Ο γάμος, οι ιχθείς και τα σφαχτά

Ζαχαριά θα πάρεις τη Μαρούλα, Ποια Μαρούλα πατέρα, το  νησί έχει τις μισές γυναίκες Μαρούλες, Άσε τις εξυπνάδες και κανόνισε τα σφαχτά, κανονίστηκε κι ο γάμος να το θυμάσαι, δε χρειάζεται να ξέρεις περισσότερα, πρόσεξε να ‘ναι όλα στην εντέλεια μην ξεφτιλιστούμε, ειδικά με τα κρέατα, όχι λιγότερα από τόσα, τ’ ακούς για τρέχει αλλού ο νους σου, μιλιά ο Ζαχαριάς. Σαν έκλεισε το συνοικέσιο με τη Μαρούλα την κόρη της χήρας της Ελπινίκης και το λεγάμενο το γιο του Βρασίδα του μεγαλύτερου ιδιοκτήτη προβάτων και κατσικιών του χωριού, ο τελευταίος κανόνισε κι έσφαξε λίγες μέρες πριν το γάμο κάμποσα απ’ τ’ αμολημένα στο βουνό απ’ τη μια για να σιτέψουν μέχρι το μεγάλο φαγοπότι και το γλέντι, απ’ την άλλη γιατί τούτανά ήταν βεβαίως τα πιο νόστιμα, όπως γνωρίζει πια το πανελλήνιο τώρα τελευταία, καθόσον τα πανηγύρια, ξέρετε δα.

Ικανοποιημένος για την επιτυχία, καθώς πίστευε, δεν το ‘κρυψε και στο καφενείο μα το διαλαλούσε κι όπου βρισκόταν, Είστε καλεσμένοι στο γάμο του γιου μου, το βράδυ τάδε του μήνα στο Πέρα Ρέμα. Είχε σχεδιάσει τόσα αρνιά για το βραστό, ώστε με το ζουμί να ετοιμάσει το λάρυγγα για τα υπόλοιπα, «πρόθεση» το λένε – το συνηθίζουν από πολύ παλιά στα πανηγύρια του νησιού, τα επίσης περίφημα που λέγαμε όχι μόνο στην Ελλάδα πια μα και στο εξωτερικό – μετά θα είχε το κοκκινιστό με πατάτες τηγανητές που πήγαινε αμαρτία, λέει, να χορτάσουν μ’ αυτές, γιατί θ’ ακολουθούσαν τα ψητά κατσίκια τα ρασκό, να γλείφεσαι, κι αυτός δε θυμόταν πόσα είχε σφάξει, πάντως το σίγουρο είναι πως λίπος δε θα ‘μενε στα καζάνια και τα πιάτα, τόσο καλά και «δουλεμένα» ήταν τα κοπάδια του, άσε που τότες δεν ήταν γνωστές κι οι ζωοτροφές, ούτε τέσσερα επί τέσσερα διέθεταν οι βοσκοί, για να μην πούμε για τα κινητά τηλέφωνα, τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις στα μαντριά, έλα Παναγία μου, τι ‘ναι τούτανά, όπως θα ‘λεγε και ο δεύτερος τη τάξει τσοπάνος του χωριού ο Σάββας. Ο Βρασίδας, για να καταλάβουμε, τον είχε ξεχάσει το γιο του, σα να μην τον αφορούσε ο γάμος, όσο για τη νύφη ούτε ξανασχολήθηκε μαζί της, αυτό πια ήταν δουλειά των γονικών της όχι δική του μα ούτε και του αυριανού γαμπρού.

Τούτος ο καημένος ο γιόκας του ο Ζαχαριάς, γνωστός λάτρης των ψαριών, μόνιμο και εκλεκτό μέλος της περίφημης κομπανίας των Φούρνων, ένας από τους καλύτερους ψαράδες, λένε, που ‘χε εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην ξακουστή ιχθυόσκαλα, καθόσον τα τραβούσε βρε παιδί μου, όλοι απορούσαν -άσε πόσο ζήλευαν- τι διέθετε τέλος πάντων και του ‘ρχονταν τα ψάρια σαν χαζά στην πλώρη του, για να κάνει κι αυτός κάτι τέλος πάντων, τι διάολο, δεν παντρεύεται κάθε μέρα κανείς στη ζωή του, είχε παρακαλέσει τους συναδέλφους του να τον προμηθεύσουν με ότι εκλεκτότερο μπορούσαν, Κάντε κάτι και για μένα ρε παιδιά, αντί δώρου για το γάμο ρε γαμώ το, το κράτησε μάλιστα μυστικό από τον πατέρα του, που έκανε πως δεν το ‘μαθε.

