνονται οι ψηφοφόροι των βουλευτών που τον στήριζαν, οι οποίοι (ψηφοφόροι) δεν είχαν καμία σχέση με τις απαιτήσεις και το αντικείμενο.

Η αναξιοκρατία και η ιδιοτέλεια των κομμάτων εξουσίας είναι η αιτία του κακού και της συμφοράς που βιώνουμε στον τόπο μας. Στον συγγενή τομέα των συνεταιριστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν την ίδια περίοδο κατασπαταλήθηκαν με σωρεία σκανδάλων πάνω από 30 δις. δραχμές για στήσιμο νέων βιομηχανιών ξύλου,  οι οποίες δεν λειτούργησαν σχεδόν στο σύνολό τους ή υπολειτούργησαν, γιατί σχεδιάσθηκαν με στόχο την προμήθεια από την αγορά ακατάλληλων και πανάκριβων μηχανημάτων. Τεράστια καταστροφή για την οικονομία, για το συνεταιριστικό κίνημα, το οποίο εξαφανίσθηκε. Οι υπεύθυνοι πήγαν στον εισαγγελέα και απαλλάχθηκαν πανηγυρικά με βουλεύματα.  Με αυτήν την τακτική διαλύθηκε ένα εύρωστο συνεταιριστικό σύστημα στη δασοπονία στον ορεινό όγκο της χώρας μας. Το ότι επιβίωσε ακόμα και μέχρι σήμερα η βιομηχανία όπου εργαζόμουν, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι κάποιοι αντιστάθηκαν στον εκμαυλισμό και την ευνοιοκρατία.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του ακουμπά με τον μύθο που περιγράφει τον τομέα της κακοδαιμονίας στις σχέσεις κράτους/κυβερνώντος Κόμματος, επίσης στον τρόπο άσκησης της δικαιοσύνης. Αυτός στη μυθοπλασία του, οι κρατικοί υπάλληλοι όμως στην πραγματικότητα.

Με βάση στη συνέχεια μια υπερεικοσάχρονη εμπειρία και στην εκπαίδευση, διαπιστώνω να υπάρχει απόσταση μεταξύ του μυθιστορήματος και της πραγματικότητας,  με τη δεύτερη να υπερισχύει. Οι δυσκολίες στον χώρο της παιδείας μας πολλές και λίγο πολύ γνωστές.  Οι κυβερνώντες ακολουθώντας την τακτική του πελατειακού κράτους, προσπάθησαν λυσσασμένα να υλοποιήσουν το δόγμα « κάθε κωμόπολη και τμήμα ΤΕΙ, κάθε πόλη και Πανεπιστήμιο». Χωρίς σχέδιο, χωρίς προγραμματισμό. Απλά υπήρχε χρηματοδότηση από την Ε.Ε. και έτσι τέθηκε ως στόχος η ικανοποίηση ψηφοφόρων σε φυλλοροούσες και παραμελημένες πόλεις και κωμοπόλεις, όπου έπρεπε να υπάρχει κίνηση, να δουλεύουν οι ταβέρνες και οι καφετέριες. Έτσι καταντήσαμε σήμερα στο σχέδιο ΑΘΗΝΑ 1 που έβαλε λουκέτο σε εξήντα τμήματα και έπεται συνέχεια.

Παράλληλα, όπως συνάγεται και από το βιβλίο, στο χώρο της εκπαίδευσης βιώνουμε για χρόνια ελλείψεις καθοριστικές και άμεσα συνδεδεμένες με   την ποιότητα της παρεχόμενης μόρφωσης αλλά και της δικαιοσύνης. Κυριάρχησε φερ’ ειπείν καθεστώς ατιμωρησίας και διαφθοράς, αφού για πάνω από  έξι χρόνια δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση για πειθαρχική δίωξη μελών του διδακτικού προσωπικού, δηλαδή δεν προβλέπονταν σύσταση πειθαρχικών συμβουλίων. Άρα η οποιαδήποτε πράξη, όσο βαριά και αν ήταν, παραγράφονταν νομότυπα μετά παρέλευση πενταετίας!

Η σκανδαλώδης αυτή παράλειψη  είχε ως συνέπεια να προστατευθούν <<ημέτεροι>> διδάσκοντες και διοικούντες τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Άνθρωποι που είχαν διαπράξει σωρεία σκανδάλων κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, μη εκτέλεσης καθήκοντος, σεξουαλικής παρενόχλησης και άλλες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες απέμενε μόνο η προσφυγή στα ποινικά δικαστήρια.

Εδώ ο συγγραφέας πλησιάζει την πραγματικότητα, αφού από το παράδειγμά του εύκολα προκύπτει το ερώτημα: από ποιόν θα υπήρχαν προσφυγές στην δικαιοσύνη, όταν για την  απονομή της απαιτείται μέχρι και δεκαετία με ατέλειωτες αναβολές στο  πλημμελειοδικείο, το εφετείο ακόμα και στον Άρειο πάγο; Όταν χρειάζεται συχνά ένας χρόνος για την καθαρογραφή της απόφασης! Και συγχρόνως να τρέχουν τα έξοδα αλλά και κάμποσες χιλιάδες ανθρωποώρες συνολικής εργασίας όσων εμπλέκονται στην περιπέτεια.

Καταγράφεται λοιπόν περίπτωση καταγγελιών σεξουαλικής παρενόχλησης εναντίον εκπαιδευτικού, η οποία τελεσιδίκησε με απόφαση του Αρείου Πάγου. Έχω προσωπική εμπειρία από παρόμοια υπόθεση.  Όπου αναγκάστηκαν οι κυβερνώντες να λειτουργήσουν τα αραχνιασμένα πειθαρχικά συμβούλια, μόνον όταν εμφανίσθηκε η επάρατος τρόικα! Εν τω μεταξύ όμως πόσες αξιόποινες πράξεις είχαν παραγραφεί; Πόσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν τα συντάξιμα χρόνια τους και συνταξιοδοτήθηκαν; Πόσοι έπραξαν το κακό χωρίς να υποστούν την παραμικρή τιμωρία;

Και κάτι ακόμη, για να προσφέρω και προσωπικά στον εκνευρισμό σας. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν κοινοποιούνταν στο εκπαιδευτικό ίδρυμα και το υπουργείο παιδείας, γιατί θίγονταν προσωπικά δεδομένα!!! Πιάσε τ’ αυγό και κούρευτο. Έτσι είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να απονέμουν τη δικαιοσύνη στη χώρα μας!

Ένα ακόμη δείγμα της τεράστιας κρίσης στην παιδεία αλλά και σπάνιας εξαίρεσης στις αποφάσεις της διοίκησης είναι το ακόλουθο: Καθηγητής υποβάλλει φάκελο για προαγωγή στην παραπάνω βαθμίδα. Παρουσιάζει ως προσόντα, δεδομένα, μεγάλο ποσοστό των οποίων είναι ψευδή. Τα 4 μέλη της επιτροπής αξιολόγησης, για κομματικούς κυρίως λόγους, ψηφίζουν Ναι, το 5ο μέλος ψηφίζει Όχι με αποδεδειγμένη αιτιολόγηση. Τελικά η Υπουργός Παιδείας (προς τιμήν της) δεν εγκρίνει την προαγωγή.

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυτοδιοικούνται και διαχειρίζονται αρκετές πιστώσεις όπου ήταν συχνές οι περιπτώσεις αδιαφάνειας και κακοδιαχείρισης. Ο χρόνος δεν επιτρέπει παράθεση παραδειγμάτων, αλλά υπάρχουν τέτοια όπως η σκανδαλώδης παραχώρηση κυλικείων  με πλούσια κίνηση και υπέρογκα κέρδη,  μεθοδευμένες αναθέσεις δομικών έργων σε ημετέρους,  δαπάνες χιλιάδων ευρώ για προμήθειες υπερσύγχρονων  συσκευών,  μηχανολογικού και άλλου εξοπλισμό, ακόμα και ολόκληρων θερμοκηπίων, τα οποία είναι μεν απαραίτητα  αλλά μεγάλο μέρος δεν χρησιμοποιείται, χωρίς να υπάρχει έλεγχος για την κατάσταση αυτή.

Φαινόμενα διαπλοκής στις εκλογές των διοικήσεων. Εκπρόσωποι φοιτητών στα συμβούλια διοίκησης στηρίζουν και ψηφίζουν με εντολή και με ανταλλάγματα. Είναι σχεδόν  αδύνατο, να διεκδικήσει κάποιος στις εκλογές για τη διοίκηση του ΤΕΙ θέση και να το πετύχει, αν δεν στηρίζεται από συνδικαλιστική παράταξη κόμματος εξουσίας.

Καθεστώς αναξιοκρατίας, ιδιοτέλειας, μεθόδευσης και έλλειψης προγραμματισμού : Βουλευτές που γίνονται Καθηγητές ΑΕΙ και ΤΕΙ χωρίς να έχουν τα προσόντα, πρόσληψη διοικητικού προσωπικού με αδιαφανείς διαδικασίες, φωτογραφικές προκηρύξεις θέσεων Ε.Π. τεχνικού προσωπικού και οικογενειοκρατία, είναι μερικά δεδομένα που αποκαλύπτουν το καθεστώς της αναξιοκρατίας στην παιδεία.

Ενθυμούμαι ότι σχεδόν όλο το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος είχε διορισθεί από το παράθυρο. Διορίζονταν γραμματείς χωρίς να γνωρίζουν Η/Υ, βιβλιοθηκονόμοι που δεν είχαν καμία σχέση με τα βιβλία και την οργάνωση βιβλιοθηκών. Την ίδια ώρα έμειναν αδιόριστοι πτυχιούχοι λογιστές, βιβλιοθηκονόμοι, οικονομολόγοι κ.α.

Η εικόνα των περισσότερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πλην εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτη. Διάδρομοι και κοινόχρηστοι χώροι έχουν μετατραπεί σε στέκια νεολαιών με μουσική στη διαπασών, με πωλήσεις κασετών, με κομματικά συνθήματα παντού. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα διαμορφώνονται σύμφωνα με τα συμφέροντα των διδασκόντων και όχι των διδασκομένων. Οι φοιτητές δεν παρακολουθούν τη θεωρία (ή αυτό γίνεται σε ποσοστό 5%). Αυτό βολεύει κάποιους διδάσκοντες, και αν σκεφθεί κάποιος ότι οι μεγάλες βαθμίδες καλύπτουν το ωράριό τους μόνο με παραδόσεις, δηλαδή θεωρία, τότε αντιλαμβάνεται πως καθιερώθηκαν οι ιπτάμενοι καθηγητές σε ιδρύματα της επαρχίας. Η μεταφορά μαθημάτων στο πτυχίο αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και αρνητικό δεδομένο, που καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να πειράξει. Όπως άλλωστε και ο θεσμός των αιώνιων φοιτητών, τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση φαίνεται πως επαναφέρει. Τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας μετατράπηκαν σιγά-σιγά σε εξεταστικά κέντρα. Με δυο λόγια η παιδεία είναι ο μεγάλος ασθενής. Η κρίση τεράστια.

Θα μού πείτε πως με όλα αυτά καταφέρνουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να λειτουργούν και να δίνουν πτυχία σε πολλές περιπτώσεις με αντίκρισμα;  Είναι οι λίγοι αφανείς που παλεύουν, που πάνε κόντρα, που κάνουν σωστά τη δουλειά τους, αλλά είναι και η ελληνική οικογένεια που τα δίνει όλα για τη μόρφωση των παιδιών της.  Η τεράστια ευθύνη για την κρίση στην παιδεία υπάρχει στο πολιτικό σύστημα, στους κρατούντες που επί δεκαετίες τώρα πειραματίζονται με ιδιοτέλεια, ασκούνε μια πολιτική διάλυσης της παιδείας σε όλα τα επίπεδα, με στόχο πάντοτε τη συντήρηση του πελατειακού κράτους.

Μια λέξη ακόμα για τα βιβλία που παρουσιάζονται σήμερα. Το ένα με τα διηγήματα, εν τάξει, μου άρεσε γιατί μου θυμίζει και πολλά της γενιάς μου, τι βιώσαμε και τότε και τώρα, το πώς ζούσαμε μικροί και λοιπά, για το άλλο όμως, αυτό περί τη δικαιοσύνη και την παιδεία, έχω να πω πως δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω την λογοτεχνική του αξία. Ο συγγραφέας πάντως προσπάθησε, κάπως κάλυψε την πραγματικότητα, η οποία όπως πιστεύω είναι χειρότερη από το μύθο του.

Περί Δικαιοσύνης, Πολιτικού Προσωπικού, Διοίκησης και άλλα τινά από τον τ. Πρόεδρο του Συνασπισμού

Οκτωβρίου 2, 2015
(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στην αναρτήσεις των κειμένων του Αλεξανδρή και του Μοσχοβάκου στην ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση)

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα» &

΄΄Το γηροκομείο του παραδείσου΄΄ &….

Παρουσίαση από τον Νίκο Κωνσταντόπουλο

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

 …. Όταν μπήκα ο συντονιστής μου είπε να σας γνωρίσω τον κύριο συγγραφέα. Του απάντησα ότι είναι σεσημασμένος παλαιόθεν και γνωστός, ο κύριος συγγραφέας, για πολλούς και διάφορους λόφους.

Θέλω να συμπληρώσω την συναισθηματική αναφορά του Νίκου του Μοσχοβάκου στο ενθύμημα των χρόνων της φυλακής. Είναι ξύλο ελιάς, το οποίο το φτιάχνανε στα ξυλουργία, σε όποιες φυλακές υπήρχε ξυλουργείο, στις Φυλακές της Κέρκυρας, στις φυλακές των Τρικάλων, στις φυλακές της Αίγινας μέχρι να καταργηθούν, στις φυλακές του Ιτζεδίν . Αυτό το ξύλο της ελιάς το δίνανε στο ξυλουργείο και το επεξεργαζόντουσαν, το κόβανε σε ό,τι σχέδιο τους ζητούσαν. Το συγκεκριμένο ήταν μία ροδέλα, έχει μία εγκοπή εδώ, βάζαμε δέρμα, κορδόνι δερμάτινο και έτσι φτιαχνόταν μια ζώνη. Άλλα σχήματα ήταν οι ξυλοκόπτες, χαρτοκόπτες, άλλα ήταν μολυβοθήκες, άλλα ήταν διάφορα βάζα μικρά διακοσμητικά, και αυτά είχαν πολλαπλή χρησιμότητα.

Μας συνέδεαν με τους, έτσι τους έλεγε το σωφρονιστικό σύστημα, με τους ποινικούς κρατουμένους, με τους οποίους είμαστε απομονωμένοι. Και έτσι είχαμε πληροφορίες και είχαμε και εξασφάλιση κάποιων πραγμάτων που ήταν αναγκαία. Η δεύτερη σκοπιμότητα ήταν, ότι αποτελούσε μία χειρονομία ελπίδας και εγκαρδίωσης όσων έξω ήθελαν να μας συμπαρασταθούν, να σταθούν δίπλα μας στην μεγάλη προσπάθεια που γινότανε τότε, να καταργηθούν κάποιες φυλακές και να απελευθερωθούν πολιτικοί κρατούμενοι. Η τρίτη σκοπιμότητα ήταν η πιο ουσιαστική, γιατί έδινε την ευκαιρία να κεντάμε και να σκαλίζουμε τον ακίνητο χρόνο. Τον χρόνο του εγκλεισμού, της απομόνωσης και της αβεβαιότητας για το αύριο. Αυτά συγκεκριμένα τα υλικά ταξίδευαν από φυλακή σε φυλακή. Τούτο εδώ πρέπει να είναι από τις φυλακές της Κέρκυρας, που τα έκοβε και τα έφτιαχνε, που τα έφτιαχνε και τα έκοβε ένας πολίτης, που εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης, και είναι αυτός την υπόθεση του οποίου έχει γυρίσει ταινία ο Θεόδωρος ο Αγγελόπουλος «Η αναπαράσταση». Αυτό {το αναφέρω} έτσι γιατί μου έδωσε αφορμή η αναφορά του Νίκου του Μοσχοβάκου, να κάνω αυτή την σημείωση , την οποία θα την συνδέσω μετά και με όσα έχω να πω για τον συγγραφέα.

Ο Αντώνης ο Κακαράς με κάλεσε στις 26 Σεπτεμβρίου του 2006 στην παρουσίαση το βιβλίου του ‘Αξιωματικοί και υπαξιωματικοί στην μεταπολεμική Ελλάδα’. Ένα βιβλίο πρωτοποριακό το οποίο θα πρέπει πραγματικά να αξιοποιηθεί από όλους εκείνους οι οποίοι θέλουν και να μελετούν την ιστορία, και να κάνουν σωστή αξιοποίηση της ιστορίας. Είχα πει τότε για τον Κακαρά, ότι έχει την ικανότητα να συλλέγει , να συστηματοποιεί και να αξιοποιεί το υλικό του. Έχει επίσης την ευχέρεια να εντάσσει την δημιουργική του δουλειά, ό,που και αν αναφέρεται αυτή, είτε σε ιστορική έρευνα είτε σε λογοτεχνική μυθοπλασία, είτε σε δοκιμιογραφική δημιουργία, να την εντάσσει στην σημερινή πραγματικότητα. Και επίσης έχει την ικανότητα να εμπνέεται ο ίδιος από αυτό που δουλεύει, και να εμπνέει με συμβολισμούς, με αναγωγές και συγκριτικές συναξιολογήσεις για τη σημερινή πολιτική και τα ήθη, υπό κοινωνική ευθύνη των φερώνυμων ηγεσιών της μεταπολίτευσης.

Και έχει και κάτι ακόμη σαν χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ο Κακαράς. Έχει την ικανότητα, την τόλμη, την αποφασιστικότητα, την ανιδιοτέλεια, να αντιστέκεται. Να αντιστέκεται έμπρακτα. Να εκφράζει αυτό το φρόνημα αντίστασης ως δημιουργική δύναμη αναζήτησης του νέου και του καινούριου. Το 2006 λοιπόν με αυτό το βιβλίο άρχισε να γράφει, και είναι μέχρι σήμερα πλούσια η δημιουργία του. Είναι φανερό ότι αν θέλουμε να βγούμε από την κρίση των θεσμών και των αξιών κοινωνίας και πολιτικής που μας περιβάλει και σιγά σιγά μας χωνεύει και την χωνεύουμε, καλό είναι να ασχοληθούμε με το έλλειμμα ιστορικής αυτογνωσίας. Ο συγγραφέας αυτός το κάνει συστηματικά. Επίσης καλό είναι να ασχοληθούμε με το έλλειμμα ή την σύγχυση ταυτότητας που έχουμε. Και επίσης αυτό είναι που κάνει συστηματικά στο έργο του. Με το έλλειμμα το παραγωγικό, το αναπτυξιακό που μαστίζει την χώρα. Και τέλος να ασχοληθούμε με το έλλειμμα το πολιτισμικό. Το έλλειμμα παιδείας. Αν διαβάσει κανείς το σύνολο των βιβλίων του, βλέπει αυτούς τους κοινούς παρονομαστές να υπάρχουν σε όλη του την δουλειά. Γιατί θα πρέπει να πούμε κάποτε, ότι ενώ είμαστε λαός Βαλκανικός, Μεσογειακός, αγνοούμε και την Βαλκανική πηγή της ταυτότητας μας και την Μεσογειακή πηγή της ταυτότητας μας. Έχουμε παρεξηγημένη την Ευρωπαϊκή πηγή της ταυτότητας μας, και επιτρέψτε μου να πω την γνώμη μου, μέσα σ’ αυτήν την σύγχυση ταυτότητας σκιαμαχούμε διχαστικά μεταξύ Ελληνικότητας και νεοτερικότητας, αλλά και μεταξύ ευρωπαϊσμού και παλαιοκομματισμού.

Ο Κακαράς είναι όρθιος, περπατάει, στοχάζεται, λέγει, καταγράφει. Είναι όρθιος, διακριτός. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό που περιγράφει η Κική Δημουλά στον στίχο της ότι πολλά κουφάρια ξέβρασε η καθημερινότητα. Αναφέρεται στον δημόσιο βίο, που κυριαρχείται από έναν δηλητηριώδη επικοινωνιακό αχταρμά, μιαν ακραία αντίληψη παραγοντισμού και αμοραλισμού, μια διαβρωτική διαπλοκή. Ο αδερφός του έκανε κάποιες νύξεις για ορισμένους τομείς του βιβλίου. Όλα αυτά τα συμπτώματα έχουν διαμορφώσει στη χώρα μας ένα νοσηρό βίο που ο συγγραφέας πνίγεται, δεν κρατάει το κεφάλι του κάτω από το νερό, κάτω από το τέλμα, βγάζει το κεφάλι του. Δεν θέλει να αναπνεύσει με το καλαμάκι, βγάζει το κεφάλι του και φωνάζει. Γιατί θέλω να επισημάνω ότι, μέσα σε όλα αυτά τα ιδεολογικοπολιτικά ερείπια που σώρευσε η μεταπολίτευση, όταν τόσοι επιπλέουν ως σκεύη άχρηστα σε τελματωμένα νερά, είναι στήριγμα αγωνιστικότητας, αγωνιστικής αισιοδοξίας και συλλογικής εγρήγορσης.

Και διεκδικεί με τα γραπτά του, πάλι βλέπει κανένας μια γραμμή να διατρέχει όλο του το έργο, μια κοινή γραμμή που είναι το ανθρώπινο δικαίωμα να διεκδικούμε, να μάθουμε την αληθινή μας ιστορία. Αναπαλλοτρίωτο ανθρώπινο δικαίωμα των λαών να μάθουν την ιστορία τους. Γιατί εμείς δεν την μαθαίνουμε την ιστορία μας. Πουθενά. Σε κανένα στάδιο των σπουδών. Και δεύτερον, το ανθρώπινο δικαίωμα να διεκδικούμε υγιή δημόσιο βίο. Γιατί ο νοσηρός δημόσιος βίος είναι διαστροφή, διάβρωση και διαφθορά των δημοκρατικών κατακτήσεων. Και με τα καινούρια βιβλία του ο συγγραφέας και με τα παλαιότερα, επιβεβαιώνει ορισμένα ξεχωριστά στοιχεία της προσωπικότητας του. Και με τα σημερινά βιβλία, για τα οποία συζητάμε, και με τα παλαιότερα, υποστασιοποιεί την συνείδηση του.

Αυτό που είναι η συνείδηση του, παίρνει υπόσταση. Δεν είναι μια αφηρημένη ιδεαλιστική αναφορά. Υποστασιοποιείται και πού; Στη στάση της ζωής του. Ανάμεσα στάση ζωής και συνείδησης υπάρχει ευθεία γραμμή. Ούτε παρενθέσεις ούτε τεθλασμένες. Είναι αυτά που πιστεύει, αυτά που γράφει. Δεν τα διηγείται, τα έχει βιώσει και τα βάζει στο χαρτί ως βιωμένη στάση ζωής, με τις αναγκαίες μυθοπλασίες, αναγωγές, τις λογοτεχνικές αυτές πρακτικές.

Επίσης με το έργο του αποκαλύπτει τον αυθεντικό τρόπο με τον οποίο εσωτερικεύει τα βιώματα του και τα μετασχηματίζει σε κώδικα αρχών, σε κώδικα ευθύνης απέναντι στον εαυτό του ως πολίτη και στο σύνολο ως κοινωνία. Δεν αρκεί μόνο ότι βλέπει, καταγράφει ή περιγράφει. Διαβάζοντας τα βιβλία του διαπιστώνει κανένας, πως αυτά που έχει βιώσει, τα εσωτερικεύει και τα κάνει συνείδηση. Είναι μεγάλη εσωτερική δουλειά, σκληρή, οδυνηρή, να κάνεις το βίωμα συνείδηση.

Επίσης με το έργο του αναδεικνύει στην καθημερινή πραγματικότητα το νέο υπόδειγμα πολίτη. Τις διαστάσεις της νέας ιδιότητας τού πολίτη. Ο πολίτης δεν είναι ο άκριτα νομιμόφρον, είναι ο πολίτης που πρέπει να αμφισβητεί. Δεν είναι παθητικός οπαδός και πρόθυμος καταναλωτής επιφορτισμένος σε ένα στερεότυπο, που είναι της μόδας και περνάει κατά καιρούς. Αλλά είναι ένας ελεύθερος πολίτης, που πέρα από τα στερεότυπα τα δεδομένα πιστεύει και αναζητεί εναλλακτικούς δρόμους. Δεν υποτάσσεται στους μονόδρομους, αναζητεί εναλλακτικούς τρόπους, αναζητεί περισσότερη ελευθερία εσωτερική και συλλογική.

Και επίσης είναι ένας πολίτης, ο σύγχρονος πολίτης, η νέα ιδιότητα του πολίτη που δεν αρκείται στα παραδοσιακά και εξουσιαστικά αναγνώσματα, αλλά διεκδικεί αναστοχασμούς, αναθεωρήσεις και διαρθρωτικές ανασυνθέσεις των πραγμάτων, όπως εξελίσσονται μέσα στην διαχρονική τους πορεία. Διαβάζεις τα βιβλία του Κακαρά και ψηλαφείς την βιωματική τοιχογραφία της ζωής του. Όπως εκτείνεται από τις τρυφερές έως τις βασανιστικές μνήμες. Απ’ την παιδική ηλικία, που είναι η πατρίδα του συναισθηματισμού μας και του ψυχικού μας κόσμου, μέχρι την ώριμη ηλικία που είναι το πεδίο της δοκιμασίας των προσδοκιών. Η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα του ψυχισμού μας και του συναισθηματισμού μας. Η ώριμη ηλικία είναι το πεδίο δοκιμασίας, του εάν και κατά πόσο οι προσδοκίες, οι ελπίδες, τα οράματα μπορούν και αυτά να υλοποιηθούν και να αποκτήσουν περιεχόμενο ζωής.

Οι ψηφίδες της καθημερινής ζωής του Κακαρά σε όλους τους τομείς που διατρέχει ο βίος του, δεν είναι σκόρπιες ψηφίδες ασύνδετες μεταξύ τους. Δεν είναι σκόρπιες στο χρόνο, έκθετες στις στροφές, στα γυρίσματα των καιρών. Συνθέτουν τα αδρά περιγράμματα μιας ματιάς  που δεν εξαντλείται στην επιδερμική προσέγγιση των όσων ιστορεί, αλλά υφαίνει ένα συνολικό εσωτερικό και εξωτερικό βλέμμα, που εμπνέει τον δημιουργό έτσι, ώστε με όσα γράφει να δίνει περιεχόμενο ζωής στην σκέψη του και στις αρχές του. Και σε αυτόν τον τομέα ο συγγραφέας δεν υποτάσσει την έμπνευση της μυθιστορίας στην επικοινωνιακή σκοπιμότητα της μυθοπλασίας και της αφήγησης. Και κατά τούτο ξεχωρίζει από εκείνη την κρατούσα πρακτική που αντικαθιστά την εξιστόρηση βιωμάτων ή την μυθιστορία έμπνευσης και φαντασίας με την λεγόμενη αφήγηση.

Έχουμε γεμίσει αφηγητές. Ο καθένας αφηγείται για τον εαυτό του και για τους άλλους. Είναι η σύγχρονη επικοινωνιακή και επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη, όπου όλοι μιλούν, η εθνική, λέει, αφήγηση, η νέα αφήγηση. Εκείνο όμως που πρέπει να πούμε είναι, ότι γεμίσαμε με διαλαλητές αφηγήσεων που εκφωνούν τα δικά τους ωραιοποιημένα σενάρια, με τα οποία ναρκισσεύονται οι ίδιοι, αναλώνονται σε δημόσιες σχέσεις προβολής εαυτών και αλλήλων, και διεκδικούν με αγοραίο τρόπο τον εμπορικό χαρακτηρισμό της δημιουργικής τους δουλειάς, διεκδικούν τον εμπορικό χαρακτηρισμό του ευπώλητου και όχι της πνευματικής και λογοτεχνικής καταξίωσης. Γεμίσαμε και από αφηγητές και από ευπώλητα βιβλία. Ο όρος είναι εμπορικός. Ο Κακαράς δεν θα διεκδικήσει το ευπώλητο, θα διεκδικήσει την αναγνώριση και την καταξίωση της δουλειάς του. Και κατά τούτο δεν θα ενδώσει σε πρακτικές οι οποίες θα τον οδηγήσουν να κάνει τον εαυτό του κάποια καρικατούρα της στάσης ζωής του.

Εδώ θα ήθελα να σημειώσω με αφορμή και κρίνοντας την αξία που έχουν τα βιβλία του και την αναντίστοιχη εμπορική τους κυκλοφορία σε σχέση με άλλα, να μην πω, σκουπίδια υποκουλτούρας που εμφανίζονται ως best seller. Επιβάλλονται εδώ και πρόσθετες παρατηρήσεις, ως προς την έλλειψη πολιτικής για το βιβλίο, για τους δημιουργούς συγγραφείς, για τις βιβλιοθήκες σχολικές και άλλες, και για άλλους τομείς πνευματικής και πολιτισμικής στόχευσης. Βρισκόμαστε στο 2015, πολιτική για το βιβλίο δεν υπάρχει, εννοώ για την στήριξη του βιβλίου, των δημιουργών, για την στήριξη όλων των δημιουργών, των βιβλιοπωλών, των εκδοτών, όλων των άλλων οι οποίοι συμπράττουν στην διαμόρφωση του προϊόντος , του πνευματικού προϊόντος που είναι το βιβλίο.

Γι’ αυτό και πέρα από τις απώλειες πόρων και πραγματικών ταλέντων, χάνουμε και πόρους και ταλέντα, αντί για την κουλτούρα της καθημερινής ζωής και της κοινωνικής συλλογικότητας, κατακλύζεται ο τόπος από προχειρογραφήματα, εφημεριδογραφήματα, σκαριφήματα, σεναριολογήματα, που διεκδικούν την ψευδεπίγραφη και εντελώς εμπορική ανταποδοτικότητα.

Εγώ δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, από την δουλειά μου έμαθα να ζητώ την γνώμη των ειδικών, που και αυτή βεβαίως η γνώμη των ειδικών, μπαίνει πάντοτε σε αξιολόγηση. Θέλω να είμαι, όσο μπορώ, καλός αναγνώστης. Και ως καλός αναγνώστης λοιπόν δεν επηρεάζομαι από την φιλία και την σχέση που έχω με τον Αντώνη Κακαρά όταν λέω ότι είναι συγγραφέας, δεν είναι προχειρογράφος. Έχει αυθεντικό υλικό που επεξεργάζεται. Το οργανώνει συνθετικά, και το αξιοποιεί πρωτότυπα με πολλαπλές αναφορές σε διαφορετικούς χρόνους και αποκαλυπτικές συνθέσεις σε διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικά επίπεδα, από το αφηγηματικό στο συμβολικό, από το συναισθηματικό στο ρεαλιστικό. Έχει το γράψιμο του αφηγηματική ροή και λογοτεχνική πλοκή, σε κερδίζει η ανάγνωση αυτών που γράφει. Και όχι μόνο σε κερδίζει, σε οδηγεί αβίαστα παραπέρα από αυτά που γράφει, να αναζητήσεις αυτά που συμβολίζει. Γι’ αυτόν προέχουν οι σημασίες. Αυτό που θα έλεγαν, αν διδασκόμασταν σωστά γράμματα στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια, προέχουν οι σημασίες. Αυτό που θα λέγαμε το πραγματολογικό και πνευματικό περιεχόμενο αυτών που γράφει. Επιμένει να ζει με τις σημασίες που έχουν τα πράγματα και τα βιώματα και με τις αξίες της ζωής του, και όχι με τις σκηνοθετημένες εικόνες και τις εξαργυρώσιμες εντυπώσεις.

Όταν ρωτήσανε κάποιον από τους παλιούς, νομίζω ήταν ο Ηρόδοτος, τι λένε οι χρησμοί της Πυθίας είπε το μαντείο του Θεού ‘ου λέγει ου μη λέγει, αλλά σημαίνει’. Αφήστε, λέει, το αν λέει ή δεν λέει τίποτα, αν λέει ή σιωπά, σημαίνει. Το σημαινόμενο και το σημαίνον. Η σημασία που έχουν τα πράγματα είναι εκείνο που ενδιαφέρει τον Κακαρά.

Θα ήθελα να τελειώσω λέγοντας ότι, διαβάζοντας κανένας τα βιβλία του έχει μια διπλή εμπειρία, βλέπει μια διπλή εμπειρία. Την διπλή εμπειρία του ενεργού πολίτη που καταγράφει και βιώνει, αλλά και του στοχαστή πολίτη που εσωτερικεύει και με αυτά που εσωτερικεύει σμιλεύει την στάση της ζωής του. Αναφέρεται σε κρίσιμους τομείς, το άλλο του βιβλίο που έχει τον χαρακτήρα δοκιμίου και είναι της δικαιοσύνης, της παιδείας, του κράτους, των σχέσεων του πολίτη.

Για την δικαιοσύνη θα κάνω μόνο ένα σχόλιο, ενός από τους μεγαλύτερους Γάλλους δικηγόρους, ο οποίος είπε ξέρετε σε τι μοιάζουν οι δικαστές με τους μάγειρους; Στο ότι και οι δυο δεν θέλουν να τους βλέπουν όταν μαγειρεύουν. Δυστυχώς η δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει, μάλλον ευτυχώς η δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει λαμπρές σελίδες, οι οποίες όμως δεν είναι οι περισσότερες, είναι οι λιγότερες. Αλλά έχει και μαύρες σελίδες, γιατί η δικαιοσύνη λειτούργησε περισσότερο ως το μακρύ χέρι του κράτους. Ως κατασταλτικός εξουσιαστικός μηχανισμός, ενώ η πραγματική της αποστολή είναι, ως δημοκρατικός θεσμός με την λειτουργία της να διαπλάθει στην συνείδηση της κοινωνίας το περί δικαίου αίσθημα, να διαμορφώνει συνθήκες ισονομίας, να περιορίζει την αδικία και να δίνει περιεχόμενο ζωής στις αξίες, στις αξίες οι οποίες προστατεύονται ως έννομα αγαθά από το Σύνταγμα μας και την νομοθεσία μας.

Περιγράφει επίσης αυτό το κατάντημα όπου η πολιτική υποκαταστάθηκε από τον πολιτικαντισμό. Κάποιοι πιστεύουν ότι κάνουν  πολιτική πολιτευόμενοι. Δεν κάνουν πολιτική, έναν πολιτικαντισμό τρέχοντα κάνουν, και αυτό κόστισε στον τόπο πολύ σοβαρά. Για έναν απλούστατο λόγο. Δεν νοείται πολιτική χωρίς ανάληψη ευθύνης, και δεν νοείται ανάληψη ευθύνης χωρίς λογοδοσία και κύρωση. Όταν η δικαιοσύνη είναι χαρτί πετούμενο, τότε και οι πολίτες συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται, αλλά και εντός των θεσμών οργανώνονται άλλοτε το παρακράτος, άλλοτε τα ανακτοβούλια, άλλοτε οι διαπλεκόμενοι μηχανισμοί, άλλοτε οι μιντιάρχες , άλλοτε όλοι εκείνοι οι οποίοι σήμερα στην ελληνική πραγματικότητα προσωποποιούν το βαθύ ρήγμα αδικίας που διχάζει την ελληνική κοινωνία.

Εγώ θα ήθελα να τον ευχαριστήσω και {τον προτρέπω}να κάνει τις παρουσιάσεις των βιβλίων του όσο μπορεί περισσότερο, ας αφήσει αυτή την αγωνιστική… Εεε Αντώνη καλή η αγωνιστική αισιοδοξία, αλλά έχεις και μία αγωνιστική σεμνότητα στην οποία βλέπεις ότι πατούν πάνω κάποιοι αγύρτες και δημιουργούν όλες αυτές τις ψευδείς συνειδήσεις στους πολίτες. Παρουσίαζε τα βιβλία σου λοιπόν και δώσε το νόημα τους και το περιεχόμενο τους. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ξέρουν τι έγινε στην δεκαετία του ’60, δεν ξέρουν τι έγινε στην δεκαετία του ’70. Και η μεγαλύτερη υποκρισία του κράτους το οποίο περιγράφεις, είναι ότι μία εφτάχρονη εκτροπή δικτατορίας στρατιωτικής την βάφτισε μετά βαΐων και κλάδων στιγμιαίο. Εφτά χρόνια έχουν χαρακτηρισθεί θεσμικά στιγμιαίο. Η μεγαλύτερη υποκρισία επίσης είναι, ότι έχουν βάλει τον φάκελο της Κύπρου στο αρχείο και επίσης η μεγάλη υποκρισία είναι ότι ουδέποτε κανείς εζήτησε, ουδέποτε κανείς ανέλαβε ευθύνη για τίποτε. Κανείς δεν έχει αναλάβει σήμερα ευθύνη για τίποτε. Όσες υποθέσεις περιφέρονται στην δικαιοσύνη, περιφέρονται… Είδατε κάποιον να αναλαμβάνει ευθύνη ρητά; Αναλαμβάνω την ευθύνη για αυτό; Τελείωσα.

Περί Δικαιοσύνης και άλλα τινά από τον Πρόεδρο του ΔΣΑ

Οκτωβρίου 1, 2015

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα»

Παρουσίαση από τον Βασίλη Αλεξανδρή, Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στην χθεσινή ανάρτηση του κειμένου του Μοσχοβάκου στην ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση)

Κυρίες και κύριοι βεβαιωθείτε ότι διακατέχομαι από δύο συναισθήματα. Το ένα είναι του οφείλοντος να «αποτιμήσει», εντός εισαγωγικών, ένα συγγραφικό έργο και το δεύτερο είναι να τιμήσω τον συγγραφέα, διότι αποτέλεσε φωτεινό φάρο σε μία περίοδο ισοπέδωσης, σιωπής, συρρίκνωσης και ανελευθερίας. Και το παράδειγμα αυτό του Κακαρά το βίωσα σε μία ηλικία, είναι μελαγχολική η διαπίστωση, όταν δεν είχα τελειώσει ακόμα το γυμνάσιο.

Είχα την χαρά και την τύχη, δεν είναι αντίστοιχο αυτό για τον τιμώμενο, ο αείμνηστος πατέρας μου Στάθης Αλεξανδρής, να είναι υπερασπιστής του στο Ναυτοδικείο και το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών σε μία εποχή που δεν υπήρχαν δικονομικά δικαιώματα. Δεν υπήρχαν συνταγματικές ελευθερίες. Που δεν ήταν εξασφαλισμένο το δικαίωμα του κατηγορουμένου να απολογείται όπως εκείνος κρίνει. Ούτε ήταν επιτρεπτό στην υπεράσπιση του να χρησιμοποιήσει όποιο επιχείρημα επέλεγε.

Ο Κακαράς σε μία νεαρή ηλικία, νεαρός αξιωματικός,  στο Ναυτοδικείο, Πειραιώς. Πρέπει να σας πω λοιπόν ότι η βιωματική εμπειρία του πατέρα μου ως  υπερασπιστή του, μεταδιδόταν καθημερινά στο σπίτι, μετεφέρετο. Γιατί κακά τα ψέματα, δεν ήτανε συχνό το παράδειγμα εν ενεργεία αξιωματικός να καπελώνει με το τάβλι το έμβλημα της 21ης Απριλίου, ένστολος ων. Ήτανε ένα ξεχωριστό, φωτεινό παράδειγμα το οποίο συντάραξε και την ελληνική κοινωνία αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη.

Γιατί τότε άρχισαν να υπάρχουν τα πρώτα ρήγματα, ότι υπάρχει αντίσταση και αντίδραση μέσα στο στρατιωτικό χώρο, μέσα στο χώρο του Ναυτικού σε σχέση με την αποδοχή ή μη του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Με αυτή την εικόνα, όταν έμαθα ότι πρόκειται να εκδώσει βιβλίο, είχα την εντύπωση ότι το πόνημα του θα αφορούσε τα περί την δίκη, το περιστατικό, το εάν του συμπαραστάθηκαν οι συνάδερφοι του, πόσοι ήρθανε ως υπερασπιστές στο Ναυτοδικείο, ποια ήτανε η συλλογική του εμπειρία. Υπήρξε, νομίζω, πάρα πολύ σιωπηλός και σεμνός, και πολύ σωστά το επεσήμανε ο εκλεκτός μου φίλος και συνάδελφος ο Νίκος ο Κωνσταντόπουλος, γύρω από αυτά τα κεντρικά θέματα της ζωής του, που ασφαλώς τον σημάδεψαν.

Έτσι λοιπόν σήμερα καλούμαι, χωρίς να αγνοώ την προσωπικότητα του συγγραφέα, να κάνω μόνο μερικές πολύ σύντομες επισημάνσεις για το βιβλίο που φέρει τον τίτλο ‘Η δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εις τον αιώνα’. Έχει εμπειρία απονομής δικαιοσύνης ο Αντώνης Κακαράς.

Στο μυθιστόρημα αυτό δύο οι κεντρικοί ήρωες: ο Κωνσταντίνος Λάδας που έχει μότο της ζωής του είσαι ότι δηλώσεις, και πιστεύω ότι είναι αυτό που οι άσχετοι λένε κακό, αυτό προσδιορίζει τους κακούς ηγέτες, αυτό είναι η κινητήρια δύναμη, ο κυρίαρχος της ζωής. Και ο Γιάγκος ο αντίδικος του Λάδα, που είναι ένας άνθρωπος συνετός, αδιαπέραστος από ανηθικότητες και άτρωτος από δυσκολίες, που πιστεύει ότι μπορεί ακολουθώντας το γράμμα του νόμου, να οδηγήσει σε αίσιο πέρας τις διεκδικήσεις του.

Σημειώνω ότι η υπόθεση Λάδα, κατά την διήγηση του συγγραφέα, ξεκίνησε το ’93 και έκλεισε μετά από 11 χρόνια, αυτός είναι ο ταχύς δρόμος της δικαιοσύνης. Δύο επισημάνσεις του νομίζω ότι πρέπει να ακουστούν: «Σκέψου τώρα, εσύ ακριβοδίκαιε αναγνώστη, αν προσφεύγοντας σε θεσμούς όπως η δικαιοσύνη εκφραζόμασταν ελεύθερα και άνετα, σκέψου πόσο πιο όμορφος θα μας φαινόταν ο κόσμος, πόσο θα αποφορτιζόταν το κλίμα εν γένει και πόσο θα εξαλειφόταν η δικομανία που μας χαρακτηρίζει, γιατί τότε θα πετυχαίναμε το δίκιο μας επιχειρηματολογώντας μόνοι μας, με ελεύθερο, ωραίο, εκφραστικό λόγο, και θα καταφεύγαμε και σε πράξεις ανακουφιστικές της ψυχικής μας ταραχής και οργής, αν δεν απέδιδε αυτός ο τρόπος. Δυστυχώς δεν γίνεται έτσι. Αλλά του λόγου μας ως συντάκτες τούτου του έργου βλέπουμε πίσω από τις γραμμές και μέσα στους ήρωες μας, πώς να το κάνουμε δηλαδή, αφού κρατάμε το μαχαίρι και κόβουμε το πεπόνι μόνοι μας.»

Σε μία δεύτερη αποστροφή του λόγου του είναι αποκαλυπτικός, «Και τούτο διότι η υπόθεση Λάδα ξεκίνησε μεν, καθώς είδαμε, να εξετάζεται στο ποινικό της μέρος το ’93, έκλεισε δε καθώς θα δούμε, μετά έντεκα και παραπάνω συναπτά έτη κατά τα έγγραφα του φακέλου, που μας ήρθε στη μούρη ανενδοιάστως με ένα ουφ του Γιάγκου ΄΄επιτέλους, γαμήθηκα αλλά τον γάμησα τον κερατά ΄΄. Έντεκα χρόνια στα δικαστήρια, μάλιστα κύριε Έντεκα χρόνια για να τελεσιδικήσει. Αν, λέμε αν, δε μας περιμένει κάποια έκπληξη, κατ’ αυτάς. Νάτο πάλι το ‘αν’ , διότι το πειθαρχικό, ακόμα τώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, δεν έχει λήξει. Να μην αναγνωρίσουμε λοιπόν και την περίπτωση αυτή ως θρίαμβο της αναγκαιότητας του κακού, ως στοιχείου για να ξεχωρίζει το καλό; Ιδού και η διδαχή εκ του δικαιακού μας συστήματος.»

Βαθύτατος, σοβαρός, άμεσος και κυρίως επίκαιρος ο προβληματισμός για την αμεσότητα απονομής της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας των συνθηκών, υπό τις οποίες απονέμεται η δικαιοσύνη. Έχει σημασία ότι το κύριο μέρος του μυθιστορήματος είναι σε τρίτο πρόσωπο, αν και υπάρχουν τμήματα με διαλόγους μεταξύ των προσώπων. Σε κάποιο δε σημείο του βιβλίου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δεύτερο πρόσωπο απευθυνόμενος στον αναγνώστη, επιζητώντας την σιωπηρή συγκατάθεση του σε κάποιες σκέψεις περί δικαιοσύνης.

Ως προς το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο ‘Το γηροκομείο του παραδείσου’ , ο συγγραφέας με έκδηλο πάθος εκφράζεται μέσα από τα συναισθήματα των ηρώων του. Ξεκάθαρα εμπλέκεται σε κάθε αφήγημα, αφού η κριτική που ασκεί στα δρώμενα ξεπερνά τα όρια της καυστικότητας. Είναι προφανώς λάτρης της αυθάδειας, την χρησιμοποιεί ως ρομφαία, απομυθοποιώντας προσωπικά στοιχεία και βιώματα. Ο αναγνώστης πολλές φορές έχει την αίσθηση ότι εξαγνίζεται μέσα από αυτή την διαδικασία.

Με πρόθεση να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το έργο του, προφανώς εσκεμμένα, επιλέγει δύσκολη μεν αλλά ελκυστική γραφή. Τοποθετείται εύστοχα και χωρίς δισταγμούς, αναλύοντας με λεπτομέρεια τις αποχρώσεις στις ψυχές των πρωταγωνιστών του. Είναι ρομαντικός και παράλληλα ρεαλιστής. Στροβιλίζεται με θέρμη ανάμεσα σε ανιαρές αλλά και σε περίπλοκες ενδιαφέρουσες καθημερινότητες.

Ο άνθρωπος της αντίθεσης αλλά και των αντιθέσεων και πάντα ο άνθρωπος της συνειδητής στάσης, καταφέρνει με εκλεπτυσμένη ευγένεια, με αγενή διατύπωση αλλά και με ακραίο θάρρος να αναδείξει στοιχεία αξιοπρέπειας και να μας πείσει πως, όπως λέει ο ίδιος, «Ζάλει θα πει να ‘σαι ζωντανός».

 


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 348 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: