Οι στρατιωτικοί μαζί με εργαζόμενους!!! Η ΚΕΘΑ καλεί σε αγώνα!!

Ιανουαρίου 23, 2016

Οι απόστρατοι να συμμετέχουμε στον ξεσηκωμό!

 

 

Η κυβέρνηση όπως και οι προηγούμενες με το ψέμα και τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια, προχωρώντας και μάλιστα τρέχοντας στα χνάρια των προκατόχων της, που έφεραν τα ταμεία και την Κοινωνική Ασφάλιση στo σημερινό κατάντημα. Συνεχίζει ασύστολα και με ενθουσιασμό, υποστηριζόμενη στην ουσία και από τα Ευρωενωσιακά Κόμματα, στο δρόμο που έχει χαραχθεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης των μονοπωλίων. Οι ενέργειες όλων τους έχουν σαν κεντρική επιδίωξη: την απαλλαγή του κράτους από τη χρηματοδότηση και την εγγύηση του συστήματος ασφάλισης, πρόνοιας και περίθαλψης συνολικά και την μείωση της συμμετοχής της εργοδοσίας στην Ασφάλιση. Ταυτόχρονα συρρικνώνονται αποδοχές και όλα τα βάρη φορτώνονται ΜΟΝΟΝ στους εργαζόμενους και στους συνταξιούχους!

Μετά από 6 χρόνων πολιτική εξαθλίωσης του λαού μας και συνεχούς αφαίρεσης δικαιωμάτων, έρχονται τώρα να μας αποτελειώσουν με το νέο ασφαλιστικό, που όμως επηρεάζει την ίδια την επιβίωση των οικογένειών μας, είναι η ίδια μας η ζωή! Δεν πρόκειται απλά για νέα αντιασφαλιστικά μέτρα, αλλά μας οδηγούν ολοταχώς στη διάλυση του όποιου κοινωνικού χαρακτήρα ασφάλισης, έχει απομείνει, ωθώντας μας προς την ιδιωτική ασφάλιση και τους μεγαλοεπιχειρηματίες υγείας! Με αυτές τις συνθήκες όμως, οι έχοντες και κατέχοντες που κολυμπούν στον κλεμμένο (και νόμιμα) πλούτο, πληρώνουν αδρά και εξασφαλίζουν εκτός της τρυφηλής ζωής, σωστή περίθαλψη άρα και υγεία στους εαυτούς τους και στις οικογένειές τους. Οι άλλοι, αφηνόμαστε στη μοίρα μας να αγωνιζόμαστε για επιβίωση με μισθούς και συντάξεις πείνας, μεγάλο ποσοστό στην ανεργία και την ανέχεια με υποτυπώδη κρατική στήριξη στη δημόσια κοινωνική ασφάλιση κι όσο αντέξουμε!

Ο αντίπαλος είναι κοινός για όλους εμάς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, τους συγγενείς και φίλους. Δεν είναι το άλφα ή το βήτα Κόμμα – τωρινός ή επόμενος κυβερνητικός υπηρέτης ντόπιων και ξένων συμφερόντων. Είναι η κυβερνητική πολιτική που ταυτίζεται με της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίπαλός μας είναι τελικά αυτοί που κρύβονται πίσω της και νέμονται τον πλούτο της χώρας, αυτοί που μας εκμεταλλεύονται! Είναι αυτοί οι ίδιοι που ωφελούνται από το γκρέμισμα των υπολειμμάτων του  κοινωνικού κράτους με την συρρίκνωση αποδοχών και εργασιακών δικαιωμάτων.

Τέλος στην υπομονή και στις ψεύτικες ελπίδες, ότι κάτι θα αλλάξει! Κανείς απόστρατος αλλά και εν ενεργεία να μη πιστεύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για χάρη μας θα πάει κόντρα στις εντολές των «εταίρων» της, εξάλλου υπέγραψαν συμφωνίες και αποδεικνύουν πως ό,τι δεν τόλμησαν οι προηγούμενοι, το πράττουν αυτοί τώρα και μάλιστα κοροϊδεύοντάς μας ασύστολα.

Στην ΚΕΘΑ, χωρίς να ξεχνάμε τα τόσο επίκαιρα και φλέγοντα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της ειρήνης, τους κινδύνους των πολέμων, δεν μπορούμε να μείνουμε αδιάφοροι σε ότι αφορά τη ζωή, τη δική μας και του λαού μας! Δεν δικαιούμαστε να μείνουμε αδιάφοροι όταν έχουμε από τη μια το γκρέμισμα του όποιου κοινωνικού κράτους και από την άλλη το γκριζάρισμα περιοχών στο Αιγαίο, την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, το Κυπριακό, τις θανάσιμες εμπλοκές της χώρας σε επεμβάσεις μαζί με ΝΑΤΟ,  ΕΕ, ΗΠΑ κ.ο.κ., ενώ γνωρίζουμε καλά πως στο κοινωνικό σύστημα που ζούμε οι βαθιές κρίσεις επιλύονται με πόλεμο!

Χρέος όλων μας είναι να πάρουμε θέση!

Συμπεράσματα έχουμε βγάλει όλοι, ανεξάρτητα τι ψήφησε ο καθένας! Δεν είναι στραβός ο γιαλός, αλλά η ρότα που ‘χουν διαλέξει. Η κυβέρνηση αρμενίζει στραβά το καράβι, οι ναυλωτές της και τα παπαγαλάκια της τη στηρίζουν και τη σιγοντάρουν.

Ο λαός έχει απαυδήσει, οι αγρότες έβγαλαν τα τρακτέρ στους δρόμους, οι συνταξιούχοι είναι σχεδόν κάθε μέρα στους δρόμους, η νεολαία, οι εργαζόμενοι (με γραβάτες και χωρίς γραβάτες) διαδηλώνουν στους δρόμους!

Οι απόστρατοι δεν πρέπει και δεν μπορεί να απέχουν από τον ξεσηκωμό!

Όλοι στους δρόμους απέναντι στο έκτρωμα που ετοιμάζει η κυβέρνηση σε συνεργασία με τους «θεσμούς» (μην ξεχνάμε πως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)!

η ΚΕΘΑ ΚΑΛΕΙ

  • Να αναθεωρήσουμε την στάση μας απέναντι στη πολιτική που ακολουθείται σε όλους τους τομείς!
  • Να μην περιμένουμε τίποτα πια χωρίς αγώνα!
  • Να οργανώσουμε την πάλη μας και να κλιμακώσουμε τον αγώνα μας επιλέγοντας να συμμαχήσουμε με εργαζομένους και συνταξιούχους που έχουν αποδείξει ότι μάχονται με συνέπεια για το δίκιο όλων μας.

 

Όλοι στους δρόμους!

Τα σχέδια κυβέρνησης και ΕΕ για το Ασφαλιστικό,

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ!

 

Πώς στελεχώθηκε το αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού από Μονίμους Αξιωματικούς

Ιανουαρίου 10, 2016
Η ανάρτηση στη μνήμη του  Απεραθίτη Δημοκράτη αξιωματικού Μιχάλη Βαρδάνη, που ερεύνησε καλά και έγραψε το ακόλουθο κείμενο στην αποστρατεία του και λίγο πριν φύγει,  αφού έζησε με τιμή και άξια.

Έλληνες εξόριστοι Αξιωματικοί στη Νάξο και η απόδραση των δώδεκα

(Αξιωματικοί Πίνακα Β΄ στο Δημοκρατικό Στρατό)

του Μιχάλη Βαρδάνη Αντιστρατήγου ε.α.  Προέδρου ΣΦΕΑ 1967 – 1974

 

Ήμουνα μαθητής Δημοτικού όταν στην κοινωνία της Απειράνθου έσκασε η είδηση: Αποδράσανε από τη Νάξο οι εξόριστοι Έλληνες αξιωματικοί! Έτυχε να έχω στενό συγγενή αξιωματικό που υπηρετούσε εκείνη την εποχή στα πολεμικά μέτωπα και το γεγονός της απόδρασης εξορίστων αξιωματικών γεννούσε στο παιδικό μου μυαλό πιεστικά ερωτήματα: Γιατί εξόριστοι; Γιατί αποδράσανε; Ποιά θα είναι η τύχη τους; φαίνεται όμως, πως οι ταραχώδεις εκείνοι καιροί, δεν άφηναν περιθώρια πειστικών απαντήσεων στα ερωτήματά μου παρ’ όλο που διαισθανόμουνα ένα απόκρυφο θαυμασμό των ερωτώμενων. Στους δύσκολους για τη χώρα μας και το λαό μας μεταπελευθερωτικούς χρόνους, ακόμη και οι μικρές και απόμακρες από το κέντρο κοινωνίες διατηρούσαν, έστω και με πολλές προφυλάξεις, τη φλόγα της Εποποιίας της Εθνικής μας Αντίστασης. Κι’ οι εξόριστοι αξιωματικοί στη Νάξο υπήρξαν από τους  πρωταγωνιστές.

Πέρασαν χρόνια από τότε και μόνιμος πλέον νέος αξιωματικός βίωνα μαζί με πολλούς συναδέλφους μου και των τριών όπλων τους διαχωρισμούς και τις διώξεις που εξελίχθηκαν σε «πογκρόμ» στα εφτά χρόνια της Αμερικανοκίνητης Χούντας της 21 Απρίλη 1967. Εκείνες οι διώξεις μου έλυσαν δια παντός τις παιδικές μου απορίες για τους Έλληνες εξόριστους αξιωματικούς στη Νάξο και την απόδραση. Είχα τύχη αγαθή, στον πρώτο χρόνο της μεταπολίτευσης, όταν ιδρύαμε τον Σύνδεσμο της Αντιδικτατορικής Αντίστασης, να γνωρίσω δύο ξεχωριστές μορφές αγωνιστών, τους Στέφανο Παπαγιάννη και Βασίλη Βενετσανόπουλο, εξόριστους λοχαγούς στη Νάξο, μέλη της ομάδας απόδρασης και δεσμώτες της Χούντας στην μνήμη των οποίων και αφιερώνω αυτή μου τη γραφή.

Από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τη νεότερη ιστορία μας τα νησιά του Αρχιπελάγους και κυρίως αυτά των άγονων γραμμών «φιλοξένησαν» πολιτικούς αντιπάλους αυταρχικών κρατικών εξουσιών.

Οι αγαθοί νησιώτες τους αντιμετώπιζαν με δέος και προφυλάξεις. Για τους επώνυμους έτρεφαν κρυφό θαυμασμό και φορές επηρεάζονταν από την ιδεολογία τους! Άλλωστε τα εκλογικά αποτελέσματα της Ικαρίας σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις το καταδείχνουν.

Ένα στενό μου συγγενή λεβέντη, βοσκό, που διακρινόταν για την παλικαριά και αξιοσύνη του, ο πάππος του τού έδωσε το παρωνύμιο «Σκαρβέλης» κι’ αυτό διατηρήθηκε μέχρι του θανάτου του εγγονού στα βαθιά γεράματα. Ήταν ο θαυμασμός του πάππου στον επαναστάτη της 3 Σεπτέμβρη 1843 συνταγματάρχη Σκαρβέλη που το Βαυαρικό Καθεστώς του Όθωνα τον είχε εξορίσει στην Νάξο.

Ο γνωστός πολιτικός της Αριστεράς καθηγητής Αλέξανδρος Σβώλος ήταν εξόριστος της Μεταξικής δικτατορίας στην Απείρανθο. Όταν στη  μάχη της Αθήνας, Δεκέμβρη 1944, σκοτώθηκε από σφαίρες των Άγγλων του Σκόμπυ στην Πλατεία Μεταξουργείου, ένας νέος Απεραθίτης δικηγόρος, μαχητής του ΕΛΑΣ, ο Γιάννης Κατεινάς, οι αδελφές του νεκρού, στη συμφορά τους, μνημόνευσαν σε μοιρολόι τη σχέση του αδελφού με τον πολιτικό εξόριστο:

Ίντα σουκαμε(ν) ο Σβώλος

και σε κλαίει ο κόσμος όλος.

Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας που υπέκρυπταν τη στρατηγική των Άγγλων για τον έλεγχο της Ελλάδας και την επάνοδο του Βασιλιά.

Η υπάκουη στους Βρετανούς ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου και η, όπως φάνηκε, έλλειψη στρατηγικής της ΕΑΜικής Ηγεσίας για την Ελλάδα μετά τον πόλεμο, έφεραν τον Δεκέμβρη με την ήττα των δυνάμεων της Αντίστασης και τη Συμφωνία της Βάρκιζας ανάμεσα στους Βρετανούς, την Ελληνική Κυβέρνηση και το ΕΑΜ. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας 12 Φλεβάρη 1945 ο λαός και οι ΕΛΑΣίτες Αξιωματικοί ποθούσαν την ειρήνη για να επουλωθούν οι πληγές του πολέμου και της κατοχής και ν’ ανορθωθεί η οικονομία. Όμως δεν άργησε να γίνει φανερό στην πράξη πως η Βάρκιζα ήταν μια λεόντειος συμφωνία για τους Βρετανούς και την ελληνική «εθνικοφροσύνη» που απέβλεπε στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και τη συντριβή του Κινήματος της Εθνικής Αντίστασης.

Το ΕΑΜ και μετά το Δεκέμβρη, παρά την αποχώρηση της ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας) και προσωπικοτήτων, διατηρούσε την υπόστασή του σαν πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς και έκανε μεγάλες προσπάθειες για την εφαρμογή της Συμφωνίας. Αντίθετα, από την άλλη πλευρά τα όργανα του Κράτους και του παρακράτους, εξαπέλυσαν λυσσαλέο κυνηγητό εναντίον των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης λοχαγός ΠΒ, μαχητής του πολέμου 1940 και του ΕΛΑΣ στο βιβλίο του «Από Εύελπις αντάρτης»: «Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες οι μόνιμοι αξιωματικοί που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ επέστρεφαν στα σπίτια τους. Όσοι είχαμε μόνιμη διαμονή στην Αθήνα παρουσιαστήκαμε στην έδρα του Α’ Σώματος Στρατού για να αναλάβουμε υπηρεσία. Εκεί μας υποδέχτηκε, καθόλου φιλικά, ένας αρμόδιος ανώτερος αξιωματικός και μας είπε ότι σύμφωνα με τις ισχύουσες διαταγές πριν απ’ όλα πρέπει να υπογράψουμε μια δήλωση. Η δήλωση ήταν έντυπη και το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα στοιχεία ταυτότητας και η υπογραφή. Βέβαια ύστερα από τα γεγονότα της κατοχής και ιδιαίτερα του Δεκέμβρη, δεν περιμέναμε πως θα μας δεχτούν μετά βαΐων και κλάδων! Να υπογράψουμε όμως κι αυτό το χαρτί που έγραφε ότι η δράση μας από τις γραμμές του ΕΛΑΣ ήταν αντεθνική και προδοτική ξεπερνούσε τα όρια ανοχής».

Η συντριπτική πλειοψηφία δεν υπέγραψε την κατάπτυστη δήλωση κι αυτό αποτέλεσε την αιτία οι λαμπροί αξιωματικοί μαχητές των αγώνων του λαού και του έθνους να τοποθετηθούν στον πίνακα Β’. Αυτό σήμαινε την πλήρη και ουσιαστική απομάκρυνση από τις στρατιωτικές Μονάδες και Υπηρεσίες με μόνη διαφορά από την αποστρατεία να φέρουν τη στολή του αξιωματικού και να παίρνουν το μισθό του βαθμού τους. Υπήρχε και πίνακας Α’ που περιλάμβανε τους «εθνικόφρονες» με τους οποίους Βρετανοί και Κυβέρνηση στελέχωναν τον ανασυγκροτούμενο στρατό. Σε θέσεις κλειδιά τοποθετούνταν οι Βασιλόφρονες που είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας. Η πολιτική αυτή διατηρήθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις σε όλη τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο και αποτέλεσε γενεσιουργό αιτία της επιβολής της εφτάχρονης δικτατορίας στην πατρίδα μας.

Οι παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις δολοφονούσαν αγωνιστές της Αντίστασης και το Κράτος τους φυλάκιζε και τους έστελνε εξορία.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος λοχαγός εξόριστος στη Νάξο μαχητής του ΕΛΑΣ γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ»: «Μέσα σε 4 μήνες από την υπογραφή της Βάρκιζας, τον Ιούνη 1945, οι δολοφονημένοι αγωνιστές είναι 650, οι φυλακισμένοι πάνω από 30.000. Οι μοναρχοφασιστικές συμμορίες ήταν 150 με δύναμη οπλοφορούντων 20.000. Το ΚΚΕ που ήταν η ψυχή της ΕΑΜικής Αντίστασης και συνέχιζε και μετά την ήττα να στέκει δίπλα στους διωκόμενους και απειλούμενους με εξόντωση αγωνιστές, έριξε στα τέλη Ιούνη 1945 στην 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. το σύνθημα της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας (Μ.Λ.Α.) και έστειλε στελέχη του στη βάση προκειμένου να βοηθήσουν στην οργάνωση των αγώνων των εργαζομένων κατά της τρομοκρατικής δραστηριότητας των δολοφονικών συμμοριών που το έργο τους ενίσχυαν και οργάνωναν βασικά οι Βρετανοί». Ουσιαστικά άρχιζε ο εμφύλιος.

Στις 31-3-1946, σε συνθήκες βίας και τρομοκρατίας, έγιναν οι Βουλευτικές Εκλογές με αποχή της Αριστεράς όπως αυτή αποφασίστηκε από την Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Την ημέρα των εκλογών μια ομάδα ενόπλων καταδιωκομένων επιτέθηκε κατά του Σταθμού Χωροφυλακής Λιτοχώρου και αφόπλισε τους άνδρες του. Η ημερομηνία της ενέργειας αυτής θεωρήθηκε από εκπροσώπους της Κυβέρνησης και του Στρατού ως μερομηνία έναρξης του εμφυλίου.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ»: «Αρχές Γενάρη 1946, ο αιματηρός απολογισμός του τρομοκρατικού οργίου είχε πάρει νέες μεγαλύτερες διαστάσεις: 1289 οι νεκροί, 84.931 φυλακισμένοι, πάνω από 100.000 καταδιωκόμενοι αγωνιστές … και φαινόταν να είναι η ΜΛΑ η μόνη μέθοδος αντιμετώπισης του μονόπλευρου εξοντωτικού πολέμου και του δολοφονικού οργίου».

Ο πόλεμος έπαψε να είναι μονόπλευρος και εξελίχθηκε σε εμφύλιο με όλα τα χαρακτηριστικά της μορφής του που κράτησε πάνω από τρία χρόνια με τις τραγικές του συνέπειες για το λαό και τον τόπο.

Οι περισσότεροι αξιωματικοί του Πίνακα Β΄ ζητούσαν ν’ ανεβούν στο βουνό μα η καθοδήγηση του ΕΑΜ απέκρουσε το αίτημά τους.

Η εξήγηση που δόθηκε τότε ήταν, για να μη δοθεί αφορμή με την ενέργεια αυτή να κατηγορηθεί το ΕΑΜ ότι στα λόγια ήταν υπέρ της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης ενώ στην πράξη ενίσχυε τον ανταρτοπόλεμο. Μετά την ενέργεια στο Λιτόχωρο και βλέποντας η Κυβέρνηση να φουντώνει το αντάρτικο και αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο να φύγουν για το βουνό οι αξιωματικοί του πίνακα Β΄ πήρε απόφαση να τους μαζέψει και να τους στείλει εξορία. Ήδη οι στρατηγοί του ίδιου πίνακα Σαράφης, Μπακιρτζής, Καλαμπαλίκης, Τσαμάκος και Ματσούκας, μετά το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά είχαν σταλεί εξορία στην Ικαρία. Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης στο βιβλίο του «Από Εύελπις Αντάρτης»: «Γύρω στις 15 Ιούλη 1946 μας έδωσαν από τη στρατιωτική υπηρεσία εντολή να συγκεντρωθούμε στον Πειραιά με αποσκευές εκστρατείας, γιατί τάχα θα πάμε αποστολή! Διαδόθηκε κατάλληλα τότε στον κόσμο ότι σε κάποιο νησί είχε μπει σε λειτουργία κάποια Σχολή και ότι θα μας αποσπάσουν εκεί για επιμόρφωση. Η παρουσία τμήματος χωροφυλακής στο μέρος που συγκεντρωθήκαμε φανέρωνε τι είδους επιμόρφωση μας επεφύλασσε η Κυβέρνηση. Εκεί μας χώρισαν σε ομάδες και μπήκαμε σε κάμποσα μικρά καΐκια».

Τόπος εξορίας των Αξιωματικών τα νησιά Φολέγανδρος, Πάρος, Νάξος, Σέριφος, Ικαρία. Η ομάδα εξορίστων της Φολεγάνδρου αρχές Οκτωβρίου 1946 μεταφέρεται στη Νάξο και συναντά την εκεί ομάδα των εξορίστων. Την ενιαία πια ομάδα των εξορίστων ΕΛΑσιτών αξιωματικών στη Νάξο την αποτελούσαν οι παρακάτω:

Συνταγματάρχης ΠΖ Νίκος ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ
Συνταγματάρχης ΠΒ Γιάννης ΠΥΡΙΟΧΟΣ
Αντισυνταγματάρχης ΠΖ

Αντισυνταγματάρχης ΠΒ

΄΄

΄΄

Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ

Στάθης  ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

Γιώργος ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΑΚΟΥΜΕΛΟΣ

Ταγματάρχης ΠΖ

΄΄

Θεόδωρος ΜΑΚΡΙΔΗΣ

ΜΑΝΤΟΥΚΟΣ

Ταγματάρχης ΠΒ

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

Ιάκωβος ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΣ

Μιχάλης ΜΠΑΡΟΥΤΣΟΣ

Ορέστης ΒΑΛΑΛΑΚΗΣ

Γιάννης ΚΑΛΙΣΜΑΝΗΣ

Ηλίας ΜΠΑΛΤΑΣ

Επίλαρχος Βήλος ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Λοχαγός ΠΖ

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

΄΄

Βασίλης ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Γιάννης ΠΑΛΑΣΚΑΣ

Γιώργος ΣΑΜΑΡΙΔΗΣ

Δημήτρης ΤΣΙΤΣΙΠΗΣ

ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Γιώργος ΚΑΤΕΜΗΣ

Γιώργος ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ

Λοχαγός ΠΒ

΄΄

Στέφανος ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Κίμων ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ

Ίλαρχος Αρίστος ΚΑΠΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Υπολοχαγοί ΠΖ

΄΄

΄΄

΄΄

Μάκης ΤΡΩΓΙΑΝΟΣ

Θεόδωρος ΚΑΛΙΝΟΣ

Ντίνος ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αλέκος ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ

Υπολοχαγός ΠΒ

΄΄

Θεοδόσης ΖΕΡΒΑΣ

Χρήστος ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ

Υπολοχαγός ΜΧ Στέφος ΗΛΙΑΔΗΣ
Υπολοχαγός διαχείρισης Γεράσιμος ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ
Ανθυπασπιστής

΄΄

΄΄

Κώστας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέτρος ΜΕΛΑΣ

ΗΛΙΑΚΗΣ

Όλοι τους πολεμιστές του έπους 1940 και της Εθνικής Αντίστασης.

Η ζωή των Ελλήνων εξορίστων αξιωματικών στη Νάξο τον πρώτο καιρό ήταν δύσκολη. Ο υπομοίραρχος Μπεχράκης, διοικητής Χωροφυλακής και η ντόπια αντίδραση είχαν εξαπολύσει μαύρη προπαγάνδα, κάθε είδους ψέμα και συκοφαντία προκειμένου να κρατηθούν οι εξόριστοι σε απομόνωση από τον πληθυσμό. Μεγάλο μέρος της Ναξιακής κοινωνίας επηρεαζόταν από τα συνεχή ψέματα και τις συκοφαντίες.

Εξαίρεση αποτελούσε η οικογένεια Ηλία Γρατσία (παρατσούκλι Δίφραγκος). Είχε ένα μικρό μαγέρικο στην παραλία της Χώρας κι’ έτρωγαν οι εξόριστοι αξιωματικοί πριν οργανώσουν το δικό τους ομαδικό συσσίτιο. Ήταν από τους Αριστερούς της Νάξου κι’ ο μεγάλος γιός Μιχάλης ήταν τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ με δράση στην Κατοχή και αργότερα εξόριστος στο Μακρονήσι με τον αδελφό του Αντώνη. Η οικογένεια Γρατσία συμπαραστάθηκε με στοργή στους αξιωματικούς στις πρώτες δύσκολες μέρες της εξορίας τους.

Μπροστά στο κλίμα τρομοκράτησης της κοινωνίας από τον Μπεχράκη και την ντόπια «εθνικοφροσύνη» οι αξιωματικοί αντέδρασαν.

Γράφει ο Στέφανος Παπαγιάννης στο βιβλίο του: «Μπροστά στην προσπάθεια να μας κρατήσουν σε απόσταση, χρειάστηκε να αντιδράσουμε πρακτικά, αναπτύσσοντας δική μας πρωτοβουλία. Σ’ αυτό μας έδωσε θάρρος το παρακάτω περιστατικό. Βρήκαμε μια ευκαιρία, που μια Κυριακή ηλιόλουστη είχε κατεβεί πολύς κόσμος στην παραλία και ιδιαίτερα πολλά παιδιά. Ένας από εμάς αγόρασε καραμέλες, πλησίασε τα παιδιά και τις πρόσφερε. Οι γονείς τους μας ευχαρίστησαν γι’ αυτό και ανταλλάξαμε μαζί τους μερικά φιλικά λόγια. Σαν να έσπασε ο πάγος. Αλλά εκείνο που βοήθησε στο ν’ αλλάξουν η στάση και οι διαθέσεις των ντόπιων απέναντί μας ήταν οι συχνές εκδρομές στα γύρω χωριά. Αξιοποιήσαμε και το γεγονός ότι μερικοί από τους εξορίστους ή και μέλη των οικογενειών τους που έρχονταν για επίσκεψη στο νησί παίζανε κάποιο μουσικό όργανο. Ακόμη το ότι μερικοί τραγουδούσαν καλά και ιδιαίτερα τα δημοτικά και τα αντάρτικα τραγούδια. Κάθε Κυριακή λοιπόν επισκεπτόμαστε ένα χωριό και την ώρα που τέλειωνε η λειτουργία στην εκκλησία, καθόμασταν στο κεντρικό καφενείο. Ούζο και τραγούδι, κερνάγαμε και τους θαμώνες του καφενείου και πιάναμε κουβέντα. Η παρουσία μας στα χωριά και περισσότερο τα τραγούδια μας που όλα είχαν πατριωτικό περιεχόμενο, έδιναν μια εικόνα για μας διαφορετική σε σχέση με εκείνη που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν οι αντίπαλοί μας. Πέρα απ’ αυτό η επίσκεψή μας στα χωριά ήταν ένα ευχάριστο γεγονός μέσα στη συνηθισμένη μονότονη ζωή των κατοίκων. Κάθε φορά όταν φεύγαμε μας ξεπροβόδιζαν με φιλικά λόγια και μας παρακαλούσαν να τους επισκεφτούμε ξανά».

Αυτή η κουλτούρα ήταν «κεκτημένο» για τους εξόριστους από τη ζωή τους στο Βουνό, στην Ελεύθερη Ελλάδα όπου το ΕΑΜ, για τους κατοίκους της υπαίθρου, είχε δημιουργήσει λαϊκά θέατρα, λαϊκά σχολεία και ότι ήταν δυνατό να εκφραστεί από τη λαϊκή παράδοση, τον πολιτισμό.

Με τις παραπάνω συμπεριφορές οι εξόριστοι κατάφεραν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα στη Νάξο και οι σχέσεις τους με τον ντόπιο πληθυσμό πήραν φιλικό χαρακτήρα και οι ψευτιές και οι συκοφαντίες των αντιπάλων δεν έπιαναν πια τόπο. Είχαν κερδίσει τη φιλία και την εκτίμηση μεγάλου μέρους της Ναξιακής κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο που το 1958 στο Στρατοδικείο που δικαζόταν ο Στέφανος Παπαγιάννης για την απόδραση των δώδεκα εξορίστων εμφανίστηκε αυθόρμητα ο Ναξιώτης Βουλευτής Αντώνης Μπαρότσης μάρτυρας υπεράσπισης και επαίνεσε στο δικαστήριο τη στάση των Αξιωματικών στο νησί. Προφανώς η παρουσία του συμβόλιζε και τα αισθήματα σημαντικού μέρους της Ναξιακής κοινωνίας. Οι αξιωματικοί έμεναν οι περισσότεροι στο Κάστρο στο οίκημα λεγόμενο «Βενετσιάνικο Παλάτι» και λίγοι στην περιοχή της Γρότας.

Η ζωή τους κυλούσε με μελέτη, εκμάθηση ξένων γλωσσών, διαλέξεις και άλλες ομαδικές μορφωτικές προσπάθειες. Ακόμη έπαιζαν και θεατρικά έργα. Αρκετό χρόνο αφιέρωναν στην παρακολούθηση της πολιτικής κατάστασης της χώρας.

Ο Βασίλης Βενετσανόπουλος γράφει στο βιβλίο του «ΠΑΡΩΝ».

«Για τους εξόριστους αξιωματικούς η ζωή τους μακριά από την εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα ήταν στενόχωρη. Βάραινε γι’ αυτό ιδιαίτερα και ο εθελοντικός κατά κάποιον τρόπο εκτοπισμός τους. Αρκετές φορές στη διάρκεια των διαφόρων εκδηλώσεών τους έμπαινε το ζήτημα αυτό και κάπως σαν παράπονο. Επίσης από μερικούς έμπαινε αυθόρμητα και ζήτημα δραπέτευσής τους, που αν επέτρεπε το Κόμμα, θα μπορούσε θαυμάσια να οργανωθεί με επιτυχία. Γενικά οι συζητήσεις για φευγιό και αντάρτικο δεν σταμάτησαν ποτέ. Άλλοτε γίνονταν με πολλή οξύτητα κι άλλοτε με σχετική ηρεμία».

Αρχές Απρίλη 1947, έφθασε στη Νάξο με το πλοίο της γραμμής μια νέα λυγερή Ναξιώτισσα της Αθήνας, η Γιούλη Υδραίου το γένος Σοφικίτη από το Σαγκρί σήμερα χήρα του αείμνηστου δημοσιογράφου – συγγραφέα και αγωνιστή της Αριστεράς Σπύρου Λιναρδάτου. Η ίδια αγωνίστρια της ΕΠΟΝ και του Εφεδρικού ΕΛΑΣ που «γεύτηκε» τις συνέπειες της αγωνιστικής της δράσης στις φυλακές και τους τόπους εξορίας στην μετεμφυλιοπολεμική περίοδο και στην εφτάχρονη δικτατορία. Κουβαλούσε στην τσάντα της ένα σημαντικό μήνυμα.

Το μήνυμα, μικρό σημείωμα, ήταν κατάλληλα τοποθετημένο μέσα στο τσόφλι ενός αμυγδάλου με την εντολή να δοθεί στον λοχαγό Στέφανο Παπαγιάννη, άγνωστο πρόσωπο στην κομίστρια. Γνώριζε όμως από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ το συνεξόριστο του Παπαγιάννη Επίλαρχο Βήλο Παπαδόπουλο και ζήτησε από τον συγγενή από τη μητέρα της ταχυδρομικό υπάλληλο Σπύρο Λογαρά να τον ειδοποιήσει για μια συνάντηση μαζί της με πολλή προφύλαξη.

Έτσι έφθασε το σημείωμα στα χέρια του Παπαγιάννη. Γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του: «Το σημείωμα απευθυνόταν προσωπικά σε μένα, γιατί ήξεραν ότι μόνο εγώ γνωρίζω τον γραφικό χαρακτήρα του αποστολέα. Ήταν από το μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ Στέριο Αναστασιάδη που πιάστηκε αργότερα από την Ασφάλεια και εκτελέστηκε με άλλα μέλη της Κ.Ε. Στο σημείωμα δινόταν εντολή να προετοιμαστούν εντελώς μυστικά δώδεκα αξιωματικοί για μια πρώτη αποστολή στο βουνό. Ότι αργότερα θάρθει στο νησί κρυφά ένα καΐκι να τους παραλάβει. Ταυτόχρονα ορίζονταν τριμελής επιτροπή από μένα τον Βασίλη Βενετσανόπουλο και τον Δημήτρη Κούκουρα για να κανονίσει τις λεπτομέρειες της προετοιμασίας.

Την παραπάνω εντολή την πληροφορήθηκαν μόνο οι δώδεκα που θάπαιρναν μέρος στην απόδραση. Κρατήθηκε μυστική από τους υπόλοιπους, όχι γιατί δεν υπήρχε εμπιστοσύνη, αλλά γιατί γι’ αυτές τις περιπτώσεις έπρεπε πάντα να τηρείται αυστηρά η αρχή «ο καθένας να ξέρει μόνο ότι αφορά αυτόν τον ίδιο και τίποτα παραπάνω». Πέρα όμως απ’ αυτό και η επιλογή δώδεκα μόνο από το σύνολο θα προκαλούσε έτσι κι αλλιώς παράπονα και στενοχώρια στους άλλους».

Οι δώδεκα επιλεγέντες να αποδράσουν αξιωματικοί ήταν οι πιο κάτω:

  • Αντισυνταγματάρχης ΠΤ Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ,
  • Ταγματάρχης ΠΒ Γιάννης ΚΙΛΙΣΜΑΝΗΣ,
  • Λογαχός ΠΖ Γιώργος ΣΑΜΑΡΙΔΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Βασίλης ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Γιώργος ΚΑΛΙΑΝΕΣΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΖ Γιώργος ΚΑΤΕΜΗΣ,
  • Λοχαγός ΠΒ Κίμων ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΒ Χρήστος ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΒ Θεοδόσης ΖΕΡΒΑΣ,
  • Υπολοχαγός ΠΖ Θεόδωρος ΚΑΛΛΙΝΟΣ,
  • Ανθυπασπιστής Κώστας ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ και
  • Λοχαγός ΠΒ Στέφανος ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ.

Οι δώδεκα πιο πάνω αξιωματικοί προετοιμάζονταν με μυστικότητα και περίμεναν σε επιφυλακή το καΐκι που θα τους έπαιρνε.

Εκείνες τις μέρες της αναμονής ήρθε διαταγή στην Διοίκηση Χωροφυλακής από το Υπουργείο να διαλυθεί η ομάδα των εξορίστων στη Νάξο και να σκορπιστούν ανά δύο ή τρεις στα γύρω χωριά. Έτσι προέκυψε ξαφνικά σοβαρός κίνδυνος να ματαιωθεί εν μέρει ή ολοκληρωτικά η αποστολή γιατί θα ήταν πρακτικά αδύνατο να περιμένει το καΐκι που θα προσέγγιζε κρυφά στο νησί να συγκεντρωθούν και οι δώδεκα.

Πλησίαζε η γιορτή του Πάσχα και οι εξόριστοι παρακάλεσαν τον Υπομοίραρχο να αναβάλει την εκτέλεση της διαταγής για μετά το Πάσχα ώστε να γιορτάσουν όλοι μαζί στην πόλη. Ο Μπεχράκης ανυποψίαστος και μόνος του ή με την έγκριση του κέντρου έκανε δεκτό το αίτημα.

Το καΐκι ήρθε σε λίγες ημέρες στις 15 Απρίλη 1947. Προφασίστηκε ο καπετάνιος (ήταν στην κατοχή στον ΕΛΑΝ και είχε πολλή εμπειρία με επιτυχίες σε τέτοιες αποστολές) ότι ήρθε ν’ αγοράσει πατάτες. Κατά το σούρουπο κινήθηκε ΒΔ και στο λιμανάκι των Αη Γιάννηδων που ο κάβος του κάνει στροφή κι είναι αθέατο από την πόλη, έδεσε. Εκεί περίμεναν οι δώδεκα εξόριστοι, επιβιβάστηκαν και σαλπάρισαν στην ελευθερία.

Η απόδραση έγινε γνωστή στον Υπομοίραρχο την επόμενη ημέρα, με σκόπιμη καθυστέρηση ωρών, στην καθημερινή αναφορά παρουσίας των εξορίστων. Ο Μπεχράκης στο άκουσμα της απουσίας των δώδεκα μόλις που γλύτωσε το εγκεφαλικό αναλογιζόμενος τις ευθύνες του. Αρχικά σκέφτηκε απόδραση στο εσωτερικό και απειλή δημιουργίας αντάρτικου στη Νάξο. Το συνδύασε με τις επισκέψεις των αξιωματικών τις Κυριακές στα χωριά. Ο ίδιος συνεπικουρούμενος και με τη ντόπια αντίδραση εξαπέλυσε μια χωρίς προηγούμενο τρομοκρατία. Συλλήψεις, ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί κράτησαν για πολύ χρόνο. Θύματα οι Αριστεροί της Πόλης μα και πολίτες, ανεξάρτητα ιδεολογίας, που έκαναν παρέα με τους αξιωματικούς.

Οι αριστεροί Μιχάλης Γρατσίας, οι ράφτες Γιάννης και Μιχάλης Μαργαρίτης, ο Γιώργος Φραγκουδάκης μα και πολίτες, άσχετοι με αριστερή ιδεολογία όπως ο Νίκος Τριαντάφυλλος, ο Νίκος Φραγκουδάκης (φαγιάς) βίωσαν για μέρες την τρομοκρατία που εξαπολύθηκε.

Η επιχείρηση απόδραση σχεδιάστηκε να ολοκληρωθεί σε 4-5 ημέρες. Μα οι απρόβλεπτες δυσκολίες ανέτρεψαν τον αρχικό σχεδιασμό και χρειάστηκαν 15 ημέρες με κινδύνους και απώλειες για την ομάδα των δώδεκα. Η πορεία του καϊκιού κράτησε 36 ώρες με στάσεις στην Πάρο και την Άνδρο για εφοδιασμό με λίγα τρόφιμα από συνδέσμους των νησιών αυτών που είχαν από πριν ενημερωθεί. Ο έμπειρος καπετάνιος του καϊκιού προδόθηκε από σοβαρή βλάβη της μηχανής που χρειαζόταν συνεργείο για να αποκατασταθεί. Η βλάβη του καϊκιού ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό της επιχείρησης. Αυτός ήταν να αποβιβασθούν οι αξιωματικοί λίγο πριν από το στενό του Ευρίπου για να περάσει ελεύθερο το πλοίο από τον έλεγχο να προχωρήσει η ομάδα πεζή μέχρι σε προκαθορισμένο σημείο, να επιβιβαστούν ξανά για να τους μεταφέρει σε περιοχή ελέγχου από τις αντάρτικες ομάδες. Η βλάβη του καϊκιού τους ανάγκασε να αποβιβαστούν νωρίτερα προς το μέρος της Στερεάς Ελλάδας, σε άγνωστο γι’ αυτούς έδαφος, με μόνα βοηθήματα ένα χάρτη της περιοχής μεγάλης κλίμακας και μια πυξίδα. Πορεύονταν προς τον βοριά μόνο νύχτα. Την ημέρα ακινησία. Συνάντησαν φοβισμένους χωρικούς και ενέδρες ΜΑΥδων που τις ξεπέρασαν με ψυχραιμία και την πίστη τους στην επιτυχία του σκοπού.

Σ’ αυτή τη δύσκολη επιχείρηση σημειώθηκαν δύο απώλειες: Ο Αντισυνταγματάρχης Δημήτρης ΚΟΥΚΟΥΡΑΣ, ο αγαπημένος μπαρμπα-Μήτσος των εξορίστων, σακάτης στο πόδι από πολεμικό τραύμα, κάπου παραπάτησε και στραμπούλισε το γερό με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προχωρήσει. Οι σύντροφοί του τον μεταφέρουν μέχρις ενός σημείου και σκέπτονται να ζητήσουν βοήθεια από τους ντόπιους: Ο Στέφανος Παπαγιάννης γράφει γι’ αυτό: «Εκεί στα μαντριά όπως ήταν νύχτα, πλησίασε ο Κώστας Αντωνόπουλος και ρώτησε με τρόπο για κάποιο τσέλιγκα, που ήξερε πως είχε το στέκι του σ’ εκείνα τα μέρη από ένα αδελφό του που στον ΕΛΑΣ υπηρετούσε στο τμήμα του. Έμαθε ότι είχε το σπίτι του κάπου στην πλαγιά και ξεκινήσαμε για εκεί, αφήνοντας προσωρινά τον μπάρμπα-Μήτσο σε κάτι βράχια κοντά στη δημοσιά. Να προσθέσω εδώ ότι στη διάρκεια της νύχτας έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή αυτοκίνητα με χωροφύλακες και ΜΑΥδες. Ευτυχώς ο τσέλιγκας ήταν στο σπίτι του και δέχτηκε να βοηθήσει. Το μόνο που ζήτησε ήταν να πάνε οι αντάρτες σε καμιά δεκαπενταριά μέρες να τον παραλάβουν. Το μέρος αυτό λεγόταν Κονάκια κοντά στο χωριό Μαρτίνο Φθιώτιδας. Έστειλε ένα μουλάρι μ’ ένα δικό του στο μέρος που τον είχαμε αφήσει κι εμείς φύγαμε γρήγορα για να απομακρυνθούμε όσο ακόμα ήταν νύχτα».

Ο τσέλιγκας συνελήφθη από προδοσία και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Ο μπάρμπα-Μήτσος αβοήθητος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Λαμία. Στο Έκτακτο Στρατοδικείο με γενναιότητα ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη της απόδρασης. Εκτελέστηκε με το ένα πόδι γονατισμένο αφού δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος!

Η δεύτερη απώλεια ήταν ο Λοχαγός Κίμωνας ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ. Σε ενέδρα των ΜΑΥδων, αποκοιμισμένος πάνω σε βράχια, ξύπνησε από τους πυροβολισμούς, χάνει την επαφή με τους συντρόφους του. Δεν άργησε να τον συλλάβουν και να τον παραπέμψουν στο Έκτακτο Στρατοδικείο. Στάθηκε όμως τυχερός, αφού οι γονείς του, πολιτικοί φίλοι ισχυρού πολιτικού, κατάφεραν με τη διαμεσολάβησή του η ποινή του να είναι ισόβιος κάθειρξη.

Στις 30 Απρίλη, 15 μέρες από την απόδρασή τους από τη Νάξο ήρθαν σε επαφή με τα Αντάρτικα Σώματα της Αυτοάμυνας. Στη συνέχεια θα οδηγηθούν στο Στρατηγείο του Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας) που έδρευε τότε στη Ρούμελη και θα πλαισιώσουν Επιτελεία και Μονάδες του. Όλοι τους θα σταθούν ηρωικά μέχρι την ήττα στο Γράμμο και θα γευτούν την πολύχρονη πίκρα της ξενιτιάς πάντα δοσμένοι στην ιδεολογία τους και στο όνειρό τους για μια ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη πατρίδα. Ο Νόμος της Αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης θα τους δικαιώσει βαθμολογικά κι αυτό θα το εισπράξουν σαν δικαίωση των αγώνων τους, των αγώνων του ελληνικού λαού.

Σήμερα στους πολύ δύσκολους καιρούς για τον τόπο και το λαό, που ακυρώνονται μία-μία οι κατακτήσεις από αιματηρούς αγώνες που ακούγεται από τα πλέον υπεύθυνα χείλη η απειλή απώλειας τμήματος της εθνικής μας κυριαρχίας, η αναφορά στους αγώνες και τους αγωνιστές εκείνης της εποχής για Εθνική Ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη είναι περισσότερο από επίκαιρη.

-********************************************-

 


Πηγές:

  • ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Από Εύελπις Αντάρτης, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 1991.
  • ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣΙΛΗ, «Παρών» Μια ζωή στην πρώτη γραμμή, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα.
  • Αφήγηση της Γιούλης Λιναρδάτου στον συγγραφέα στις 2 Απριλίου 2010.
  • Αφήγηση στον συγγραφέα του Μιχάλη Ηλ. Γρατσία, εκδότη εφημερίδας «Τ’ ΑΠΕΡΑΘΟΥ» στις 10 Δεκέμβρη 2009.
  • Αφήγηση στον συγγραφέα του Γιάννη Μαργαρίτη, συνταξιούχου Τραπεζιτικού, στις 15 Απρίλη 2010.

 

 

Δύο βιβλία γεννήθηκαν από τη ζωή και τη γαμημένη κρίση

Ιανουαρίου 5, 2016

Στην παρακάτω ανάρτηση προβάλλεται βιντεοσκόπηση για γερά νεύρα  της Σοφίας Φραγκούδη από παρουσίαση στον Ιανό δύο βιβλίων (προσοχή, είναι περίπου δυο ώρες). Το ένα είναι μυθιστόρημα μιας δεκάχρονης δικαστικής περιπέτειας (Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα…) και το άλλο με διηγήματα της παιδεμένης ζωής, της Μάνας και της γαμημένης κρίσης/πολέμου (Το γηροκομείο του παραδείσου).

Ο Τσαγκάρης που ‘ναι περήφανος για τη δουλειά του

Δεκεμβρίου 16, 2015

Τα τακούνια και το Δέντρο των Χριστουγέννων

 

-Να πάρεις μια κότα…

-Μάλιστα,

-Να την ξεπετσιάσουν, πρόσεξε τι λέω, και να κόψουν και τον κώλο,

-Αποκλείεται, δεν παίρνω τέτοια κότα,

-Για το παιδί είναι όχι για σένα, κάνε τι σου λέω, πάρε και ψωμί απ’ το φούρνο,

-Εν τάξει,

-Και ένα γάλα, ένα μόνο, μπλε…

-Φεύγω,

-Περίμενε, πάρε και υλικά για τοστ, τυρί χωρίς λιπαρά και όχι καπνιστές βλακείες και τέτοια, θα το πετάξω,

-Τέλειωνε έχω δουλειά,

-Να πάρεις και ψωμί για τοστ πολύσπορο, όχι τις βλακείες που μου φέρνεις,

-Δεν μπορώ να ψάχνω μια ώρα να βρω το πολύσπορο, έχουν είκοσι ειδών κομμένα ψωμιά,

-Δεν έχουν είκοσι μόνο δέκα έχουν, όλο υπερβολές είσαι, φύγε. Τον κάλεσε μόλις ήταν έτοιμος να βγει απ’ το μαγαζί,

-Να μην ξεχάσεις και μπανάνες,

-Εγώ να μην ξεχάσω, εσύ δεν μου το ‘πες, άντε τώρα μην πω τίποτα,

-Και μη τυχόν σταματήσεις στο Βαγγέλη, μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι κάνεις, το νου σου. Σταμάταγε τελευταία στο καφενείο που τον περίμενε το ούζο που παράγγελνε περνώντας για τα ψώνια, στον Βαγγέλη τον Αλβανό, έτσι με ονομάσανε, Βαγγέλη,  το ‘πινε σχεδόν στα όρθια και νόμιζε πως δεν τον καταλάβαινε κείνη, στην αρχή δεν του ‘πε τίποτα, σαν το παράκανε του όρμισε, και τι να κάνει … αραίωσε τις επισκέψεις.

Γυρίζοντας βρήκε να βήχει τον έναν απ’ τα τσιλιβυθράκια, τον παρκάρισαν εκεί μην έχοντας άλλη λύση, και μια σακούλα με μπότες κι ένα ζευγάρι χαμηλά παπούτσια της καγκελοφρυδάτης που έπρηξε τη μάνα της τηλεφωνικά να μην τον πλησιάζουν, θα κολλήσετε και χαθήκαμε, και εντολή να την πάρει τούτος για οδηγίες.

-Λέγε, τη ρώτησε, τι θέλουν τα ρημάδια,

-Ποια ρημάδια μπαμπά,

-Τα παπούτσια που μου ‘στειλες,

-Α, το ένα ζευγάρι, οι μαύρες, είναι καινούργιες αλλά γλιστράνε και θέλουν τακούνια,

-Αυτό θα πω, τακούνια,

-Ναι αλλά όχι ψηλά, χαμηλά,

-Εν τάξει, χαμηλά,

-Και το ίδιο χρώμα,

-Τέλειωνε,

-Το άλλο ζευγάρι, οι καφέ, είναι δουλεμένες αλλά γλιστράνε, και θέλουν τακούνια προφανώς,

-Και προφανώς, δεν μπορείς να μου πεις και για τις δυο πως θέλουν τακούνια, αλλά προτιμάς να περιγράψεις και το χρώμα,

-Μπαμπά,

-Λέγε να τελειώνουμε κάποτε,

-Το τρίτο το ζευγάρι…

-Γλιστράει κι αυτό,

-Πώς το κατάλαβες, αλλά ίσως χρειάζεται και σόλες,

-Παιδάκι μου, αν βάλει σ’ αυτό σόλες, θα γίνουν άρβυλα,

-Κάνε τι σου λέω, Μπαμπά, ξέρει ο τσαγκάρης,

-Και γω ξέρω αλλά…

-Μπαμπά είπα, ξέρει ο τσαγκάρης, λοιπόν σ’ αφήνω, και του ‘κλεισε το τηλέφωνο, η μοσχομυρωδάτη, κι αυτός έβγαζε καπνούς απ’ τ’ αφτιά, Τρία ζευγάρια αρβυλοπάπουτσα που χρειάζονται τακούνια και τον έπρηξε, δέκα λεπτά χαμένα, σκέφτηκε και χαμογέλασε, πάλι καλά που χουμε και τέτοια.

Πήρε τη σακούλα και σταμάτησε στον κουρέα, πέντε ευρώ η φάση, ζήταγε κι έκοβε απόδειξη,

-Θωμά, για ποιον τσαγκάρη μου ‘λεγες τις προάλλες, ήταν δυο οι παπουτσήδες, ο ένας δίπλα στον άλλον,

-Βγάζουν μεροκάματο τώρα, αυτοί κι οι γυναίκες που επισκευάζουν ρούχα, ξέρεις,

-Ναι Θωμά, ξέρω, η κρίση τα ‘φερε στην επιφάνεια,

-Ο διπλανός είναι, στο ίδιο μαγαζί με πρώτα, δεν άλλαξε τίποτα.

-Τι κάνουν και πότε να ‘ρθω, ρώτησε, ά και με τούτα τα πατούμενα που γλιστράνε, γίνεται τίποτα,

-Πώς δε γίνεται, ορίστε μ’ αυτό το λεπτό σόλιασμα ούτε θα φαίνεται ούτε θα γλιστράει, Είχε δίκιο γαμώτο μου, μουρμούρισε,

-Πολλά σας φαίνονται, ρώτησε κείνος σαν του ‘πε το κόστος,

-Κρατήσατε το παλιό τραπεζάκι της δουλειάς και τη μηχανή και τα εργαλεία, και βλέπω τα ράφια γεμάτα με παλιά παπούτσια, παρατήρησε,

-Ναι τα κράτησα και κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, του πεθερού μου είναι του Σωτήρη του Στεργιάκη απ’ τα Χανιά, έχουμε μάλιστα και το ίδιο όνομα,

-Πήρες θυγατέρα του, καλά έκανες,

-Ναι τη δεύτερη, δήλωσε με καμάρι ο Γιώργος που κράτησε τα παλιά σύνεργα του τσαγκαράδικου, Ξέρετε, αυτά τα εργαλεία καθώς και το τραπεζάκι, συνέχισε κείνος, τα τράβηξε παλιότερα φωτογραφίες κάποιος και τα ‘βαλε σε βιβλίο, μου το ‘πε ο Θωμάς,

-Άμα λάχει και σε ρωτάνε απαντάς πως δουλειά σου είναι τσαγκάρης, τον ρώτησε τούτος,

-Ναι γιατί όχι, το ψωμί μου βγάζω, γιατί να μην το λέω.

Στον Γιώργη τον Στεργιάκη, τον γαμπρό του Σωτήρη Στεργιάκη, του Κρητικού τσαγκάρη, που κρατήσανε κι οι δυο τους τα παλιά καλά εργαλεία και τιμούνε τα, έγραψε στο εσώφυλλο δίνοντάς του τη Λίστα του Τσαγκάρη και κείνος τον κοίταξε, όπως κοιτάνε οι καλοί άνθρωποι.

Γύρισε σπίτι του και κατέβασε το κουτί με τα υλικά για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

-Παππού να βοηθήσω;

-Κι απέ πώς θα στολίσει η γιαγιά το δέντρο χωρίς εσένα και τον έτερο Καπαδόκη, θα ‘ρθει κι εκείνος, να του κρατήσετε στολίδια.

Πολυτεχνείο 1973, μια κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα

Νοεμβρίου 16, 2015

Για την αυριανή επέτειο της εξέγερσης  του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, μπορείτε οι έχοντες υπομονή να δείτε μια συνέντευξη/μαρτυρία που δόθηκε πριν κάμποσα χρόνια

 

Πρώτο μέρος της συνέντευξης στη Χίο/TV  ΑΛΗΘΕΙΑ περί το 2002 (;)

https://www.youtube.com/watch?v=f-BLdWtVOPw

Δεύτερο μέρος της συνέντευξης

http://youtu.be/rgzBHwlUtDg

 

 

Για την παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, τη λογοτεχνία και … άλλα τινά

Οκτωβρίου 3, 2015
(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στις προηγούμενες τρεις αναρτήσεις, τις σχετικές με την ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση, δηλαδή αδιαφορείτε για τα εγκώμια περί τον συγγραφέα μένοντας στα υπόλοιπα)

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα» &

΄΄Το γηροκομείο του παραδείσου΄΄ &….

Παρουσίαση από την Λιάνα Κανέλλη και τον Γιάννη Κακαρά

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

Παρουσίαση από την Λιάνα Κανέλλη, Βουλευτή του ΚΚΕ

 

Θα μιλήσω για ένα βιβλίο. Θα μιλήσω για το βιβλίο του και για τον Αντώνη και για τίποτε άλλο. Παρ’ ότι το βιβλίο προσφέρεται στον καθένα και στην καθεμιά απ’ όποια σκοπιά θέλει, ώστε να βρει προσωπικές, από ιδεολογικές μέχρι εμπειρικές, αντιστοιχίες και σχεδόν να ταυτιστεί. Που σημαίνει ότι το βιβλίο έχει μια εξαιρετική ικανότητα. Αντίστοιχη μ’ αυτήν που έχουνε τα πιο πετυχημένα φιλμ του παγκόσμιου σινεμά ανεξαρτήτως εθνικότητας – σ’ αυτό πρωτοπορούν οι Αμερικάνοι,  είναι μάγκες – και τα καλύτερα ποιοτικά σίριαλ σε ολόκληρο τον κόσμο, όταν προσφέρουν ρόλους με τέτοιο τρόπο,  ώστε ο κάθε ένας και η κάθε μία στην πολλαπλότητα των εναλλακτικών προσωπικοτήτων να ταυτιστούν.

Ο Κακαράς στο βιβλίο της Δικαιοσύνης μ’ έκανε να ξανασκεφτώ τον στίχο Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ,  κι αυτό το νοητό είναι που έκανε να σφιχτεί η καρδιά μου, να πιάσω το βιβλίο, να προσπαθήσω να το διαβάσω πιο ρυθμικά και πιο ήσυχα, και να με αγχώσει σε τέτοιο βαθμό, που να θέλω οπωσδήποτε να το τελειώσω, και να το διαβάζω με τον ρυθμό που γράφει.

Ανέκαθεν ο Κακαράς, ο σύντροφος εδώ χωρίς αιδώ, ο σύντροφος Αντώνης, γράφει με τον τρόπο που γράφουν οι άνθρωποι που είναι σκασμένοι. Οι άνθρωποι που έχουνε συνηθίσει να δίνουνε περιεχόμενο στα γαλόνια τους, και όχι να δίνουνε τα γαλόνια τους περιεχόμενο στην υπόσταση τού τι κουβαλάει ο καθένας στον ώμο του.

Το βιβλίο λοιπόν λέει κάτι πάρα πολύ απλό, μα πάρα πολύ απλό. Ποιος έχει στα χέρια του το μαχαίρι και το πεπόνι της δικαιοσύνης. Ποιος φτιάχνει τους νόμους, ποιος κλείνει την δικονομία, ποιος έχει την γνώση, ποιος έχει τα μέσα, την πρόσβαση, το χρήμα, την υπομονή και την δυνατότητα να διαφεύγει της ποινής και να μην καταβάλει τίμημα για τα βαρύτερα των εγκλημάτων.

Συνέπεσε δε αυτόν τον καιρό να κυκλοφορήσει ενόψει της δίκης των, κατά Καμίνη, μη ιδεολογικώς ενοχοποιούμενων. Έτσι για να θυμόμαστε πού είμαστε και σε ποια πόλη. Είμαστε στην Αθήνα το 2015, και ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής. Η γιγάντια προσπάθεια που γίνεται, είναι να αποϊδεολογικοποιηθεί και να αποπολιτικοποιηθεί η δίκη έτσι, ώστε όλα να πάνε απλά και μαλακά. Και το βιβλίο του Κακαρά μας εξηγεί πως γίνεται αυτό, χωρίς να αφορά αυτή τη δίκη.

Ο ήρωας είναι ένα καθίκι, ένα κάθαρμα που έχει ξεκινήσει από ένα χωριό, το οποίο όμως είναι και έξυπνο κάθαρμα, μπορεί και τελειώνει και το σχολείο και μπαίνει και στην Γεωπονική – ξέρω και άλλους από την Γεωπονική – γιατί έχει χωράφια. Δεν του πάει, αλλού ήθελε αλλά πάει στην Γεωπονική, γιατί ο πατέρας του έχει χωράφια. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα χωράφια, είναι ο ιδιοκτήτης της γης.

Και αρχίζει την ζωή του και την σεξουαλική του έκφραση, δραστηριότητα, ωριμότητα, βατεύοντας – να αρχίσω να χρησιμοποιώ τέτοιες λέξεις ώστε να είμαι και κομψή, γιατί υπάρχει και βίντεο, που θα δω στο YouTube και θα πρέπει να απολογούμαι μετά, όπως έχω απολογηθεί και για άλλες παρουσιάσεις βιβλίων, στις οποίες πηγαίνω μόνο εάν μου αρέσει το βιβλίο, δεν με ενδιαφέρει καν ενίοτε και ποιος είναι ο συγγραφέας, στην προκειμένη περίπτωση αγαπάω πάρα πολύ τον συγγραφέα, γι’ αυτό και διάβασα και το βιβλίο του και γιατί έχω διαβάσει και τα προηγούμενα, για να κλείσω τις προσωπικές παρεξηγήσεις – βατεύει {λοιπόν το καθίκι} την αδερφή του.

Η αδερφή του δεν τολμάει να μιλήσει και αφού ασκείται σεξουαλικά, (είναι και έθιμο σε πολλές περιοχές της χώρας μας, να μένει η παρθενιά μέσα στο σόι των κοριτσιών, για να μην χαλάει το αίμα και η παράδοση του αίματος, γιατί όπως λέει και ο ήρωας, «Εγώ..» λέει «δεν είμαι κακός»), περνάει το στρατό,  πηγαίνει έξω, εκπροσωπεί τη χώρα, μπαίνει μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Και μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν αφήνει μαθήτρια για μαθήτρια, τις βιάζει, τις εκβιάζει, πουλάει βαθμούς, τρώει μία καταδίκη, κάτι αναβολές κάτι τούτα, κάτι εκείνα, τρώει μία δεύτερη καταδίκη, κάτι αναβολές κάτι τούτα, κάτι εκείνα, τον κυνηγάει ο Γιάγκος.

Το πρόβλημα είναι ο Γιάγκος εδώ σ’ αυτό το βιβλίο. Πόση έλλειψη δυνατότητας έχει ο καθένας από εμάς, ως πολίτης, να είναι Γιάγκος. Να κυνηγάει το κακό, κόντρα στην γραφειοκρατία, κόντρα  στην … γιατί είναι και το παραπολιτικό. Είναι το επαρχιωτόπουλο που πέτυχε στην Αθήνα, κρέμασε το σώβρακο του, το κρέμασε στην Αθήνα, είχε επαρκείς σπουδές, επαρκές όνομα, επαρκή ιστορία, χίτες, εμφύλιος, ό,τι άλλο θέλετε.

Μέσα στο πολιτικό σκεπτικό, ο συγγραφέας, μιλάει για την συμβολή του κακού στον υπέροχο δυτικό καπιταλιστικό μας κόσμο. Και το κακό παίρνει συνεχώς παράταση για να μπορεί ν’ αναπαράγει τον πολιτισμό. Πώς γράφει ο Κακαράς; Γράφει όπως θα έβριζε, όπως θα σηκωνόταν οργισμένος και θα μίλαγε. Γράφει όπως το τάβλι που σβούριξε.

Η στίξη του, για να την διαβάσεις φωνακτά, είναι αφάνταστα δύσκολη, αφάνταστα δύσκολη, έχει ανατρεπτικές προτάσεις, τα κόμματα τού λείπουν… Αν ήθελα να κάνω την έξυπνη… θα την κάνω, γιατί να μην την κάνω, όλοι κάνουμε τον έξυπνο όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, κάνουμε και τον εαυτό μας κριτικό. Δεν είμαι κριτικός, αλλά όταν το διάβαζα είχα το αίσθημα ότι διαβάζω Τζόυς, Τζέημς Τζόυς, όταν το πρωτοδιάβασα. Γράφει σχεδόν άστικτα.

Δεν πιστεύω ότι βελτιώνει τον εαυτό του, ο Κακαράς, όταν γράφει. Και κυρίως είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς, που δεν ξεβράζει σκελετούς και πτώματα από μέσα του. Είναι ο άνθρωπος που ξέρει τι πάει να πει, έχω αναλάβει την ευθύνη αντρών κάτω από εμένα και διαταγών πάνω από εμένα, και να παραμένω ολόκληρος ως πρόσωπο. Γράφοντας λοιπόν έτσι, πετυχαίνει κάτι που είναι εξαιρετικά σπάνιο. Αν ξέρει κάποιος ότι έχει υπάρξει στρατιωτικός, να εύχεται, άμα του λάχει ποτέ είτε να είναι σε πολιορκία, είτε να είναι σε πόλεμο, να έχει κάποιον που από μόνος του μπορεί να είναι κόκκινος στρατός και λαός σαν στο Στάλινγκραντ.

Στο Στάλινγκραντ θες Κακαράδες, δεν θες ελεύθερους σκοπευτές. Θες αυτούς οι οποίοι μπορούν να οργανώσουνε, εκτός από την αντίσταση και εκτός από τον πόλεμο, το πώς θα επιζήσει ο πληθυσμός. Και εάν χρειαστεί, να επιζεί ακούγοντας Σοστακόβιτς . Και δεν κάνει επίδειξη ούτε εμπειριών ούτε γνώσεων. Είναι αξιωματικός της γραφής, αυτό είναι σπάνιο είδος, σπάνιο είδος.

Συνήθως οι στρατιωτικοί εάν δεν καταλήξουνε ευρωβουλευτές ( για να πετάξω και εγώ στην σπόντα μου, δεν μπορώ, δεν αντέχεται) έρχονται αντιμέτωποι με το ευρωπαϊκό δίκαιο, έχει σημασία. Πάρτε το στρατιωτικό που γράφει -είμαστε στο 2015 με αυτό το παρελθόν – για την δικαιοσύνη και το σύστημά της. Έχοντας αντιμετωπίσει το γεγονός ότι υπάρχουνε βασανιστές φρικτοί γιατροί – διάβαζα προχτές – καθάρματα του ναζισμού που δεν είναι μόνο ο Μένγκελε, είναι τόσοι… Η βαρύτερη ποινή που έχει πάρει ένας από αυτούς, ήτανε έξι χρόνια και δεν τα εξέτισε. Ένας αυτοκτόνησε μόνο, και ένας εκτελέστηκε. Όλοι οι υπόλοιποι {καταδικάστηκαν σε} 2-3-5 χρονάκια, δεν κάτσανε και μέσα, βρήκανε τρόπο γλιτώσανε, βάλανε επιστημοσύνη!

Έχω έναν συνάδελφο, πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, γιατρό, ο οποίος σήμερα μου έλεγε, ο δυστυχής, πως το νοσοκομείο τον έβαλε να πηγαίνει… (από κρατικό νοσοκομείο, εδώ στην Ελλάδα), {μάρτυρας επί} δεκατέσσερα χρόνια, και τώρα θα πληρώσει και 50.000 για συκοφαντική δυσφήμηση. Θα παρουσιαστεί από τον Ιατρικό Σύλλογο μέχρι τα δικαστήρια, εναντίον ενός γιατρού ο οποίος ξετίναζε για επιστημονική πλάκα τους ανθρώπους. Για επιστημονική πλάκα. Και δεν τον διέγραψε ποτέ, ούτε ο Ιατρικός Σύλλογος! Έφτασε να κάνει μήνυση σ’ αυτούς που καταθέτανε, και από τις είκοσι εννιά υποθέσεις τις αποδεδειγμένες, στα δικαστήρια έφτασαν τρεις.

Αυτή την εμπειρία δεν υπάρχει κάποιος από εσάς {να την έχει;} Κάπου λέει μέσα ο Κακαράς, πως του είπε ένας φίλος του, και είναι εξαιρετικά καλό σ’ αυτό το μυθιστόρημα εδώ μέσα, ότι η απόφαση της δικαιοσύνης είναι σωστή, όταν τελειώνει και δεν είναι κανένας ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα της δίκης. Είναι τόσο πικρό και τόσο αληθινό, που δεν αφήνει περιθώρια σε μία ευρωπαϊκή δικαιοσύνη. Η οποία, κακά τα ψέματα τώρα, εντάξει όταν συζητούσε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την δικιά μας την φωτογραφία, για να πάω και στα media, σφάζανε τους επαναστάτες της Μαδαγασκάρης και τους πνίγανε στον Σηκουάνα!

Αντί να τα λέω, θα σας πω, θα σας διαβάσω μόνο δύο μικρά αποσπάσματα. Θα προσπαθήσω να τα διαβάσω έτσι που γράφεις, φιλάρα μου. Δηλαδή πρέπει να είμαι τουλάχιστον… τι να σου πω, η Έλλη Λαμπέτη, για να διαβάσω μονόλογο, δεν μπορώ. Είναι δύσκολο αυτό το πράγμα να το φέρεις στην επιφάνεια, είναι καταπληκτικό να το διαβάζεις ως βιβλίο. Καταπληκτικό. Και θα μπορούσε και να διδάσκεται και στα μαθήματα τής γλώσσας, τώρα που έχουν περάσει και φωνητική γραφή, ξέρεις ‘μπ’ και ‘α’ κάνει ‘μπα’ ή κάνει ‘μπουά’; Δεν ξέρω. Εξαρτάται. Λοιπόν, επειδή έτσι διδάσκεται τώρα,  ναι διδάσκεται και η αλφάβητος {αλλά} ούτε τέτοια πράγματα, ούτε η ανάγνωση {διδάσκεται} στο σχολείο…, αυτά είναι περιττά πράγματα, οι απαγγελίες τώρα! Αυτά είναι ρομαντικές ηλιθιότητες παλαιών εποχών… Λοιπόν.

«Απρίλιος του 2002 και ο κύριος αυτός καταδικάζεται σε 20 μήνες φυλάκιση μετά την αγωγή και τις καταγγελίες της πρώτης φουρνιάς των κοριτσιών. Είχε αρχίσει την απολογία του με τον ψαλμό ΄΄η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα και ο νόμος σου αλήθεια΄΄ ενώ η εισαγγελέας τον κοίταξε έκπληκτη. ΄΄Τι θέλετε να πείτε κύριε΄΄, τον ρώτησε και εκείνος ανέκραξε, ΄΄οι άνομες βλέπετε βλέψεις των συκοφαντών μου και η συνομωσία τους βρήκαν, δυστυχώς, τους δικαστές ανέτοιμους να δούνε την αλήθεια. Εντούτοις συγχωρώ τους διώκτες μου και  τους συνιστώ να συμφωνήσουν, έστω κα την τελευταία στιγμή, να σταματήσουν, αν λέγω, αν είναι χριστιανοί, να κυνηγούν έναν αθώο άνθρωπο΄΄. ΄΄Δηλαδή ζητάτε να συμβιβαστείτε΄΄, συμπέρανε ο πρόεδρος,  και ο δικηγόρος των μηνυτών αρνήθηκε την πρόταση. ΄΄Θα αστειεύεται ο κατηγορούμενος΄΄, δήλωσε ψυχρά. ΄΄Ταλαιπωρεί τους ανθρώπους αλλά και εμάς δώδεκα χρόνια ,κύριοι δικαστές, νισάφι πια΄΄. Η αίθουσα του τριμελούς είναι κατάμεστη, αφού όλοι γνωρίζουν, πως παίζεται η εξέλιξη μιας υπόθεσης που ταράζει από χρόνια τα νερά της πόλης, με κεντρικό πρόσωπο έναν καθηγητή, που κυνηγούσε, έδερνε, κακοποιούσε τα παιδιά του, εκβίαζε, απειλούσε, τρομοκρατούσε όποιον ερχότανε εμπόδιο στον δρόμο του. Ήτανε ο Σύμβουλος του Υπουργού που καταγότανε από την περιοχή τους, δεν γινόταν να μην μάθουν όλοι τι συνέβαινε…»

Προσέξτε όμως την ιδεολογική τοποθέτηση του Κακαρά, απέναντι στο κακό. «Κωλοσταυρίδες είναι οι καλές σαύρες στο νησί των ανέμων και των κόκκινων βράχων, ενώ ψαψαμίτες καλούνται τα δηλητηριώδη ξαδέρφια τους. Το ένα είναι χαριτωμένο σαυροειδές μικρού μήκους καλό και αγαθό και τρώει ψιλοκορφάδες και λουλούδια από τις πουρνάρες σαν ανθίζουν, είναι άκακα, επομένως αποδεκτά για παρέα απ’ όσους γουστάρουν σχετικώς, μπορούμε να τα παρουσιάσουμε με τους αντίστοιχους ανθρώπους, ενώ το άλλο είδος, το ‘χετε αντιληφθεί, είναι επιθετικά, κακότροπα, τσιμπάνε και πρέπει, λέει, να σε βάλουν σε φούρνο για να βγει το δηλητήριο, τουλάχιστον έτσι κάνανε οι παλιοί σε τέτοιες περιπτώσεις, το ίδιο και με τα τσιμπήματα από σκορπιό που ‘τανε κάτω από κάθε πέτρα, πίσω από κάθε εξάρτημα πεζούλας, πάνω σε ταβάνια, κάτω από ταβάνια κρεμασμένοι να τους βλέπεις και να σου κόβεται η ανάσα, να σου παγώνει το αίμα, να μουδιάζεις ολόκληρος, έτσι διηγούνται οι παλιοί (κι η Μενεμένη μεταξύ τους),  τι άλλο χρειάζεται επομένως για να παρομοιάσουμε και τον Λάδα ως ψαψαμίτη του ανθρώπινου είδους, κακό άνθρωπο δηλαδή, βεβαίως δεν μπορούμε να φανταστούμε τον ψαψαμίτη να προσβάλει την γενετήσια αξιοπρέπεια μιας κωλοσταυρίδας, εξ ου και χάσμα χωρίζει τον άνθρωπο αυτόν από το επικίνδυνο, για λόγους ισορροπίας στη φύση, πλην αγαθό ερπετό.» Εδώ είναι η τελεία {και συνεχίζει ο συγγραφέας}.

«Αλίμονο, θα το προσβάλαμε το ζωντανό. Και αναρωτιέται κανείς, είναι και ο Λάδας, και  όποιος Λάδας, απαραίτητος στην σεξουαλική και λοιπές αλυσίδες της εξέλιξης του ανθρώπου ως παράγοντα του ζωικού βασιλείου, όσο και ο ψαψαμίτης ή όπως κάθε ζώο μοχθηρό, αιμοβόρο, κακό με λίγα λόγια, ή δεν χωράει η έννοια ΄΄κακό΄΄ παρά μόνο στους έλλογους ανθρώπους;  Απάντηση θα πάρουμε μόνο από τον φορέα που δικαιούται θεσμικά και εμπράκτως να αποδεικνύει αυτή την αποδοχή, ότι δηλαδή είναι απαραίτητος και ο κακός άνθρωπος τόσο, όσο είναι απαραίτητο και το κακό εν γένει. Και εξηγούμαστε. Η πάταξη του κακού και η απονομή δικαιοσύνης όσο περισσότερο κρατάει σε διάρκεια, τόσο φαίνεται πως είναι καλύτερη η απόδειξη της αναγκαιότητας του κακού. Θα υπήρχε άλλος λόγος απ’ αυτόν, δηλαδή να εμπεδώσουν όλοι τη χρησιμότητα ύπαρξης και του κακού ως στοιχείου απαραίτητου για να ξεχωρίσουμε το καλό, αν αντί των δέκα χρόνων για την πάταξή του αντιδρούσε η δικαιοσύνη άμεσα και πάτασσε το κακό στη γέννηση του με αστραπιαία ταχύτητα; Τότε θα εξαφανιζόταν τάχιστα, οπότε πώς θα γνωρίζαμε την ύπαρξη και την ομορφιά του καλού;»

Σκεφτείτε το αυτό σε περίπτωση ασφαλιστικής με τροχαίο και ασφάλιστρα που πρέπει να καταβληθούν. Τι ωραίο ε; Πώς θα ξέρει η ασφαλιστική το καλό. «Επίσης εάν γινόταν έτσι θα συνέχιζαν να είναι απαραίτητοι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης σε όλα τα επίπεδά της με πρώτο και πολυπληθέστερο των δικηγόρων; Δεν θα είχαμε τότε φαινόμενα αντιστροφής των εννοιών και από ανάγκη επαγγελματικής ενασχόλησης σ’ αυτά τα στρώματα του πληθυσμού, φερ’ ειπείν θα ξεκινούσε ο θρίαμβος του κακού ως στοιχείου απαραίτητου, και ως εκ τούτου η δίωξη του καλού από τους ίδιους μηχανισμούς;» Αυτός είναι ο Κακαράς και αυτό είναι το μυθιστόρημα. Δεν είναι ψαψαμίτης. Δεν είναι κωλοσταυρίτης. Δεν είναι ζώο.

Το βιβλίο Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον  αιώνα είναι από τα πολύ ωραία σύγχρονα μυθιστορήματα πραγματικότητας. Είναι απ’ αυτά που θα παρακαλούσες να τα δεις σ’ ένα σίριαλ στην τηλεόραση. Τι σημαίνει αυτό; Υποχρέωση διαφημιστική του δικαιακού μας συστήματος να προτείνει καλό διάβασμα στο κοινό λίγο πέρα από τον κώδικα Ντα Βίντσι. Εγώ το φαντάστηκα σ’ ένα σίριαλ που θα έχει και πολύ μαυρόασπρο, να θυμίζει Εκείνος κι Εκείνος, ξέρετε τι εννοώ,  ένα τέτοιο πράγμα, μία τέτοια προσέγγιση. Δεν πρόκειται να έχει τέτοια τύχη. Δεν πουλάει αυτό, δηλαδή θα ξεμείνει πολύς κόσμος από δουλειά, άμα αυτά τα βιβλία διαβαστούν πάρα πολύ.

Κι έπειτα ο Γιάγκος σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι Γιαγκούλας και δεν είναι και μερμηγκάκι. Είναι κάποιος που το έχει πάρει απόφαση να βγάλει από το εκπαιδευτικό σύστημα, προσέξτε, όχι από την ζωή, όχι από τη δουλειά, όχι μόνο από την προσωπική κόντρα ή την διαφωνία την ηθική, να βγάλει από το εκπαιδευτικό σύστημα τον συστηματικό βιαστή και εκβιαστή. Και επομένως ο Γιάγκος είναι ο παιδαγωγός της παρέας.

Θα το σύστηνα, και θα σας το ‘λεγα απροκάλυπτα, από εφηβικό μέχρι ανάγνωσμα για κυρίες που βαριούνται, το εννοώ, στο κομμωτήριο. Δεν πειράζει στο κομμωτήριο, σαν ανάγνωσμα του κομμωτηρίου. Γιατί εγώ θα το ‘δινα και στα κομμωτήρια. Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει κάποια να το διαβάζει και να μη λέει «Θυμάσαι τον Μήτσο τότε που ήτανε στα δικαστήρια και σερνότανε, που δεν βρήκε το δίκιο του;» Θα πεταχτεί η διπλανή και θα  πει «αυτόν που είχε να κάνει την φυλακή, και δεν πλήρωσε ποτέ, ο παλιοκερατάς, και δεν τον γάμησε ποτέ το σύστημα;» Και όλοι μαζί θα είχαν συναίσθηση ότι η δικαιοσύνη δεν είναι νοητή. Δεν είναι νοητή έννοια. Είναι μηχανισμός επιβολής της έννοιας του καλού και του κακού από το κυρίαρχο σύστημα.

Εγώ τον ευχαριστώ που παραμένει και άνεμος και κόκκινος βράχος. Να είσαι καλά να εξακολουθήσεις να γράφεις .

 

Η παρουσίαση από τον Καθηγητή ΤΕΙ Δρ Γιάννη Κακαρά

Αν βρίσκω κάποιο λόγο να προλογίσω την παρουσίαση του τελευταίου μυθιστορήματος του αδελφού μου με τίτλο: Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα, αυτός είναι  η ανάλυση κάποιων συμβάντων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της 38χρονης επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Τα οποία δεν σχετίζονται βέβαια με το περιεχόμενο του βιβλίου αλλά ως εμπειρίες καταδεικνύουν το μέγεθος της διαχρονικής και πολύπλευρης κρίσης που περνάει ο τόπος μας στους τομείς παιδείας, του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης, της λειτουργίας του κράτους, ενώ αποκαλύπτουν και τους ηθικούς αυτουργούς σύνθετου εγκλήματος. Αυτές οι εμπειρίες μπορούν ίσως εν μέρει να παραλληλισθούν με το περιεχόμενο του υπόψη έργου. Να με συγχωρέσετε λοιπόν για την προσωπική αναφορά, αλλά αυτό μόνο μπορώ να προσφέρω στην παρουσίαση.

Για χρόνια εργάσθηκα καταρχήν σε ιδιωτική και στη συνέχεια σε κρατική βιομηχανία. Μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω με πόσο άνισο τρόπο το κράτος αντιμετώπιζε τον ιδιωτικό από τον κρατικό τομέα. H κρατική βιομηχανία, λειτουργούσε με μεθόδευση των κρατούντων και στόχο την ενίσχυση του πελατειακού κομματικού κράτους. Κυριαρχούσαν η γραφειοκρατία, η ιδιοτέλεια  και οι παράλογοι και αναξιοκρατικοί διορισμοί. Με τον τρόπο αυτόν οι κρατούντες και ψήφους κερδίζανε και αποδείκνυαν ότι το κράτος αποτυγχάνει στον τομέα της παραγωγής, άρα τα δίνουμε όλα στον ιδιωτικό τομέα.  Σημειώνεται ενδεικτικά, ότι κάθε χρόνο έπρεπε να δίνεται μάχη για πρόσληψη αναγκαίου προσωπικού ενώ  ο νομάρχης (που είχε τον τελευταίο λόγο), αντιδρούσε και επέμενε να προσλαμβάνονται οι ψηφοφόροι των βουλευτών που τον στήριζαν, οι οποίοι (ψηφοφόροι) δεν είχαν καμία σχέση με τις απαιτήσεις και το αντικείμενο.

Η αναξιοκρατία και η ιδιοτέλεια των κομμάτων εξουσίας είναι η αιτία του κακού και της συμφοράς που βιώνουμε στον τόπο μας. Στον συγγενή τομέα των συνεταιριστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν την ίδια περίοδο κατασπαταλήθηκαν με σωρεία σκανδάλων πάνω από 30 δις. δραχμές για στήσιμο νέων βιομηχανιών ξύλου,  οι οποίες δεν λειτούργησαν σχεδόν στο σύνολό τους ή υπολειτούργησαν, γιατί σχεδιάσθηκαν με στόχο την προμήθεια από την αγορά ακατάλληλων και πανάκριβων μηχανημάτων. Τεράστια καταστροφή για την οικονομία, για το συνεταιριστικό κίνημα, το οποίο εξαφανίσθηκε. Οι υπεύθυνοι πήγαν στον εισαγγελέα και απαλλάχθηκαν πανηγυρικά με βουλεύματα.  Με αυτήν την τακτική διαλύθηκε ένα εύρωστο συνεταιριστικό σύστημα στη δασοπονία στον ορεινό όγκο της χώρας μας. Το ότι επιβίωσε ακόμα και μέχρι σήμερα η βιομηχανία όπου εργαζόμουν, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο ότι κάποιοι αντιστάθηκαν στον εκμαυλισμό και την ευνοιοκρατία.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο του ακουμπά με τον μύθο που περιγράφει τον τομέα της κακοδαιμονίας στις σχέσεις κράτους/κυβερνώντος Κόμματος, επίσης στον τρόπο άσκησης της δικαιοσύνης. Αυτός στη μυθοπλασία του, οι κρατικοί υπάλληλοι όμως στην πραγματικότητα.

Με βάση στη συνέχεια μια υπερεικοσάχρονη εμπειρία και στην εκπαίδευση, διαπιστώνω να υπάρχει απόσταση μεταξύ του μυθιστορήματος και της πραγματικότητας,  με τη δεύτερη να υπερισχύει. Οι δυσκολίες στον χώρο της παιδείας μας πολλές και λίγο πολύ γνωστές.  Οι κυβερνώντες ακολουθώντας την τακτική του πελατειακού κράτους, προσπάθησαν λυσσασμένα να υλοποιήσουν το δόγμα « κάθε κωμόπολη και τμήμα ΤΕΙ, κάθε πόλη και Πανεπιστήμιο». Χωρίς σχέδιο, χωρίς προγραμματισμό. Απλά υπήρχε χρηματοδότηση από την Ε.Ε. και έτσι τέθηκε ως στόχος η ικανοποίηση ψηφοφόρων σε φυλλοροούσες και παραμελημένες πόλεις και κωμοπόλεις, όπου έπρεπε να υπάρχει κίνηση, να δουλεύουν οι ταβέρνες και οι καφετέριες. Έτσι καταντήσαμε σήμερα στο σχέδιο ΑΘΗΝΑ 1 που έβαλε λουκέτο σε εξήντα τμήματα και έπεται συνέχεια.

Παράλληλα, όπως συνάγεται και από το βιβλίο, στο χώρο της εκπαίδευσης βιώνουμε για χρόνια ελλείψεις καθοριστικές και άμεσα συνδεδεμένες με   την ποιότητα της παρεχόμενης μόρφωσης αλλά και της δικαιοσύνης. Κυριάρχησε φερ’ ειπείν καθεστώς ατιμωρησίας και διαφθοράς, αφού για πάνω από  έξι χρόνια δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση για πειθαρχική δίωξη μελών του διδακτικού προσωπικού, δηλαδή δεν προβλέπονταν σύσταση πειθαρχικών συμβουλίων. Άρα η οποιαδήποτε πράξη, όσο βαριά και αν ήταν, παραγράφονταν νομότυπα μετά παρέλευση πενταετίας!

Η σκανδαλώδης αυτή παράλειψη  είχε ως συνέπεια να προστατευθούν <<ημέτεροι>> διδάσκοντες και διοικούντες τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Άνθρωποι που είχαν διαπράξει σωρεία σκανδάλων κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, μη εκτέλεσης καθήκοντος, σεξουαλικής παρενόχλησης και άλλες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες απέμενε μόνο η προσφυγή στα ποινικά δικαστήρια.

Εδώ ο συγγραφέας πλησιάζει την πραγματικότητα, αφού από το παράδειγμά του εύκολα προκύπτει το ερώτημα: από ποιόν θα υπήρχαν προσφυγές στην δικαιοσύνη, όταν για την  απονομή της απαιτείται μέχρι και δεκαετία με ατέλειωτες αναβολές στο  πλημμελειοδικείο, το εφετείο ακόμα και στον Άρειο πάγο; Όταν χρειάζεται συχνά ένας χρόνος για την καθαρογραφή της απόφασης! Και συγχρόνως να τρέχουν τα έξοδα αλλά και κάμποσες χιλιάδες ανθρωποώρες συνολικής εργασίας όσων εμπλέκονται στην περιπέτεια.

Καταγράφεται λοιπόν περίπτωση καταγγελιών σεξουαλικής παρενόχλησης εναντίον εκπαιδευτικού, η οποία τελεσιδίκησε με απόφαση του Αρείου Πάγου. Έχω προσωπική εμπειρία από παρόμοια υπόθεση.  Όπου αναγκάστηκαν οι κυβερνώντες να λειτουργήσουν τα αραχνιασμένα πειθαρχικά συμβούλια, μόνον όταν εμφανίσθηκε η επάρατος τρόικα! Εν τω μεταξύ όμως πόσες αξιόποινες πράξεις είχαν παραγραφεί; Πόσοι εκπαιδευτικοί συμπλήρωσαν τα συντάξιμα χρόνια τους και συνταξιοδοτήθηκαν; Πόσοι έπραξαν το κακό χωρίς να υποστούν την παραμικρή τιμωρία;

Και κάτι ακόμη, για να προσφέρω και προσωπικά στον εκνευρισμό σας. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν κοινοποιούνταν στο εκπαιδευτικό ίδρυμα και το υπουργείο παιδείας, γιατί θίγονταν προσωπικά δεδομένα!!! Πιάσε τ’ αυγό και κούρευτο. Έτσι είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να απονέμουν τη δικαιοσύνη στη χώρα μας!

Ένα ακόμη δείγμα της τεράστιας κρίσης στην παιδεία αλλά και σπάνιας εξαίρεσης στις αποφάσεις της διοίκησης είναι το ακόλουθο: Καθηγητής υποβάλλει φάκελο για προαγωγή στην παραπάνω βαθμίδα. Παρουσιάζει ως προσόντα, δεδομένα, μεγάλο ποσοστό των οποίων είναι ψευδή. Τα 4 μέλη της επιτροπής αξιολόγησης, για κομματικούς κυρίως λόγους, ψηφίζουν Ναι, το 5ο μέλος ψηφίζει Όχι με αποδεδειγμένη αιτιολόγηση. Τελικά η Υπουργός Παιδείας (προς τιμήν της) δεν εγκρίνει την προαγωγή.

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυτοδιοικούνται και διαχειρίζονται αρκετές πιστώσεις όπου ήταν συχνές οι περιπτώσεις αδιαφάνειας και κακοδιαχείρισης. Ο χρόνος δεν επιτρέπει παράθεση παραδειγμάτων, αλλά υπάρχουν τέτοια όπως η σκανδαλώδης παραχώρηση κυλικείων  με πλούσια κίνηση και υπέρογκα κέρδη,  μεθοδευμένες αναθέσεις δομικών έργων σε ημετέρους,  δαπάνες χιλιάδων ευρώ για προμήθειες υπερσύγχρονων  συσκευών,  μηχανολογικού και άλλου εξοπλισμό, ακόμα και ολόκληρων θερμοκηπίων, τα οποία είναι μεν απαραίτητα  αλλά μεγάλο μέρος δεν χρησιμοποιείται, χωρίς να υπάρχει έλεγχος για την κατάσταση αυτή.

Φαινόμενα διαπλοκής στις εκλογές των διοικήσεων. Εκπρόσωποι φοιτητών στα συμβούλια διοίκησης στηρίζουν και ψηφίζουν με εντολή και με ανταλλάγματα. Είναι σχεδόν  αδύνατο, να διεκδικήσει κάποιος στις εκλογές για τη διοίκηση του ΤΕΙ θέση και να το πετύχει, αν δεν στηρίζεται από συνδικαλιστική παράταξη κόμματος εξουσίας.

Καθεστώς αναξιοκρατίας, ιδιοτέλειας, μεθόδευσης και έλλειψης προγραμματισμού : Βουλευτές που γίνονται Καθηγητές ΑΕΙ και ΤΕΙ χωρίς να έχουν τα προσόντα, πρόσληψη διοικητικού προσωπικού με αδιαφανείς διαδικασίες, φωτογραφικές προκηρύξεις θέσεων Ε.Π. τεχνικού προσωπικού και οικογενειοκρατία, είναι μερικά δεδομένα που αποκαλύπτουν το καθεστώς της αναξιοκρατίας στην παιδεία.

Ενθυμούμαι ότι σχεδόν όλο το διοικητικό προσωπικό του ιδρύματος είχε διορισθεί από το παράθυρο. Διορίζονταν γραμματείς χωρίς να γνωρίζουν Η/Υ, βιβλιοθηκονόμοι που δεν είχαν καμία σχέση με τα βιβλία και την οργάνωση βιβλιοθηκών. Την ίδια ώρα έμειναν αδιόριστοι πτυχιούχοι λογιστές, βιβλιοθηκονόμοι, οικονομολόγοι κ.α.

Η εικόνα των περισσότερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πλην εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτη. Διάδρομοι και κοινόχρηστοι χώροι έχουν μετατραπεί σε στέκια νεολαιών με μουσική στη διαπασών, με πωλήσεις κασετών, με κομματικά συνθήματα παντού. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα διαμορφώνονται σύμφωνα με τα συμφέροντα των διδασκόντων και όχι των διδασκομένων. Οι φοιτητές δεν παρακολουθούν τη θεωρία (ή αυτό γίνεται σε ποσοστό 5%). Αυτό βολεύει κάποιους διδάσκοντες, και αν σκεφθεί κάποιος ότι οι μεγάλες βαθμίδες καλύπτουν το ωράριό τους μόνο με παραδόσεις, δηλαδή θεωρία, τότε αντιλαμβάνεται πως καθιερώθηκαν οι ιπτάμενοι καθηγητές σε ιδρύματα της επαρχίας. Η μεταφορά μαθημάτων στο πτυχίο αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και αρνητικό δεδομένο, που καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να πειράξει. Όπως άλλωστε και ο θεσμός των αιώνιων φοιτητών, τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση φαίνεται πως επαναφέρει. Τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας μετατράπηκαν σιγά-σιγά σε εξεταστικά κέντρα. Με δυο λόγια η παιδεία είναι ο μεγάλος ασθενής. Η κρίση τεράστια.

Θα μού πείτε πως με όλα αυτά καταφέρνουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να λειτουργούν και να δίνουν πτυχία σε πολλές περιπτώσεις με αντίκρισμα;  Είναι οι λίγοι αφανείς που παλεύουν, που πάνε κόντρα, που κάνουν σωστά τη δουλειά τους, αλλά είναι και η ελληνική οικογένεια που τα δίνει όλα για τη μόρφωση των παιδιών της.  Η τεράστια ευθύνη για την κρίση στην παιδεία υπάρχει στο πολιτικό σύστημα, στους κρατούντες που επί δεκαετίες τώρα πειραματίζονται με ιδιοτέλεια, ασκούνε μια πολιτική διάλυσης της παιδείας σε όλα τα επίπεδα, με στόχο πάντοτε τη συντήρηση του πελατειακού κράτους.

Μια λέξη ακόμα για τα βιβλία που παρουσιάζονται σήμερα. Το ένα με τα διηγήματα, εν τάξει, μου άρεσε γιατί μου θυμίζει και πολλά της γενιάς μου, τι βιώσαμε και τότε και τώρα, το πώς ζούσαμε μικροί και λοιπά, για το άλλο όμως, αυτό περί τη δικαιοσύνη και την παιδεία, έχω να πω πως δεν είμαι σε θέση να αξιολογήσω την λογοτεχνική του αξία. Ο συγγραφέας πάντως προσπάθησε, κάπως κάλυψε την πραγματικότητα, η οποία όπως πιστεύω είναι χειρότερη από το μύθο του.

Περί Δικαιοσύνης, Πολιτικού Προσωπικού, Διοίκησης και άλλα τινά από τον τ. Πρόεδρο του Συνασπισμού

Οκτωβρίου 2, 2015
(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στην αναρτήσεις των κειμένων του Αλεξανδρή και του Μοσχοβάκου στην ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση)

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα» &

΄΄Το γηροκομείο του παραδείσου΄΄ &….

Παρουσίαση από τον Νίκο Κωνσταντόπουλο

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

 …. Όταν μπήκα ο συντονιστής μου είπε να σας γνωρίσω τον κύριο συγγραφέα. Του απάντησα ότι είναι σεσημασμένος παλαιόθεν και γνωστός, ο κύριος συγγραφέας, για πολλούς και διάφορους λόφους.

Θέλω να συμπληρώσω την συναισθηματική αναφορά του Νίκου του Μοσχοβάκου στο ενθύμημα των χρόνων της φυλακής. Είναι ξύλο ελιάς, το οποίο το φτιάχνανε στα ξυλουργία, σε όποιες φυλακές υπήρχε ξυλουργείο, στις Φυλακές της Κέρκυρας, στις φυλακές των Τρικάλων, στις φυλακές της Αίγινας μέχρι να καταργηθούν, στις φυλακές του Ιτζεδίν . Αυτό το ξύλο της ελιάς το δίνανε στο ξυλουργείο και το επεξεργαζόντουσαν, το κόβανε σε ό,τι σχέδιο τους ζητούσαν. Το συγκεκριμένο ήταν μία ροδέλα, έχει μία εγκοπή εδώ, βάζαμε δέρμα, κορδόνι δερμάτινο και έτσι φτιαχνόταν μια ζώνη. Άλλα σχήματα ήταν οι ξυλοκόπτες, χαρτοκόπτες, άλλα ήταν μολυβοθήκες, άλλα ήταν διάφορα βάζα μικρά διακοσμητικά, και αυτά είχαν πολλαπλή χρησιμότητα.

Μας συνέδεαν με τους, έτσι τους έλεγε το σωφρονιστικό σύστημα, με τους ποινικούς κρατουμένους, με τους οποίους είμαστε απομονωμένοι. Και έτσι είχαμε πληροφορίες και είχαμε και εξασφάλιση κάποιων πραγμάτων που ήταν αναγκαία. Η δεύτερη σκοπιμότητα ήταν, ότι αποτελούσε μία χειρονομία ελπίδας και εγκαρδίωσης όσων έξω ήθελαν να μας συμπαρασταθούν, να σταθούν δίπλα μας στην μεγάλη προσπάθεια που γινότανε τότε, να καταργηθούν κάποιες φυλακές και να απελευθερωθούν πολιτικοί κρατούμενοι. Η τρίτη σκοπιμότητα ήταν η πιο ουσιαστική, γιατί έδινε την ευκαιρία να κεντάμε και να σκαλίζουμε τον ακίνητο χρόνο. Τον χρόνο του εγκλεισμού, της απομόνωσης και της αβεβαιότητας για το αύριο. Αυτά συγκεκριμένα τα υλικά ταξίδευαν από φυλακή σε φυλακή. Τούτο εδώ πρέπει να είναι από τις φυλακές της Κέρκυρας, που τα έκοβε και τα έφτιαχνε, που τα έφτιαχνε και τα έκοβε ένας πολίτης, που εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης, και είναι αυτός την υπόθεση του οποίου έχει γυρίσει ταινία ο Θεόδωρος ο Αγγελόπουλος «Η αναπαράσταση». Αυτό {το αναφέρω} έτσι γιατί μου έδωσε αφορμή η αναφορά του Νίκου του Μοσχοβάκου, να κάνω αυτή την σημείωση , την οποία θα την συνδέσω μετά και με όσα έχω να πω για τον συγγραφέα.

Ο Αντώνης ο Κακαράς με κάλεσε στις 26 Σεπτεμβρίου του 2006 στην παρουσίαση το βιβλίου του ‘Αξιωματικοί και υπαξιωματικοί στην μεταπολεμική Ελλάδα’. Ένα βιβλίο πρωτοποριακό το οποίο θα πρέπει πραγματικά να αξιοποιηθεί από όλους εκείνους οι οποίοι θέλουν και να μελετούν την ιστορία, και να κάνουν σωστή αξιοποίηση της ιστορίας. Είχα πει τότε για τον Κακαρά, ότι έχει την ικανότητα να συλλέγει , να συστηματοποιεί και να αξιοποιεί το υλικό του. Έχει επίσης την ευχέρεια να εντάσσει την δημιουργική του δουλειά, ό,που και αν αναφέρεται αυτή, είτε σε ιστορική έρευνα είτε σε λογοτεχνική μυθοπλασία, είτε σε δοκιμιογραφική δημιουργία, να την εντάσσει στην σημερινή πραγματικότητα. Και επίσης έχει την ικανότητα να εμπνέεται ο ίδιος από αυτό που δουλεύει, και να εμπνέει με συμβολισμούς, με αναγωγές και συγκριτικές συναξιολογήσεις για τη σημερινή πολιτική και τα ήθη, υπό κοινωνική ευθύνη των φερώνυμων ηγεσιών της μεταπολίτευσης.

Και έχει και κάτι ακόμη σαν χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ο Κακαράς. Έχει την ικανότητα, την τόλμη, την αποφασιστικότητα, την ανιδιοτέλεια, να αντιστέκεται. Να αντιστέκεται έμπρακτα. Να εκφράζει αυτό το φρόνημα αντίστασης ως δημιουργική δύναμη αναζήτησης του νέου και του καινούριου. Το 2006 λοιπόν με αυτό το βιβλίο άρχισε να γράφει, και είναι μέχρι σήμερα πλούσια η δημιουργία του. Είναι φανερό ότι αν θέλουμε να βγούμε από την κρίση των θεσμών και των αξιών κοινωνίας και πολιτικής που μας περιβάλει και σιγά σιγά μας χωνεύει και την χωνεύουμε, καλό είναι να ασχοληθούμε με το έλλειμμα ιστορικής αυτογνωσίας. Ο συγγραφέας αυτός το κάνει συστηματικά. Επίσης καλό είναι να ασχοληθούμε με το έλλειμμα ή την σύγχυση ταυτότητας που έχουμε. Και επίσης αυτό είναι που κάνει συστηματικά στο έργο του. Με το έλλειμμα το παραγωγικό, το αναπτυξιακό που μαστίζει την χώρα. Και τέλος να ασχοληθούμε με το έλλειμμα το πολιτισμικό. Το έλλειμμα παιδείας. Αν διαβάσει κανείς το σύνολο των βιβλίων του, βλέπει αυτούς τους κοινούς παρονομαστές να υπάρχουν σε όλη του την δουλειά. Γιατί θα πρέπει να πούμε κάποτε, ότι ενώ είμαστε λαός Βαλκανικός, Μεσογειακός, αγνοούμε και την Βαλκανική πηγή της ταυτότητας μας και την Μεσογειακή πηγή της ταυτότητας μας. Έχουμε παρεξηγημένη την Ευρωπαϊκή πηγή της ταυτότητας μας, και επιτρέψτε μου να πω την γνώμη μου, μέσα σ’ αυτήν την σύγχυση ταυτότητας σκιαμαχούμε διχαστικά μεταξύ Ελληνικότητας και νεοτερικότητας, αλλά και μεταξύ ευρωπαϊσμού και παλαιοκομματισμού.

Ο Κακαράς είναι όρθιος, περπατάει, στοχάζεται, λέγει, καταγράφει. Είναι όρθιος, διακριτός. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό που περιγράφει η Κική Δημουλά στον στίχο της ότι πολλά κουφάρια ξέβρασε η καθημερινότητα. Αναφέρεται στον δημόσιο βίο, που κυριαρχείται από έναν δηλητηριώδη επικοινωνιακό αχταρμά, μιαν ακραία αντίληψη παραγοντισμού και αμοραλισμού, μια διαβρωτική διαπλοκή. Ο αδερφός του έκανε κάποιες νύξεις για ορισμένους τομείς του βιβλίου. Όλα αυτά τα συμπτώματα έχουν διαμορφώσει στη χώρα μας ένα νοσηρό βίο που ο συγγραφέας πνίγεται, δεν κρατάει το κεφάλι του κάτω από το νερό, κάτω από το τέλμα, βγάζει το κεφάλι του. Δεν θέλει να αναπνεύσει με το καλαμάκι, βγάζει το κεφάλι του και φωνάζει. Γιατί θέλω να επισημάνω ότι, μέσα σε όλα αυτά τα ιδεολογικοπολιτικά ερείπια που σώρευσε η μεταπολίτευση, όταν τόσοι επιπλέουν ως σκεύη άχρηστα σε τελματωμένα νερά, είναι στήριγμα αγωνιστικότητας, αγωνιστικής αισιοδοξίας και συλλογικής εγρήγορσης.

Και διεκδικεί με τα γραπτά του, πάλι βλέπει κανένας μια γραμμή να διατρέχει όλο του το έργο, μια κοινή γραμμή που είναι το ανθρώπινο δικαίωμα να διεκδικούμε, να μάθουμε την αληθινή μας ιστορία. Αναπαλλοτρίωτο ανθρώπινο δικαίωμα των λαών να μάθουν την ιστορία τους. Γιατί εμείς δεν την μαθαίνουμε την ιστορία μας. Πουθενά. Σε κανένα στάδιο των σπουδών. Και δεύτερον, το ανθρώπινο δικαίωμα να διεκδικούμε υγιή δημόσιο βίο. Γιατί ο νοσηρός δημόσιος βίος είναι διαστροφή, διάβρωση και διαφθορά των δημοκρατικών κατακτήσεων. Και με τα καινούρια βιβλία του ο συγγραφέας και με τα παλαιότερα, επιβεβαιώνει ορισμένα ξεχωριστά στοιχεία της προσωπικότητας του. Και με τα σημερινά βιβλία, για τα οποία συζητάμε, και με τα παλαιότερα, υποστασιοποιεί την συνείδηση του.

Αυτό που είναι η συνείδηση του, παίρνει υπόσταση. Δεν είναι μια αφηρημένη ιδεαλιστική αναφορά. Υποστασιοποιείται και πού; Στη στάση της ζωής του. Ανάμεσα στάση ζωής και συνείδησης υπάρχει ευθεία γραμμή. Ούτε παρενθέσεις ούτε τεθλασμένες. Είναι αυτά που πιστεύει, αυτά που γράφει. Δεν τα διηγείται, τα έχει βιώσει και τα βάζει στο χαρτί ως βιωμένη στάση ζωής, με τις αναγκαίες μυθοπλασίες, αναγωγές, τις λογοτεχνικές αυτές πρακτικές.

Επίσης με το έργο του αποκαλύπτει τον αυθεντικό τρόπο με τον οποίο εσωτερικεύει τα βιώματα του και τα μετασχηματίζει σε κώδικα αρχών, σε κώδικα ευθύνης απέναντι στον εαυτό του ως πολίτη και στο σύνολο ως κοινωνία. Δεν αρκεί μόνο ότι βλέπει, καταγράφει ή περιγράφει. Διαβάζοντας τα βιβλία του διαπιστώνει κανένας, πως αυτά που έχει βιώσει, τα εσωτερικεύει και τα κάνει συνείδηση. Είναι μεγάλη εσωτερική δουλειά, σκληρή, οδυνηρή, να κάνεις το βίωμα συνείδηση.

Επίσης με το έργο του αναδεικνύει στην καθημερινή πραγματικότητα το νέο υπόδειγμα πολίτη. Τις διαστάσεις της νέας ιδιότητας τού πολίτη. Ο πολίτης δεν είναι ο άκριτα νομιμόφρον, είναι ο πολίτης που πρέπει να αμφισβητεί. Δεν είναι παθητικός οπαδός και πρόθυμος καταναλωτής επιφορτισμένος σε ένα στερεότυπο, που είναι της μόδας και περνάει κατά καιρούς. Αλλά είναι ένας ελεύθερος πολίτης, που πέρα από τα στερεότυπα τα δεδομένα πιστεύει και αναζητεί εναλλακτικούς δρόμους. Δεν υποτάσσεται στους μονόδρομους, αναζητεί εναλλακτικούς τρόπους, αναζητεί περισσότερη ελευθερία εσωτερική και συλλογική.

Και επίσης είναι ένας πολίτης, ο σύγχρονος πολίτης, η νέα ιδιότητα του πολίτη που δεν αρκείται στα παραδοσιακά και εξουσιαστικά αναγνώσματα, αλλά διεκδικεί αναστοχασμούς, αναθεωρήσεις και διαρθρωτικές ανασυνθέσεις των πραγμάτων, όπως εξελίσσονται μέσα στην διαχρονική τους πορεία. Διαβάζεις τα βιβλία του Κακαρά και ψηλαφείς την βιωματική τοιχογραφία της ζωής του. Όπως εκτείνεται από τις τρυφερές έως τις βασανιστικές μνήμες. Απ’ την παιδική ηλικία, που είναι η πατρίδα του συναισθηματισμού μας και του ψυχικού μας κόσμου, μέχρι την ώριμη ηλικία που είναι το πεδίο της δοκιμασίας των προσδοκιών. Η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα του ψυχισμού μας και του συναισθηματισμού μας. Η ώριμη ηλικία είναι το πεδίο δοκιμασίας, του εάν και κατά πόσο οι προσδοκίες, οι ελπίδες, τα οράματα μπορούν και αυτά να υλοποιηθούν και να αποκτήσουν περιεχόμενο ζωής.

Οι ψηφίδες της καθημερινής ζωής του Κακαρά σε όλους τους τομείς που διατρέχει ο βίος του, δεν είναι σκόρπιες ψηφίδες ασύνδετες μεταξύ τους. Δεν είναι σκόρπιες στο χρόνο, έκθετες στις στροφές, στα γυρίσματα των καιρών. Συνθέτουν τα αδρά περιγράμματα μιας ματιάς  που δεν εξαντλείται στην επιδερμική προσέγγιση των όσων ιστορεί, αλλά υφαίνει ένα συνολικό εσωτερικό και εξωτερικό βλέμμα, που εμπνέει τον δημιουργό έτσι, ώστε με όσα γράφει να δίνει περιεχόμενο ζωής στην σκέψη του και στις αρχές του. Και σε αυτόν τον τομέα ο συγγραφέας δεν υποτάσσει την έμπνευση της μυθιστορίας στην επικοινωνιακή σκοπιμότητα της μυθοπλασίας και της αφήγησης. Και κατά τούτο ξεχωρίζει από εκείνη την κρατούσα πρακτική που αντικαθιστά την εξιστόρηση βιωμάτων ή την μυθιστορία έμπνευσης και φαντασίας με την λεγόμενη αφήγηση.

Έχουμε γεμίσει αφηγητές. Ο καθένας αφηγείται για τον εαυτό του και για τους άλλους. Είναι η σύγχρονη επικοινωνιακή και επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη, όπου όλοι μιλούν, η εθνική, λέει, αφήγηση, η νέα αφήγηση. Εκείνο όμως που πρέπει να πούμε είναι, ότι γεμίσαμε με διαλαλητές αφηγήσεων που εκφωνούν τα δικά τους ωραιοποιημένα σενάρια, με τα οποία ναρκισσεύονται οι ίδιοι, αναλώνονται σε δημόσιες σχέσεις προβολής εαυτών και αλλήλων, και διεκδικούν με αγοραίο τρόπο τον εμπορικό χαρακτηρισμό της δημιουργικής τους δουλειάς, διεκδικούν τον εμπορικό χαρακτηρισμό του ευπώλητου και όχι της πνευματικής και λογοτεχνικής καταξίωσης. Γεμίσαμε και από αφηγητές και από ευπώλητα βιβλία. Ο όρος είναι εμπορικός. Ο Κακαράς δεν θα διεκδικήσει το ευπώλητο, θα διεκδικήσει την αναγνώριση και την καταξίωση της δουλειάς του. Και κατά τούτο δεν θα ενδώσει σε πρακτικές οι οποίες θα τον οδηγήσουν να κάνει τον εαυτό του κάποια καρικατούρα της στάσης ζωής του.

Εδώ θα ήθελα να σημειώσω με αφορμή και κρίνοντας την αξία που έχουν τα βιβλία του και την αναντίστοιχη εμπορική τους κυκλοφορία σε σχέση με άλλα, να μην πω, σκουπίδια υποκουλτούρας που εμφανίζονται ως best seller. Επιβάλλονται εδώ και πρόσθετες παρατηρήσεις, ως προς την έλλειψη πολιτικής για το βιβλίο, για τους δημιουργούς συγγραφείς, για τις βιβλιοθήκες σχολικές και άλλες, και για άλλους τομείς πνευματικής και πολιτισμικής στόχευσης. Βρισκόμαστε στο 2015, πολιτική για το βιβλίο δεν υπάρχει, εννοώ για την στήριξη του βιβλίου, των δημιουργών, για την στήριξη όλων των δημιουργών, των βιβλιοπωλών, των εκδοτών, όλων των άλλων οι οποίοι συμπράττουν στην διαμόρφωση του προϊόντος , του πνευματικού προϊόντος που είναι το βιβλίο.

Γι’ αυτό και πέρα από τις απώλειες πόρων και πραγματικών ταλέντων, χάνουμε και πόρους και ταλέντα, αντί για την κουλτούρα της καθημερινής ζωής και της κοινωνικής συλλογικότητας, κατακλύζεται ο τόπος από προχειρογραφήματα, εφημεριδογραφήματα, σκαριφήματα, σεναριολογήματα, που διεκδικούν την ψευδεπίγραφη και εντελώς εμπορική ανταποδοτικότητα.

Εγώ δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, από την δουλειά μου έμαθα να ζητώ την γνώμη των ειδικών, που και αυτή βεβαίως η γνώμη των ειδικών, μπαίνει πάντοτε σε αξιολόγηση. Θέλω να είμαι, όσο μπορώ, καλός αναγνώστης. Και ως καλός αναγνώστης λοιπόν δεν επηρεάζομαι από την φιλία και την σχέση που έχω με τον Αντώνη Κακαρά όταν λέω ότι είναι συγγραφέας, δεν είναι προχειρογράφος. Έχει αυθεντικό υλικό που επεξεργάζεται. Το οργανώνει συνθετικά, και το αξιοποιεί πρωτότυπα με πολλαπλές αναφορές σε διαφορετικούς χρόνους και αποκαλυπτικές συνθέσεις σε διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικά επίπεδα, από το αφηγηματικό στο συμβολικό, από το συναισθηματικό στο ρεαλιστικό. Έχει το γράψιμο του αφηγηματική ροή και λογοτεχνική πλοκή, σε κερδίζει η ανάγνωση αυτών που γράφει. Και όχι μόνο σε κερδίζει, σε οδηγεί αβίαστα παραπέρα από αυτά που γράφει, να αναζητήσεις αυτά που συμβολίζει. Γι’ αυτόν προέχουν οι σημασίες. Αυτό που θα έλεγαν, αν διδασκόμασταν σωστά γράμματα στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια, προέχουν οι σημασίες. Αυτό που θα λέγαμε το πραγματολογικό και πνευματικό περιεχόμενο αυτών που γράφει. Επιμένει να ζει με τις σημασίες που έχουν τα πράγματα και τα βιώματα και με τις αξίες της ζωής του, και όχι με τις σκηνοθετημένες εικόνες και τις εξαργυρώσιμες εντυπώσεις.

Όταν ρωτήσανε κάποιον από τους παλιούς, νομίζω ήταν ο Ηρόδοτος, τι λένε οι χρησμοί της Πυθίας είπε το μαντείο του Θεού ‘ου λέγει ου μη λέγει, αλλά σημαίνει’. Αφήστε, λέει, το αν λέει ή δεν λέει τίποτα, αν λέει ή σιωπά, σημαίνει. Το σημαινόμενο και το σημαίνον. Η σημασία που έχουν τα πράγματα είναι εκείνο που ενδιαφέρει τον Κακαρά.

Θα ήθελα να τελειώσω λέγοντας ότι, διαβάζοντας κανένας τα βιβλία του έχει μια διπλή εμπειρία, βλέπει μια διπλή εμπειρία. Την διπλή εμπειρία του ενεργού πολίτη που καταγράφει και βιώνει, αλλά και του στοχαστή πολίτη που εσωτερικεύει και με αυτά που εσωτερικεύει σμιλεύει την στάση της ζωής του. Αναφέρεται σε κρίσιμους τομείς, το άλλο του βιβλίο που έχει τον χαρακτήρα δοκιμίου και είναι της δικαιοσύνης, της παιδείας, του κράτους, των σχέσεων του πολίτη.

Για την δικαιοσύνη θα κάνω μόνο ένα σχόλιο, ενός από τους μεγαλύτερους Γάλλους δικηγόρους, ο οποίος είπε ξέρετε σε τι μοιάζουν οι δικαστές με τους μάγειρους; Στο ότι και οι δυο δεν θέλουν να τους βλέπουν όταν μαγειρεύουν. Δυστυχώς η δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει, μάλλον ευτυχώς η δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει λαμπρές σελίδες, οι οποίες όμως δεν είναι οι περισσότερες, είναι οι λιγότερες. Αλλά έχει και μαύρες σελίδες, γιατί η δικαιοσύνη λειτούργησε περισσότερο ως το μακρύ χέρι του κράτους. Ως κατασταλτικός εξουσιαστικός μηχανισμός, ενώ η πραγματική της αποστολή είναι, ως δημοκρατικός θεσμός με την λειτουργία της να διαπλάθει στην συνείδηση της κοινωνίας το περί δικαίου αίσθημα, να διαμορφώνει συνθήκες ισονομίας, να περιορίζει την αδικία και να δίνει περιεχόμενο ζωής στις αξίες, στις αξίες οι οποίες προστατεύονται ως έννομα αγαθά από το Σύνταγμα μας και την νομοθεσία μας.

Περιγράφει επίσης αυτό το κατάντημα όπου η πολιτική υποκαταστάθηκε από τον πολιτικαντισμό. Κάποιοι πιστεύουν ότι κάνουν  πολιτική πολιτευόμενοι. Δεν κάνουν πολιτική, έναν πολιτικαντισμό τρέχοντα κάνουν, και αυτό κόστισε στον τόπο πολύ σοβαρά. Για έναν απλούστατο λόγο. Δεν νοείται πολιτική χωρίς ανάληψη ευθύνης, και δεν νοείται ανάληψη ευθύνης χωρίς λογοδοσία και κύρωση. Όταν η δικαιοσύνη είναι χαρτί πετούμενο, τότε και οι πολίτες συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται, αλλά και εντός των θεσμών οργανώνονται άλλοτε το παρακράτος, άλλοτε τα ανακτοβούλια, άλλοτε οι διαπλεκόμενοι μηχανισμοί, άλλοτε οι μιντιάρχες , άλλοτε όλοι εκείνοι οι οποίοι σήμερα στην ελληνική πραγματικότητα προσωποποιούν το βαθύ ρήγμα αδικίας που διχάζει την ελληνική κοινωνία.

Εγώ θα ήθελα να τον ευχαριστήσω και {τον προτρέπω}να κάνει τις παρουσιάσεις των βιβλίων του όσο μπορεί περισσότερο, ας αφήσει αυτή την αγωνιστική… Εεε Αντώνη καλή η αγωνιστική αισιοδοξία, αλλά έχεις και μία αγωνιστική σεμνότητα στην οποία βλέπεις ότι πατούν πάνω κάποιοι αγύρτες και δημιουργούν όλες αυτές τις ψευδείς συνειδήσεις στους πολίτες. Παρουσίαζε τα βιβλία σου λοιπόν και δώσε το νόημα τους και το περιεχόμενο τους. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ξέρουν τι έγινε στην δεκαετία του ’60, δεν ξέρουν τι έγινε στην δεκαετία του ’70. Και η μεγαλύτερη υποκρισία του κράτους το οποίο περιγράφεις, είναι ότι μία εφτάχρονη εκτροπή δικτατορίας στρατιωτικής την βάφτισε μετά βαΐων και κλάδων στιγμιαίο. Εφτά χρόνια έχουν χαρακτηρισθεί θεσμικά στιγμιαίο. Η μεγαλύτερη υποκρισία επίσης είναι, ότι έχουν βάλει τον φάκελο της Κύπρου στο αρχείο και επίσης η μεγάλη υποκρισία είναι ότι ουδέποτε κανείς εζήτησε, ουδέποτε κανείς ανέλαβε ευθύνη για τίποτε. Κανείς δεν έχει αναλάβει σήμερα ευθύνη για τίποτε. Όσες υποθέσεις περιφέρονται στην δικαιοσύνη, περιφέρονται… Είδατε κάποιον να αναλαμβάνει ευθύνη ρητά; Αναλαμβάνω την ευθύνη για αυτό; Τελείωσα.

Περί Δικαιοσύνης και άλλα τινά από τον Πρόεδρο του ΔΣΑ

Οκτωβρίου 1, 2015

΄΄Η Δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα»

Παρουσίαση από τον Βασίλη Αλεξανδρή, Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Βιβλιοπωλείο Ιανός 29/4/2015

(Σημείωση: Και εδώ ισχύουν όσα εισαγωγικά καταγράφονται στην χθεσινή ανάρτηση του κειμένου του Μοσχοβάκου στην ίδια εκδήλωση του Ιανού με διοργανωτή τις εκδόσεις Παπαζήση)

Κυρίες και κύριοι βεβαιωθείτε ότι διακατέχομαι από δύο συναισθήματα. Το ένα είναι του οφείλοντος να «αποτιμήσει», εντός εισαγωγικών, ένα συγγραφικό έργο και το δεύτερο είναι να τιμήσω τον συγγραφέα, διότι αποτέλεσε φωτεινό φάρο σε μία περίοδο ισοπέδωσης, σιωπής, συρρίκνωσης και ανελευθερίας. Και το παράδειγμα αυτό του Κακαρά το βίωσα σε μία ηλικία, είναι μελαγχολική η διαπίστωση, όταν δεν είχα τελειώσει ακόμα το γυμνάσιο.

Είχα την χαρά και την τύχη, δεν είναι αντίστοιχο αυτό για τον τιμώμενο, ο αείμνηστος πατέρας μου Στάθης Αλεξανδρής, να είναι υπερασπιστής του στο Ναυτοδικείο και το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών σε μία εποχή που δεν υπήρχαν δικονομικά δικαιώματα. Δεν υπήρχαν συνταγματικές ελευθερίες. Που δεν ήταν εξασφαλισμένο το δικαίωμα του κατηγορουμένου να απολογείται όπως εκείνος κρίνει. Ούτε ήταν επιτρεπτό στην υπεράσπιση του να χρησιμοποιήσει όποιο επιχείρημα επέλεγε.

Ο Κακαράς σε μία νεαρή ηλικία, νεαρός αξιωματικός,  στο Ναυτοδικείο, Πειραιώς. Πρέπει να σας πω λοιπόν ότι η βιωματική εμπειρία του πατέρα μου ως  υπερασπιστή του, μεταδιδόταν καθημερινά στο σπίτι, μετεφέρετο. Γιατί κακά τα ψέματα, δεν ήτανε συχνό το παράδειγμα εν ενεργεία αξιωματικός να καπελώνει με το τάβλι το έμβλημα της 21ης Απριλίου, ένστολος ων. Ήτανε ένα ξεχωριστό, φωτεινό παράδειγμα το οποίο συντάραξε και την ελληνική κοινωνία αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη.

Γιατί τότε άρχισαν να υπάρχουν τα πρώτα ρήγματα, ότι υπάρχει αντίσταση και αντίδραση μέσα στο στρατιωτικό χώρο, μέσα στο χώρο του Ναυτικού σε σχέση με την αποδοχή ή μη του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Με αυτή την εικόνα, όταν έμαθα ότι πρόκειται να εκδώσει βιβλίο, είχα την εντύπωση ότι το πόνημα του θα αφορούσε τα περί την δίκη, το περιστατικό, το εάν του συμπαραστάθηκαν οι συνάδερφοι του, πόσοι ήρθανε ως υπερασπιστές στο Ναυτοδικείο, ποια ήτανε η συλλογική του εμπειρία. Υπήρξε, νομίζω, πάρα πολύ σιωπηλός και σεμνός, και πολύ σωστά το επεσήμανε ο εκλεκτός μου φίλος και συνάδελφος ο Νίκος ο Κωνσταντόπουλος, γύρω από αυτά τα κεντρικά θέματα της ζωής του, που ασφαλώς τον σημάδεψαν.

Έτσι λοιπόν σήμερα καλούμαι, χωρίς να αγνοώ την προσωπικότητα του συγγραφέα, να κάνω μόνο μερικές πολύ σύντομες επισημάνσεις για το βιβλίο που φέρει τον τίτλο ‘Η δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εις τον αιώνα’. Έχει εμπειρία απονομής δικαιοσύνης ο Αντώνης Κακαράς.

Στο μυθιστόρημα αυτό δύο οι κεντρικοί ήρωες: ο Κωνσταντίνος Λάδας που έχει μότο της ζωής του είσαι ότι δηλώσεις, και πιστεύω ότι είναι αυτό που οι άσχετοι λένε κακό, αυτό προσδιορίζει τους κακούς ηγέτες, αυτό είναι η κινητήρια δύναμη, ο κυρίαρχος της ζωής. Και ο Γιάγκος ο αντίδικος του Λάδα, που είναι ένας άνθρωπος συνετός, αδιαπέραστος από ανηθικότητες και άτρωτος από δυσκολίες, που πιστεύει ότι μπορεί ακολουθώντας το γράμμα του νόμου, να οδηγήσει σε αίσιο πέρας τις διεκδικήσεις του.

Σημειώνω ότι η υπόθεση Λάδα, κατά την διήγηση του συγγραφέα, ξεκίνησε το ’93 και έκλεισε μετά από 11 χρόνια, αυτός είναι ο ταχύς δρόμος της δικαιοσύνης. Δύο επισημάνσεις του νομίζω ότι πρέπει να ακουστούν: «Σκέψου τώρα, εσύ ακριβοδίκαιε αναγνώστη, αν προσφεύγοντας σε θεσμούς όπως η δικαιοσύνη εκφραζόμασταν ελεύθερα και άνετα, σκέψου πόσο πιο όμορφος θα μας φαινόταν ο κόσμος, πόσο θα αποφορτιζόταν το κλίμα εν γένει και πόσο θα εξαλειφόταν η δικομανία που μας χαρακτηρίζει, γιατί τότε θα πετυχαίναμε το δίκιο μας επιχειρηματολογώντας μόνοι μας, με ελεύθερο, ωραίο, εκφραστικό λόγο, και θα καταφεύγαμε και σε πράξεις ανακουφιστικές της ψυχικής μας ταραχής και οργής, αν δεν απέδιδε αυτός ο τρόπος. Δυστυχώς δεν γίνεται έτσι. Αλλά του λόγου μας ως συντάκτες τούτου του έργου βλέπουμε πίσω από τις γραμμές και μέσα στους ήρωες μας, πώς να το κάνουμε δηλαδή, αφού κρατάμε το μαχαίρι και κόβουμε το πεπόνι μόνοι μας.»

Σε μία δεύτερη αποστροφή του λόγου του είναι αποκαλυπτικός, «Και τούτο διότι η υπόθεση Λάδα ξεκίνησε μεν, καθώς είδαμε, να εξετάζεται στο ποινικό της μέρος το ’93, έκλεισε δε καθώς θα δούμε, μετά έντεκα και παραπάνω συναπτά έτη κατά τα έγγραφα του φακέλου, που μας ήρθε στη μούρη ανενδοιάστως με ένα ουφ του Γιάγκου ΄΄επιτέλους, γαμήθηκα αλλά τον γάμησα τον κερατά ΄΄. Έντεκα χρόνια στα δικαστήρια, μάλιστα κύριε Έντεκα χρόνια για να τελεσιδικήσει. Αν, λέμε αν, δε μας περιμένει κάποια έκπληξη, κατ’ αυτάς. Νάτο πάλι το ‘αν’ , διότι το πειθαρχικό, ακόμα τώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, δεν έχει λήξει. Να μην αναγνωρίσουμε λοιπόν και την περίπτωση αυτή ως θρίαμβο της αναγκαιότητας του κακού, ως στοιχείου για να ξεχωρίζει το καλό; Ιδού και η διδαχή εκ του δικαιακού μας συστήματος.»

Βαθύτατος, σοβαρός, άμεσος και κυρίως επίκαιρος ο προβληματισμός για την αμεσότητα απονομής της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας των συνθηκών, υπό τις οποίες απονέμεται η δικαιοσύνη. Έχει σημασία ότι το κύριο μέρος του μυθιστορήματος είναι σε τρίτο πρόσωπο, αν και υπάρχουν τμήματα με διαλόγους μεταξύ των προσώπων. Σε κάποιο δε σημείο του βιβλίου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δεύτερο πρόσωπο απευθυνόμενος στον αναγνώστη, επιζητώντας την σιωπηρή συγκατάθεση του σε κάποιες σκέψεις περί δικαιοσύνης.

Ως προς το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο ‘Το γηροκομείο του παραδείσου’ , ο συγγραφέας με έκδηλο πάθος εκφράζεται μέσα από τα συναισθήματα των ηρώων του. Ξεκάθαρα εμπλέκεται σε κάθε αφήγημα, αφού η κριτική που ασκεί στα δρώμενα ξεπερνά τα όρια της καυστικότητας. Είναι προφανώς λάτρης της αυθάδειας, την χρησιμοποιεί ως ρομφαία, απομυθοποιώντας προσωπικά στοιχεία και βιώματα. Ο αναγνώστης πολλές φορές έχει την αίσθηση ότι εξαγνίζεται μέσα από αυτή την διαδικασία.

Με πρόθεση να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το έργο του, προφανώς εσκεμμένα, επιλέγει δύσκολη μεν αλλά ελκυστική γραφή. Τοποθετείται εύστοχα και χωρίς δισταγμούς, αναλύοντας με λεπτομέρεια τις αποχρώσεις στις ψυχές των πρωταγωνιστών του. Είναι ρομαντικός και παράλληλα ρεαλιστής. Στροβιλίζεται με θέρμη ανάμεσα σε ανιαρές αλλά και σε περίπλοκες ενδιαφέρουσες καθημερινότητες.

Ο άνθρωπος της αντίθεσης αλλά και των αντιθέσεων και πάντα ο άνθρωπος της συνειδητής στάσης, καταφέρνει με εκλεπτυσμένη ευγένεια, με αγενή διατύπωση αλλά και με ακραίο θάρρος να αναδείξει στοιχεία αξιοπρέπειας και να μας πείσει πως, όπως λέει ο ίδιος, «Ζάλει θα πει να ‘σαι ζωντανός».

 

Ένας Επιστήμονας, ένας Ποιητής, ένας Θεσμικός Παράγοντας και δυο Πολιτικοί μιλάνε για αξίες και βιβλία.

Σεπτεμβρίου 30, 2015

Ο γράφων είναι σίγουρος και ελπίζει, πως οι λίγοι αναγνώστες των κειμένων που θα αναρτηθούν εδώ, δεν θα πιστέψουν ούτε βεβαίως θα επηρεαστούν από τα εγκώμια των ομιλητών για τον συγγραφέα των βιβλίων που παρουσιάζουν. Η ελπίδα έγκειται στο ό,τι έτσι δε θα θεωρηθεί ο ίδιος ως αφελής, ώστε να δεχτεί ως ισχύοντες τους επαίνους που έτσι κι αλλιώς πλουτίζουν πάντα τις βιβλιοπαρουσιάσεις.

Στο ερώτημα προς τι τότε η ανάρτηση και γιατί δεν αφαιρούνται οι υπερβολές, η απάντηση είναι πως η δημοσίευση των κειμένων είναι χρήσιμη για τις θέσεις που αναπτύσσονται σε τρέχοντα ζητήματα (κατάσταση παιδείας, δημόσιας διοίκησης, κοινωνικών προβλημάτων κλπ). Ίσως μάλιστα να προκαλέσει όχι βεβαίως προβληματισμό αλλά το νευρικό σύστημα των τολμηρών που θα τα διαβάσουν. Τα δε εγκώμια δεν απαλείφονται καθόσον δεν έχει τέτοιο δικαίωμα ο γράφων διότι δεν είναι δικά του τα κείμενα. Όσοι πλέον επιμένουν να επισκέπτονται αυτήν εδώ τη στήλη, γνωρίζουν ποιος την συντηρεί… έχει αναπτυχθεί μια σχέση έτσι κάπως… ανοχής από τους αναγνώστες προς τις ιδιορρυθμίες του ιδιοκτήτη της. Κάτι που εκμεταλλεύεται ο τελευταίος χωρίς αιδώ.

Τα κείμενα ανήκουν στον Ποιητή Νίκο Μοσχοβάκο, στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Βασίλη Αλεξανδρή, στον Καθηγητή ΤΕΙ Γιάννη Κακαρά (αδερφό του ΄΄συγγραφέα΄΄), στη Βουλευτή του ΚΚΕ Λιάνα Κανέλλη και στον τ. Πρόεδρο του Συνασπισμού Νίκο Κωνσταντόπουλο.

Το γηροκομείο του παραδείσου

Παρουσίαση από τον Νίκο Μοσχοβάκο, Ιανός 29/4/2015

Όταν ο αδερφός του συγγραφέα είναι τόσο φειδωλός μαζί του, αντιλαμβάνεστε από τι οικογένεια είναι ο συγγραφέας. Θα ξεκινήσω δίνοντάς του αυτό. Είναι ένα από αυτά που κρεμούν στο λαιμό και το έχει φτιάξει ο Κακαράς το 1973 στον Κορυδαλλό και μου το ‘στειλε μένα. Το βρήκα ανάμεσα στα πράγματά μου και είμαι υποχρεωμένος να ξεκινήσω απ’ αυτό, γιατί γράφει πάνω το πάντα επίκαιρο Αν δεν καείς εσύ, αν δε καώ εγώ πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως, Κορυδαλλός 1973.

Ο Κορυδαλλός που βρέθηκε ο Αντώνης έγινε αφορμή, όχι αυτό ακριβώς αλλά και αυτό ιδιαίτερα και να τον αγαπήσω και να τον εκτιμήσω. Ήτανε νεαρός αξιωματικός, σημαιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού όταν το 1972 σε μία έκρηξη του περίεργου σιγοβράζοντος χαρακτήρα του, ενώ ήταν σε υπηρεσία στο πλοίο που υπηρετούσε και έπαιζε τάβλι, πήρε το τάβλι και το πέρασε κολάρο στην 21η Απριλίου, όταν οι ειδήσεις έλεγαν για το Βιετνάμ .

Τον είχα γνωρίσει σχετικά πρόσφατα, κανά δύο χρόνια πριν, και αυτό ήταν εκείνο που θα θέλαμε να κάνουμε όλοι, αλλά τόλμησε να το κάνει μόνο αυτός στη θέση που βρισκότανε. Τον ανέβασε πολύ γιατί και εν συνεχεία στη δίκη και στη συνέχεια στη φυλακή κράτησε αξιοπρεπέστατη και γενναία στάση. Γιατί η γενναιότητα είναι κάτι που τον χαρακτηρίζει, μαζί με την συνέπεια που έχει επιδείξει σε όλη του την ζωή. Αυτά μπορώ να τα ξέρω γιατί από τότε έχουμε συνδεθεί και τον γνωρίζω καλά. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί… άρχισε να εκφράζεται καταρχήν γράφοντας για τους αξιωματικούς ένα μεγάλο έργο, και στην συνέχεια άρχισε μία , καταιγιστική θα μπορούσα να πω, συγγραφική δραστηριότητα. Έχω ξαναβρεθεί πάλι στην ευχάριστη θέση να μιλάω για τον Κακαρά, για άλλα του βιβλία.

Σήμερα θα σας μιλήσω με λίγα λόγια, μην τρομάζετε δεν πρόκειται να μακρηγορήσω έτσι, ώστε να κουραστείτε. Για το βιβλίο των διηγημάτων που παρουσιάζει και έχει τον σκωπτικό τίτλο Το γηροκομείο του παραδείσου.  Θα σας διαβάσω ένα στίχο του Σουρή και θα σας πω γιατί. Ανώνυμοι ήρωες, άγνωστοι τάφοι, κανένας όνομα σ’ αυτούς δεν γράφει, ούτε το χώμα τους φιλούνε χείλη, σταυρό δεν έχουνε μήτε καντήλι. Οι ανώνυμοι ήρωες, αυτοί που τους περιγράφει τόσο γλαφυρά  ο Σουρής, είναι οι ήρωες με τους οποίους καταπιάνεται στο βιβλίο του ο Κακαράς.

Ο συγγραφέας καταπιάνεται μ’ αυτούς τους ανώνυμους ήρωες, που κατ’ εμένα, κάθε μέρα, δηλαδή με μένα και με σας και μ’ όσους είναι δίπλα μας, περνάνε απαρατήρητοι. Καταπιάνεται και με την τεχνική ενός ντοκιμαντερίστα κάνει ένα ντοκιμαντέρ. Το βιβλίο του είναι ένα ντοκιμαντέρ στην πραγματικότητα. Η παρέμβασή του είναι παρέμβαση ενός ο οποίος κάνει το μοντάζ του βιβλίου. Τα γεγονότα, τα πρόσωπα, είναι υπαρκτά, πραγματικά. Τα περιγράφει με αγάπη, με τρυφερότητα και τους δίνει πολύ από την δική του ψυχή. Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη.

Το πρώτο μέρος είναι τα διηγήματα της Ανάγκης, το δεύτερο είναι του Πολέμου και το τρίτο είναι της Μάνας. Το πρώτο μέρος, το πρώτο και το δεύτερο μέρος είναι περίπου ίδια. Το τρίτο μέρος, τα διηγήματα της Μάνας, έχουνε μία ιδιαιτερότητα για την οποία θα αναφερθώ αμέσως μετά.

Μέσα όμως σ’ αυτή την συγγραφική του έκφραση με τα διηγήματα, εγώ συνάντησα και πέντε κρυφά ποιήματα. Τα οποία ποιήματα δίνουν την εντύπωση ότι όταν ο συγγραφέας με την εντιμότητα που έχει πνίγεται, όταν ένας βρόγχος μπαίνει στον λαιμό του και δεν μπορεί να πει τίποτ’ άλλο, εκφράζεται ποιητικά. Θα σας δώσω ένα μικρό παράδειγμα. Λέει σ’ ένα που το αποκαλεί Ψεύτες. Αυτός τα λέει πολυμορφικά, εγώ όμως διαπιστώνω ότι είναι ποιητική διάθεση αυτό. Ψεύτες. Ω πίστη μου σε σας τους παλιούς τους μεγάλους, τις ιδέες, τα έργα και τις μνήμες που λαμπρύνατε. Ω λατρεμένη μου πατρίδα, χώμα, δάκρυα και αίμα, θάλασσα που καμαρώνεις με φυλακτό αυτές τις μνήμες να κρατάν την ισορροπία στην αλμύρα σου. Αντιλαμβάνεστε, αν θα είχατε υπ’ όψιν σας το υπόλοιπο βιβλίο, και θα σας δώσω κανά δυο παραδείγματα ακόμα, αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι πλέον εκτός κλίματος του βιβλίου, είναι ο βρόγχος, όπως σας είπα προηγουμένως, στο λαιμό του συγγραφέα, που εκφράζεται μ’ αυτόν τον τρόπο.

Ο συγγραφέας, όπως σας είπα, χρησιμοποιεί ήρωες οι οποίοι ζουν δίπλα του. Μερικοί απ’ αυτούς είναι φίλοι του. Ένας μάλιστα, τον οποίο ονομάζει Παχώμιο και του έχει αφιερώσει δύο κείμενα, και τον αναφέρει και πολλές φορές, είναι η αρρώστια του, σ’ όλα του τα βιβλία τον αναφέρει. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Κακαράς, ο οποίος έχει την δύναμη να αυτοσαρκάζεται, βάζει στο ομώνυμο διήγημα Γηροκομείο του Παραδείσου , τον Παχώμιο να του λέει , προσέξτε πως αυτοσαρκάζεται, Φλύαρος εγώ; Εγώ που… λέει ο άλλος, Μη με διακόπτεις, ναι είσαι φλύαρος και γραπτώς και προφορικώς και δυσνόητος και γλωσσοπλάστης, γλωσσοπλάστης της πεντάρας και που δεν ξέρεις να κάνεις και σπληνάντερο. Ορίστε! Το βέβαιο είναι ότι ο αγαπημένος  φίλος ο Παχώμιος, δεν θα του έλεγε ποτέ αυτά τα λόγια, πλην ίσως ότι δεν ξέρει να κάνει σπληνάντερο.  Όμως ο Κακαράς διά μέσω του Παχώμιου παίρνει τον σαρκασμό και τον προβάλλει άφοβα, όπως τον είχε προβάλλει ο Σουρής στη Ζωγραφιά, όπως τον είχε προβάλλει ο Ιουλιανός στον Μισοπόγονα, όπως τον έχουνε προβάλλει αυτοί που δεν φοβούνται. Και ο Κακαράς έχει αποδείξει κατ’ επανάληψη ότι δεν φοβάται.

Θα σημειώσω άλλα δύο αποσπάσματα για να αντιληφθούμε πώς κινείται ο συγγραφέας. Εδώ γίνεται τρυφερός και πολύ αγαπησιάρης, Μέρες κάμποσες αργότερα ο Βαγγέλης διαδήλωνε πάλι… σημειωτέο {ότι} το διήγημα αυτό έχει τον πολύ όμορφο τίτλο Για δύο πράσινα μάτια και μια κόκκινη σημαίαΔιαδήλωνε λοιπόν πάλι, φωνάζοντας τα συνθήματα της οργής και τα δίστιχα συμπεράσματα μιας ζωής στο  πάλεμα. Εκείνη τη φορά όμως ήτανε στην αρχή, και έσπρωχνε το αναπηρικό που ‘χε επάξια κερδίσει για την φίλη του την Ερατώ, ενώ έσκυβε μαζεύοντας τα καπάκια που του έδειχνε η κοπελιά με την κόκκινη σημαία και τα πράσινα μάτια. Παναγία μου, τι μάτια ήταν εκείνα, και πόσο γλύκαιναν σαν γύριζαν και κοίταζαν τον σύντροφο της.

Ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν αυτός  που γράφει αυτά, γράφει και τ’ άλλο. Όταν αγριεύει, αγριεύει. Στο διήγημα Πεπόνια, ωραία πεπόνια, γράφει,  Φτου σου γαμημένο σύστημα με την μπόχα σου, χειρότερη κι απ’ του κάδου, φτου σας πολεμοκάπηλοι, ελπιδοκλέφτες, αγύρτες, αλήτες, ψεύτες, φτου σας λαμόγια,  μέχρι πότε θ’ αντέξει όμως η απόγνωση; Μέχρι πότε ρε; Μέχρι Αντώνη μου να τους περάσεις πάλι κολάρο το τάβλι.

Ο Αντώνης Κακαράς λοιπόν μέσα από μία συνέπεια ζωής, μία εντιμότητα, μία τρυφερή καρδιά όσο δεν παίρνει, πορεύεται και μέσα από τα βιβλία του. Δεν έχω να πω τίποτα άλλο. Τον Αντώνη τον αγαπώ και θα ήταν υπερβολή ό,τι άλλο πω.

Ο Υποναύαρχος Ντουνιαδάκης υποψήφιος του ΚΚΕ

Σεπτεμβρίου 17, 2015

Κατ’ αρχήν κάτι για τους συναδέλφους στρατιωτικούς. Υποστηρίζω το ΚΚΕ (επιπλέον των ακολούθων) γιατί με την επιλογή του Υποναυάρχου Ι. Ντουνιαδάκη ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου στην Α΄ Πειραιώς, τιμά και τα Μόνιμα Στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.

Υποστηρίζω όμως το ΚΚΕ, και γιατί εκτός που με καλύπτει συνειδησιακά και ιδεολογικά:

  • Το πολεμάνε οι λίγοι με τα τεράστια συμφέροντα και όσοι τους εκπροσωπούν, φανερά, κρυφά, πλάγια, υπόγεια, ύπουλα.
  • Δεν νόθευσε την ιστορία του, ιστορία προσφορών και αγώνα, δεν υπέστειλε τους στόχους του, δεν μεταλλάχτηκε υπηρετώντας άλλα συμφέροντα εκτός των εργαζομένων, των αδικούμενων, των κατατρεγμένων, δεν πρόδωσε την εμπιστοσύνη των μελών, των οπαδών και των υποστηρικτών του.
  • Τα μέλη και τα στελέχη του αγωνίζονται με ανιδιοτέλεια, αταλάντευτοι, ασυμπίεστοι, χωρίς τυμπανοκρουσίες και αυτοπροβολές. Για το συμφέρον του τόπου και του λαού (που είναι το ίδιο). Άρα μιλάμε για πατριώτες και το ΚΚΕ είναι Πατριωτικό Κόμμα.
  • Γιατί όταν διακηρύσσει πως παλεύει για αλλαγή, την εννοεί ουσιαστική, εκ βάθρων, άρα επαναστατική αλλαγή στη διαχείριση του πλούτου της χώρας, των μέσων παραγωγής, της δύναμης των εργαζομένων. Και δεν παίζει με τις λέξεις και τις έννοιές τους. Δεν σκαμπανεβάζει συνθήματα κοροϊδεύοντας τον κόσμο. Δεν αλλάζει «ρούχα» επιδιώκοντας να σαγηνέψει και εγκλωβίσει τον απελπισμένο.
  • Βλέπω τις οργανώσεις του να συμπαρίστανται και να βοηθάνε ουσιαστικά στην ανάγκη του άνεργου, του ανήμπορου, του θύματος των πολέμων, του πρόσφυγα. Τις βλέπω να παλεύουν για την ειρήνη, κατά των ιμπεριαλιστών και των φονιάδων των λαών.
  • Υποστηρίζω το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, γιατί ποτέ μέχρι σήμερα δεν πρόδωσε, ούτε εξαπάτησε. Γιατί είναι το αρχαιότερο Κόμμα, που ούτε για μια στιγμή δεν έλειψε από τους αγώνες για ελευθερία, για δικαιοσύνη, για προκοπή του τόπου. Ενώ κανένα άλλο Κόμμα δεν μπόρεσε να σταθεί περισσότερο από μια γενιά, κανένα άλλο Κόμμα δεν υπηρέτησε ουσιαστικά, πιστά και με αυτοθυσίες, τα συμφέροντα των φτωχών, των αδυνάτων, των εργαζομένων, της Πατρίδας… Κανένα, εκτός του ΚΚΕ.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 336 ακόμα followers