Μ’ αυτά λοιπόν και με κείνα την προπαραμονή του χαρμόσυνου γεγονότος, η Μαρούλα άνοιξε το βράδυ το παραθύρι της, σβούριξε ένα μπόγο με ρούχα και στη συνέχεια πέταξε κι αυτή προς τον καλό της τον Κοσμά που την περίμενε φουριόζος κι ανυπόμονος ως εικός από κάτω, φτέρωσαν για την εκκλησιά στο διπλανό χωριό την ίδια ώρα, ούτε σφαχτά, ούτε ψάρια, ούτε και κόσμος στο δικό τους γάμο, μονάχοι τους το γλέντησαν αναιμάκτως και πριν ακόμα ξημερώσει έστειλε η νιόνυφη μήνυμα στους δικούς της, πως τώρα τη λένε Μαρούλα του Κοσμά και θέλει την ευχή τους και να περιμένουν όπου να ‘ναι συνεχόμενες χαρές, Γιατί καλέ μαμά, ξέρεις εσύ τώρα πώς γίνονται τούτα, έτσι δε μ’ έκανες και μένα;

Ο Βρασίδας φώναξε το γιό του, τον μούντζωσε που του ‘φυγε η νύφη μέσα απ’ τα χέρια, Όρσε γαμπρέ κουφέτα, του πέταξε, και τώρα, τον ρώτησε, τι θα γίνει βρε χαμένε με τα σφαχτά, στράφι θα πάνε τεμπελχανά και θα σε χρεώσω βρε ανεπρόκοπε, τι θαρρείς, έτσι θα τη βγάλεις, Τι λες πατέρα, απάντησε αυτός που ποσώς τον πείραξε η φυγή της Μαρούλας τέως της Ελπινίκης και νυν του Κοσμά, παλιού τους μπιστικού, τα σφαχτά αποκλείεται να πάνε χαμένα, δε θα με χρεώσεις τίποτα γιατί θα πάρω την αδερφή της Βάσως της Αποτέτοιας, που ‘χει και πείρα στα περί τα μεταξωτά, και κτήματα στα Κάψαλα και μουριές στο Φάρο, πάει και τελείωσε και δεν ακούω πια για τα συνοικέσιά σου, δε φταίω γω που η Μαρούλα αγάπαγε τον Κοσμά, του λόγου σου τη διάλεξες χωρίς να το ψάξεις το πράμα, ούτε καν τη φίλησες στο στόμα καθώς πρέπει να δεις αν μυρίζει, αλλιώτικα τι γάμος θα ‘τανε αυτός, δεν ήξερες δε ρώταγες, καλά έκανε και μ’ ελευθέρωσε και μένανε από μελλοντικούς μπελάδες, άσε που ‘χε και έτοιμο παιδί, ορίστε έχεις τίποτ’ άλλο να πεις;

Ο Βρασίδας φρονίμως ποιών έκρινε πως δεν είχε να πει τίποτ’ άλλο, αφού εξασφαλίστηκε το ζήτημα των σφαχτών, μεταξύ μας το χάρηκε που βρήκε και καλύτερη λύση απ’ τη δικιά του ο κανακάρης του, εξάλλου καθόλου δεν του κακοφάνηκε η επιλογή της εναλλακτικής νύφης, Μπράβο του, σκέφτηκε ικανοποιημένος, μου ‘μοιασε το παιδί, και ο γάμος γίνηκε μόνο με μια μέρα καθυστέρηση και πιο σιτεμένα τα σφαχτά, ποσώς μάλιστα ενδιαφέρθηκαν οι περισσότεροι που εμφανίσθηκε άλλη λαμπροστολισμένη νυφούλα  απ’ αυτήν που περίμεναν. Το χαρακτηριστικό ειδικά αυτουνού του γάμου ήταν πως την ώρα που λάβαινε να πούμε χώραν το μυστήριο, ανέβαινε ένα πούσι άλλο πράμα από τον Άγιο που κάλυψε τα πάντα, ώστε ο καθένας μόλις ξεχώριζε το διπλανό του ενώ άκουγαν με μειωμένη είναι η αλήθεια κατάνυξη που έκανε έξαλλο τον ιερουργούντα, αφού ακουγόταν ένα συνεχές, άγνωστης βεβαίως προέλευσης, βουητό από διάφορες συζητήσεις που σχεδόν όλες έτειναν στην εξήγηση του φαινομένου της πυκνότατης ομίχλης, όταν λοιπόν ο παπάς θέλησε να χωρίσει το ζεύγος τα χέρια τους, για να κάνει ο άνθρωπος κι αυτός τη δουλειά του καθώς ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, πού ν’ αφήσει τη νύφη ο Ζαχαριάς, Παιδί μου άσε τη νύφη να κάνουμε το γύρω γύρω κι έχω κι άλλο μυστήριο, μπαα μυστήριος είσαι, Πριτς, απάντησε  ο συνετός νέος, να μου φύγει κι αυτή, δεν έχει άλλα σφαχτά για γάμους, πάει και τελείωσε, και όλοι έδειξαν την πρέπουσα κατανόηση.

Οι σύντροφοι όμως του γαμπρού στο ψάρεμα, κοντά εκατό παρακαλώ κι ο καθένας με τη βάρκα του, είχαν σχεδιάσει να ψαρέψουν με «Τσέτα», το κανόνισαν κρυφά από το γαμπρό και φρόντισαν να μαθευτεί κι απ’ άλλους, μπας και προστίθενταν ακόμα περισσότεροι στην ομάδα. Πληροφορήθηκαν για την αναβολή του γάμου, αποφάσισαν όμως να μην αναβάλλουν και του λόγου τους το δώρο, μια και τέτοια προετοιμασία δε θυμόταν κανείς να ‘χε ξαναγίνει στις μέρες τους, Βρε εκατό βάρκες κι ένα καΐκι, πότε ξαναμαζεύτηκαν, δε θ’ αλλάξουμε τίποτα κι όσο για τα ψάρια θα δούμε, πάντως το μπούγιο θα γίνει έστω μια μέρα πριν το γάμο, και πάλι δώρα θα ‘ναι στο Ζαχαριά μας, πάει και τελείωσε.

Με το χάραμα του Σαββάτου φάνηκε μια σειρά πάνω από εκατό βάρκες, ανέλπιστη ήταν η συμμετοχή, όλοι βλέπεις θέλανε να πάρουν μέρος στο ιστορικό αυτό γεγονός, άσε που θα ‘χε το χάζι του όπως κι έγινε,  η μία λοιπόν κοντά στην άλλη σε γραμμή μετώπου (και όχι παραγωγής, που λένε οι του άλλου ναυτικού του μοβόρικου με τα πολεμικά, σαν είναι το ένα σκάφος πίσω από τ’ άλλο), και παρουσίαζαν μέσα από το πρωινό, ελαφρό ευτυχώς, πούσι ένα εντυπωσιακό θέαμα όσο πλησίαζαν το νησί των μελλόνυμφων, ενώ άρχισε ν’ ακούγεται και ο ρυθμικός ήχος (εννοείται και το τραγούδι, διανθισμένο θα λέγαμε από το βαρύ γδούπο των αλύπητων χτυπημάτων και τον επίσης ρυθμικό των κουπιών) και να φαίνονται οι πέτρες που ανεβοκατέβαιναν δεμένες με τριχιές και χτυπώντας χωρίς έλεος, ως άλλος Ξέρξης τη θάλασσα (ή ήταν ο μπατζανάκης του, ένιοι πάντως διαφώνησαν και επ’ αυτού σα να μην είχαν άλλη δουλειά να κάνουν οι ανεπρόκοποι, και μάλλον έτσι θα ‘ταν για να τρέχουν χαράματα ίσως και πάνω από χίλιοι να κοιτάζουν), ένας ήχος μελωδικός και συνάμα τρομερός έφτανε μέσα από το ελαφρύ πέπλο της ομίχλης που γρήγορα διαλυόταν (η ομίχλη βέβαια), αλλά έκλεινε και προς το απειλητικό και κάπως φοβικό ο ήχος που το τμήμα όμως της ασύμμετρης απειλής κατευθυνόταν στα άδολα και παιγνιδιάρικα ψάρια κάτω από τη θάλασσα, ενώ έμενε το γλυκό τμήμα του να ταξιδεύει στον αέρα για τις ακτές του νησιού του γαμπρού αλλά και της νύφης και να ξεσηκώνει τους μακάριους κατοίκους του πριν την ώρα τους, αφού, ως γνωστόν, οι συγκεκριμένοι νησιώτες, όσο ρομαντικοί και να ‘ναι, δε χαραμίζουν για μια ανατολή, έστω και μοναδική, το γλυκό εωθινό ύπνο.

Οι, λίγοι έστω, ανίδεοι περί τα θαλασσινά και της τέχνης της ψαρικής, άρχισαν να προβάλλουν ο καθένας τη δικιά του εκδοχή για το φαινόμενο, ακόμα και πως πρόκειται για ειδωλολατρικής υφής λιτανεία στον Ποσειδώνα ή τέλος πάντων σε κάποια ξεχασμένη αρχαία ντόπια θεότητα για την αναβροχιά, ακούστηκε από κάποιον, μάλλον ξενομερίτη όμως, μέχρι που ένας απ’ τους παλιούς τους πρόγκηξε, Αφήστε βρε τις βλακείες, Τσέτα κάνουν για το γάμο του Ζαχαριά, άσχετοι έ άσχετοι.

Πλησιάζοντας ο στόλος, διότι περί στόλου πλεούμενων πρέπει να μιλάμε και όχι κάποιας αμελητέου αριθμού ομάδας, ξεχώρισε το περήφανο καΐκι «ως καλπάζων άτι που έσχιζε τα νερά αφρίζοντας», καθώς θα ‘γραφε σε έκθεσή του ατάλαντος αλλά ευφάνταστος μαθητής μετρίας ικανότητας, και κάνοντας μία σχεδόν συμμετρική ελλειψοειδή εκ περιστροφής τροχιά, έσπευσε πιο μπροστά απ’ όλες τις βάρκες που ‘χαν σχηματίσει τώρα ένα μεγάλο ημικύκλιο, συνεχίζοντας ακούραστα να δέρνουν τη θάλασσα ρυθμικά και με περισσή όρεξη αν όχι και χάρη- μάλλον τραγουδώντας που είναι και το πιθανότερο, δώρο γάμου ετοίμαζαν οι άνθρωποι, τι στην ευχή, δε θυμόταν όμως ο αφηγητής γαμώτο το σοβαρό αυτό στοιχείο, που να πάρει ο διάβολος να πάρει, έριξε εν πάσει περιπτώσει το καΐκι τα δίχτυα του, ήρθε μέχρι τα μπούνια με την πλούσια ψαριά και τη μοίρασαν στον κόσμο που χάζευε απ’ την ακτή, με την προτροπή να τα φάνε ευχόμενοι για το γάμο του Ζαχαριά με την αδερφή της Βάσως της Αποτέτοιας.

Κι αν θέλετε να ξέρετε κάτι ακόμα γι’ αυτό το μοντέρνας κοπής ζεύγος ελθόντων εις γάμου κοινωνίαν κατ’ ανάγκην προς αποφυγήν περίσσειας σφαχτών, να θυμάστε πως είναι οι γονείς του φοβερού Λάμπρου (Τράγος ο Λάγιος με τ’ όνομα) που πήρε τη συνονόματη τη Λαμπρινή, μονίμως πονοκεφαλούσα λόγω του βούκινου καθώς ερμηνεύτηκε και σωστά, αν τώρα ρωτάτε και γι’ αυτό να σας λύσουμε και τούτη την απορία, η καημένη νιόνυφη ήταν ακόμα σαν το πρωτάκουσε αυτό το πράμα και σύντομα έμαθε πως το φύσαγε η  ερωτική της αντίπαλος, κάθε που ο προκομμένος ο άντρας της βρισκόταν στο σπίτι εκεινής (της ερωμένης).

Μάλιστα έτσι έγιναν τα πράγματα εκεί στο μεσοπόλεμο και ευλόγως σώθηκαν οι ιστορίες αυτές μέχρι τις μέρες μας, τώρα αν εξαιρέσουμε τα λοιπά, η αιτιολογία του γάμου (να μην πάνε χαμένα τα σφαχτά), η αλλαγή της νύφης (φυσιολογική συνέπεια της εκούσιας αρπαγής της ωραίας Μαρούλας), το βούκινο μα και το «Τσέτα» είναι αυθεντικά γεγονότα εκείνων των ημερών. Μόνο που δεν συνδέονταν μεταξύ τους το ψάρεμα με το γάμο των αποφασιστικών και αδιάφορων περί τα κουτσομπολιά νέων. Και όσο για τους γάμους τα πράγματα έχουν βέβαια αλλάξει σημαντικά, αλλά το είδος αυτό του ψαρέματος χάθηκε έκτοτε, πού να βρεθούν τόσες βάρκες με πρόθυμους ψαράδες να δέρνουν με τις ώρες τη θάλασσα και μάλιστα με πέτρες άσπρες παρακαλώ για να τρομάζουν και συγκεντρώσουν τα ψάρια στις αγκάλες ενός καϊκιού, το ίδιο βέβαια δεν μπορεί (καθόσον γνωρίζουμε δηλαδή) να γίνεται πλέον με το παρόμοιο κυνήγι στην ξηρά, προνόμιο Σουλτάνων και άλλων τέτοιων προνομιούχων αρχόντων, που κάθονταν με τους λοιπούς χαραμοφάειδες συνοδούς τους και περίμεναν οπλισμένοι να τους έρθουν τα θηράματα τρομαγμένα από τους ήχους τυμπάνων και κατσαρολικών και τενεκέδων χτυπημένων από χιλιάδες αγρότες/δούλους όπως τότε που περιγράφεται από τους περιηγητές για τα κυνήγια στη Θεσσαλία, όπου είχε στρατοπεδέψει με την αυλή του για να υποστηρίζει υποτίθεται εκ του «πλησίον» τα στρατεύματά του που για καιρούς πολιορκούσαν το Χάνδακα (Ηράκλειο) στην Κρήτη. Έτσι γινόταν τότε το κυνήγι και η υποστήριξη των στρατευμάτων, κάπως ανάλογα και σήμερα με το πάτημα των κουμπιών για τις εκ του μακρόθεν δολοφονικές επιθέσεις που λέγαμε, ίδιο δε σας φαίνεται και σας το Τσέτα με το κυνήγι του Σουλτάνου;

Αφηγητής κάλλιος του γραπτού τούτου κειμένου και μάρτυρας των καταχωρηθέντων ενταύθα γεγονότων είναι ο Νίκος της Σοφίας, ο κατέχων όλα τα είδη μανιταριών, τις θέσεις της ρίγανης και όλων των λοιπών (χρησίμων στο μαγείρεμα αλλά και στον καλλωπισμό) αρωματικών φυτών, λάτρης των βατόμουρων, της πεζοπορίας, των πεταλίδων, των χταποδιών και οτιδήποτε εν πάσει περιπτώσει παράγει ως βρώσιμο είδος το χαρισματικό νησί των γυναικών, των γάτων και των καταφυγίων, ου μην αλλά και των πανηγυριών, των σύκων και των Φωκιανιών σταφυλιών, μη λησμονήσουμε και των ανεπανάληπτων Καϊσιών (των βερίκοκων ντε).

Ναι έτσι γινήκαν τα πράγματα, οι άνθρωποι τότε ήταν ευφάνταστοι, ευρηματικοί, άνθρωποι της οικονομίας και των πρακτικών λύσεων, δεν ορρωδούσαν προ ουδενός  κινδύνου κοινωνικού σχολιασμού, δεν ήταν άνθρωποι του δήθεν δήθεν, κάθε άλλο, ήταν με λίγα λόγια χαριτωμένοι, διέθεταν και λίγο χρόνο για τους εαυτούς τους και τους συνανθρώπους τους, μάλιστα αναγνώστα μου, και δε θέλω αντιρρήσεις.

Advertisements

2 Σχόλια to “Ο γάμος, οι ιχθείς και τα σφαχτά”

  1. Theorema Says:

    Κύριε Κακαρά τούτη εδώ η ιστορία σας μου θύμισε πόσο ωραία γίνεται να’ρθει καμιά φορά το φθινόπωρο και να μην το πάρεις καν χαμπάρι…
    Τα φιλιά μου εγκάρδια στην αγέρωχη φαμίλια.

    Μου αρέσει!

  2. kakaras Says:

    TRheorema ήρθε το Φθινόπωρο, αποστάζονται ήδη οι ρακές, καλό θα ‘ναι, λέω, να βρεθούν οι αγέρωχες φαμίλιες, εις συνάντησιν κορυφής και δη προ των εκλογών, για τ’ άλλο το Φθινόπωρο εσύ μη μιλάς ακόμα, στην αρχή της Άνοιξης βρίσκεσαι…βγαίνει κι απ’ τα σώψυχά σου κι απ’ την ορμητική πλην αρωματώδη επιλογή των λέξεων στα γραφτά σου… αυτά κοντό μαλλάκι.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: