Μια κηδεία μα τι κηδεία!

Ο Παπαφενέκος ο φοβερός ιερέας του Ασημόκαμπου, όταν δεν πέρναγε το δικό του με τις απλές εκ του άμβωνα φοβέρες, κατέληγε στο σεισμικό μέτρο του αφορισμού αλλά στα κρυφά. Γιατί, όπως γινόταν τότες, η διαδικασία εφαρμοζόταν συχνά κατ’ απαίτηση των λαϊκών, που κατέφευγαν για τις διαφορές και τα μίση τους στον πιο κοντινό εκπρόσωπο της εξουσίας, δηλαδή στον παπά τους, αλλά για τον αφορισμό χρειαζόταν άδεια του οικείου Μητροπολίτη, την οποία και έδινε μετ’ αγαλλιάσεως ο τελευταίος, καθόσον δεν είχε κανένα λόγο να την αρνηθεί, άσε που με τον τρόπο αυτόν (όπως και με την άρνηση δηλαδή αλλά γιατί να κακοκαρδίσει και τον παπά και τον αιτούντα πιστό) πιστοποιούσε και την αδιαμφισβήτητη κατά τα άλλα δική του εξουσία, σαφώς ισχυρότερη οιουδήποτε ιερέα και πολύ περισσότερο οιουδήποτε λαϊκού (ή παντελονά όπως είθισται από τους φανατικούς ρασοφόρους να αποκαλούν τους απλούς πολίτες).

Έτσι λοιπόν ο Παπαφενέκος -που αμφισβητούσε την τόση εξουσία του προϊσταμένου του, ιδίως αφότου τον είχε τιμωρήσει, άγνωστο με ποια ποινή, για εισπήδηση όταν κατ’ επανάληψιν και παρά τας συστάσεις  ιερουργούσε όπου γούσταρε και εκτός της ενορίας του ο αδεσποτόφοβος- αποφάσιζε να αφορίζει κατ’ ιδίαν, πάει να πει στην εκκλησία μέσα μεν, αλλά χωρίς την παρουσία ουδενός πλην βεβαίως των αγίων και των λοιπών εικονιζόμενων στις αγιογραφίες και όποιων άλλων επιθυμούσαν από τις στρατιές των εκτός εικόνων μελών της άυλης κοινωνίας, δηλαδή των αγγέλων, των οσίων, των αγίων, πατέρων και μη κλπ. Πίστευε ο δόλιος πως θα εισακουστεί και ο Κύριός του θα κατακεραύνωνε εκείνους που τολμούσαν να στραφούν ενάντιά του με διάφορη γνώμη της δικής του, εξάλλου η πάγια επωδός και επαρκώς πανίσχυρο, καθώς πίστευε, επιχείρημα ήταν πως νουθετούσε και γνωμάτευε εν ονόματι του Κυρίου, Και ποιος είσαι συ ρε χαλέ και ταπεινέ άνθρωπε λαϊκέ να αμφισβητείς την ορθότητα του λόγου Του, εξ ου και ο ακολουθών άμεσα αφορισμός.

Διαφαίνεται όμως πως κανείς από τους άυλους, όπως είπαμε, τους επικαλούμενους υπό του κακόβουλου ιερέα δεν ερχόταν αρωγός του, ούτε έδινε σημεία πως συμφωνούσε με τα φοβερά και τρομερά που τους ζητούσε μετά μεγάλης επιμονής να πράξουν ενάντια των διαφωνούντων του ποιμνίου, μία δύο τρεις φορές λοιπόν και ο Φενέκος απογοητεύτηκε, χωρίς να ρίχνει το βάρος της αποτυχίας βεβαίως στον εαυτό του, Δε μπορεί, έχουν πολλή δουλειά, δεν εξηγείται διαφορετικά, συμπέρανε αλλά συνέχιζε μήπως και κάποτε κάποιος τον προσέξει κι αυτόν στο μακρινό, απομονωμένο νησί.

Καλά το ‘λεγα γω πως μας έχουν παρατήσει όλοι, γκρίνιαζε και του λόγου του μαζί με τους λοιπούς κατοίκους του λησμονημένου πράγματι νησιού, και απευθυνόμενος στους παρατυχόντες συνομιλητές του, Βρε Κομμούνια, τους έλεγε, ποιος να μας προσέξει και ν’ ασχοληθεί μαζί μας, αφού είστε μιάσματα ρε, μιάσματα είστε, ούτε ο εξαποδώ δεν ασχολείται με σας, το ξέρω καλά εγώ, συμπλήρωνε αναφερόμενος έμμεσα στην ιδιαίτερη δική του σχέση με τον Ύψιστο και άρα στην εκ τούτης (της σχέσης δηλαδή) γνώσιν όλων όσων βεβαίως δεν έπρεπε να γνωρίζουν οι απλοί ενορίτες, επομένως ξέρει αυτός, πώς δεν ξέρει αφού τα λένε συχνά οι δυο τους κλπ αλλά συγχρόνως εννοώντας και την αποτυχία των αφορισμών του, εδώ μετά βεβαιότητας πως δε γίνεται, κάποιο αυτί θα σφυρίξει σ’ Εκείνον το εύλογο παράπονο.

Όταν λοιπόν γέμισε ασφυκτικά το νεκροταφείο, που ειρήσθω εν παρόδω βρισκόταν στο προαύλιο της εκκλησίας του,  και ρίχτηκε στο τραπέζι η λογική και φαεινή για τους προτείνοντας ιδέα ν’ ανοίξουν βρε αδερφέ ένα ακόμα να κατοικούν κατά την αιώνια ζωή με άνεση και όχι ο ένας πάνω στον άλλον, όπως γινόταν τώρα, ο Παπαφενέκος κατακεραύνωσε τους τολμητίες της εν λόγω αναίδειας ως την εξέλαβε, Αντίχριστοι, τους απάντησε, είστε ρε αντίχριστοι, όχι μόνο μιάσματα, αλλά πήρε πίσω το δεύτερο προσδιορισμό σαν του επιτέθηκε χωρίς δισταγμούς ο πιο ισχυρός γαιοκτήμονας του χωριού, ο γνωστός κομμουνιστοφάγος Βρασίδας ο Τσίμπλας, που είχε ταχθεί με την νεοφιλελεύθερη άποψη του δεύτερου νεκροταφείου από την πρώτη στιγμή, καθόσον σκεφτόταν πως δικό του θα ‘ταν το χωράφι που θα πρότεινε, επομένως κάτι θα ‘βγαζε κι από κει. Διχάστηκε, όπως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, το χωριό, Ρε Παππά, του φώναζε ο Βρασίδας συμφωνούντων των λοιπών της άποψής του, έχει πήξει ρε το προαύλιο από τους προγόνους μας, δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι να λειώσουν με την ησυχία τους και τους ξεθάβεις για τους επόμενους, εσύ παπά δε θες να φύγουν από κει οι πεθαμένοι γιατί σε βολεύει να μας θάβεις δίπλα στο κονάκι σου, άσε τα τρισάγια και τα μνημόσυνα που όσο να ‘ναι θα λιγοστέψουν, λοιπόν, τελεία και παύλα, θα κάνουμε καινούργιο νεκροταφείο ν’ ανασαίνουμε ρε αδερφέ αμάν πια με το στριμωξίδι! Και αρμόδιος ων κατά την άποψή του, καθόσον ετύγχανε και επικεφαλής των επιτρόπων της εκκλησίας, απόσπασε και μια έγκριση από το Μητροπολίτη καλού κακού (με δυο ρασκό κατσίκια άλλο πράμα) που έκανε Τούρκο τον παπά. Τράβαγαν το σκοινί οι δυο μερίδες η κάθε μια προς τη μεριά της και αλλοίμονο εάν έτσι εύκολα με κάποιες απειλές εκατέρωθεν υποχωρούσαν οι κάτοικοι του Ασημόκαμπου με την ένδοξη προϊστορία που σχεδόν όλοι τους γνώριζαν επακριβώς με διάφορες εκδοχές εμπλουτισμένες κατά το δοκούν.

Η διάσταση πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και έτσι….όταν ήρθε η σειρά της περιφοράς του επιτάφιου της Μεγάλης Παρασκευής, του πρώτου αφότου προέκυψε το ζήτημα του δεύτερου νεκροταφείου, αφού το καταστολισμένο άρμα διέτρεξε τρις την εκκλησία, οι κρατούντες το επ’ ώμου ευσταλείς νέοι στάθηκαν στο σταυροδρόμι που οδηγούσε δεξιά μεν στη νέα περιμαντρωμένη ήδη κατοικία των εν όψει νεκρών, αριστερά δε στην έκπαλαι κατοικία των ήδη νεκρών την παρακείμενη της εκκλησίας. Η πομπή, ως είθισται στο συγκεκριμένο χωριό, όφειλε να κατευθυνθεί στο νεκροταφείο, και έτσι οι δυο δεξιοί τραβούσαν για το καινούργιο ενώ οι άλλοι δυο στο παλιό, και βέβαια μη υποχωρούντος ουδενός, καθόσον  μιλάμε για νέους με παπάρια και όχι για τίποτα χλεμπονιάρηδες, το πανύψηλο ανθοστόλιστο πάνσεπτο όχημα κόπηκε στη μέση, λουλούδια, κεριά, άγια υφάσματα, άγια ξύλα κοκ γέμισαν τη διασταύρωση την και Του Επιταφίου αποκληθείσαν έκτοτε, όπου ο Παπαφενέκος διακήρυξε άμα πως το χωριό οφείλει να χτίσει σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο έναν ναό του Σωτήρος τεθνεώτος και δεν ακούει τίποτα επ’ αυτού. Ο ιερουργών, ωσαύτως λαμπροστόλιστος, έδειξε πως έπαθε, ως όφειλε, βαρύ εγκεφαλικό ή επί το λαϊκότερο τον έπιασε κόλπος, ο οποίος βέβαια ουδόλως τον απέτρεψε από το να καθυβρίζει το θανάσιμο εχθρό του το Βρασίδα και να προβεί στη διακήρυξη που ήδη αναφέραμε. Το χωριό σημείωσε Χ στη διαμάχη η οποία εν τω άμα πήρε μια διάσταση πλέον κάπως πιο σοβαρή κάπως πιο διαιρετική, ώστε επεκτάθηκε στα καφενεία, στα κομματικοπολιτικά, στα συγγενολόια και πάει λέγοντας.

Ακόμα και στα παράνομα ζευγαράκια παρατηρήθηκε μια κάποια μελαγχολία τα χρόνια εκείνα, καθόσον δε μπορεί να μένανε και οι νέοι ανεπηρέαστοι, αφού σκέφτηκαν πως κάποτε θα αποδημούσαν και του λόγου τους, άρα πού θα τους έθαβαν, το θέμα ήταν επομένως σοβαρό και όχι επιπόλαιο, ανάλογη θα ‘πρεπε να ‘ναι και η αντιμετώπισή του λοιπόν. Ο μόνος που έδειξε να μην ιδρώνει τ’ αυτί του ήταν ο πρώτος από τα έντεκα παιδιά του παπά, ερωτευμένος σφόδρα με την πρωτοθυγατέρα του Βρασίδα, Βρε δεν πάνε να φτύσουν κι οι δυο, δήλωσε στην καλή του σαν συναντήθηκαν τ’ απόγιομα της Λαμπρής πίσω απ’ το νερόμυλο πάνω απ’ τη στέρνα με τα βούρλα, αμέσως μετά το συμβάν με τον επιτάφιο, έλα καρδούλα μου να κάνουμε τώρα εμείς ανάσταση και άσε τα γερόντια να τρώγονται, Μα Κλεόπα, απάντησε αυτή σπρώχνοντας ελαφρά όχι όμως και αποφασιστικά τον ξαναμμένο νεανία, εσένα δε σε νοιάζει πού θα σε θάψουν, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, συμπλήρωσε κάνοντας το σταυρό της αμέσως, Έλα ρε πουλάκι μου που σου λέω γω, τι με νοιάζει εμένα τι θα με κάνουν σα θα ‘μαι πεθαμένος, έλα τώρα παιδί μου που σου λέω, έλα μπράβο μάνα μου…

Τα πράγματα πήραν πολύ σοβαρότερη μορφή  όταν αποδήμησε εις Κύριον η πεθερά του υπαρχηγού του Βρασίδα, Πριτς, απάντησε ο Παπαφενέκος, σιγά που θα κάνω το ξόδι εκτός του νεκροταφείου μου, δε σφάξανε, Βρε πέθανε η γυναίκα θα βρωμίσει περιμένοντας, Και τι με νοιάζει εμένα, απάντησε ο αθεόφοβος, Βρε αμάν βρε ζαμάν, στύλωσε τα πόδια αγέρωχος ο παπάς, σηκώσανε το φέρετρο τα παιδιά της θανούσης και με επικεφαλής το Βρασίδα έλαβε χώραν στο ακριτικό Κόκκινο νησί στον μακρινό Ασημόκαμπο -και όχι όπως νομίζουμε όλοι στην Αθήνα- η πρώτη εν Ελλάδι πολιτική κηδεία (με θρησκευτική χροιά όμως) όχι στα τέλη του περασμένου αιώνα αλλά στις αρχές του! Οι μισοί κάτοικοι του χωριού δηλαδή θάψανε τη γυναίκα χωρίς παπά, άδοντας τη νεκρώσιμη ακολουθία όλοι όσοι συνόδευαν το ξόδι, αμ δε!!

Advertisements

2 Σχόλια to “Μια κηδεία μα τι κηδεία!”

  1. Mανώλης Βαρδής Says:

    Kαλημέρα! Το κείμενο είναι ποιανού συγγραφέα;

    Μου αρέσει!

  2. kakaras Says:

    Καλημέρα, συντάκτης είναι ο Α.Κακαράς.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: