Βλαστάρι του βλαστού μου

Τί περιμένεις βλαστάρι του βλαστού μου και δυο φορές βλαστάρι μου, τι περιμένεις να δεις ερχόμενο στο κόσμο, μπας και θαρρείς σου στρώσαμε ψυχή μου το δρόμο με ροδοπέταλα, με δάφνες, με σιγουριά κι ελπίδα; Το θέλαμε παιδί μου μα δεν τα καταφέραμε, τώρα εσύ άδολο, χαρούμενο και πεταχτό, κολυμπάς στην άγνοια και στη θαλπωρή του  αμνιακού σου κόσμου του ασφαλούς και στριφογυρίζεις κάνοντας χαριτωμενιές, ενώ μέρα με  τη μέρα απαιτείς πιότερο χώρο, κι εμείς λαχταράμε να σε νοιώσουμε μέσα απ’ το βλέμμα της μάνας σου μέσα απ’ τις αρχαίες κινήσεις τις προστατευτικές που συ καταλαβαίνεις και μείς προσπαθούμε να ερμηνεύουμε. Αναγνώστες γινόμαστε πρόθυμοι του διαλόγου τούτου του μοναδικού, γιατί τον ζήσαμε όλοι μας, τον απολαύσαμε σαν βρισκόμασταν στην ίδια με την τωρινή σου θέση, μα μόνο οι γυναίκες ξέρουν αυτή τη γλώσσα, γιατί μ’ αυτές συνυπάρχετε μέχρι ν’ ανατείλετε σαν την Ηώ αθώα φωτεινά μα κραυγαλέα. Τώρα κουβεντιάζεις μόνο μαζί της τον εσωτερικό σας διάλογο τον τρυφερό, τον ίδιο που κάθε μάνα σ’ όλα τα είδη της φύσης συντηρεί με τη ζωούλα που μεγαλώνει μέσα της.

Κουβεντιάζεις κόρη με την ψυχούλα σου, εσύ ξέρεις από γεννησιμιού σου τι πρέπει κι είν’ αυτά ακριβώς που θέλεις να λες μαζί του, εσύ αυριανή μάνα μ’ αυτό το δέσιμο το ακατάλυτο που ‘χει αρχίσει να πλέκεται μέσα σου μέχρι να γίνει στέραιο, να γίνει πανίσχυρο το πιο ισχυρό στη φύση ανάμεσα σε δυο υπάρξεις, δίνεις τη σιγουριά στο έμβρυό σου, δίνεις απ’ το κορμί σου πέρα απ’ την πρώτη του φωλιά κι ότι χρειάζεται να μεστώσει, τα δίνεις όλα παιδί μου στο παιδί σου, μοναδική κρυψώνα είναι το κορμί σου, ζεστή, ασφαλής, η μόνη και πιο κατάλληλη, άσυλο και  καταφυγή, ήξερε η φύση σαν το ρύθμιζε έτσι, όλα τα ξέρει αυτή, γι’ αυτό την πρόσφερε στον άνθρωπο, σ’ εσάς τις προνομιούχες ώστε αέναα να συνεχίσει με σας ζωοδότριες.

Να προκάμω μονάχα καρδούλα μου να σε χαρώ, να φυσήξω δυο φορές το μαλλάκι σου, χίλιες φορές τα μάτια σου καρδούλα μου συ, κιόλας το νοιώθω πως έχεις και κάποια δικά μου κομματάκια μέσα σου, καλά να ‘σαι παιδί του παιδιού μου, να δεις κι η άλλη η Μενεμένη τι σου κρατάει, τι έχει να σου λέει απ’ τα παραμύθια της, που τώρα τα δίνει παντού και κάνουν χαρές σαν τ’ ακούνε, εκεί να δεις εσύ τρελές χαρές μαζί της βλαστάρι απ’ το βλαστάρι της, βλαστάρι απ’ το βλαστάρι μας και δυο φορές βλαστάρι που μας συγκλόνισες κιόλας ώστε τόσες μνήμες να λειτουργήσουν, τόσες σκέψεις, τόσα όνειρα, να σου πω κιόλας κάτι μεταξύ μας,  άκου λοιπόν, χθες, μόλις μου το ‘παν, δεν το πολυκατάλαβα, πού να ξέρω γω τι κρυβόταν μέσα μου και…

Περίμενε να πάρει η ευχή, λέω, μακάρι κάθε άνθρωπος να νοιώσει το ίδιο, μεταξύ μας λοιπόν, δεν κατάφερα να κοιμηθώ κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί πόσα δεν σου ‘πα νοερά, εσύ σίγουρα τ’ άκουσες, δε γίνεται να πήγαν χαμένα και μόνο σε μένα να προσφέρανε τόση γλύκα και προσμονή, να πρόκανα λέει να γκρεμίσω τον κόσμο τώρα να τον κάνω καλύτερο για σένα, ναι παιδί μου αυτό που ‘πρεπε να ‘χω κάνει τότε που ‘ταν πιο εύκολο, τότε που το φωνάζαμε μα δεν το τολμήσαμε, όπως το τόλμησαν τα δικά μας γονικά, άλλο αν δεν το κατάφεραν, προσπάθησαν όμως και τώρα κατάλαβα πως δεν το καναν μόνο για τους ίδιους,  το ‘θελαν για μας τα βλαστάρια τους, άξιζε που προσπάθησαν, γι’ αυτό και τους οφείλουμε όχι το ευχαριστώ, αφού ήταν καταδική τους η απόφαση και δικαιωνόντουσαν με την προσπάθεια, άσχετο λέμε, αν δεν τους άφησαν να το πετύχουν, να μπόραγα, λέω τώρα και γω να κάνω το ίδιο, να το κάνω καλύτερα, να το ‘κανα νωρίτερα, αυτόν τον καημό έχω μονάχα, αυτή η σκέψη με κατατρώει, γιατί να μην προσπαθήσω τουλάχιστον τότε που μπορούσα, πού τα κότσια τώρα, αν κι αυτά πήγαιναν με τη θέληση και τον καημό, αν το σώμα μας ακολουθούσε κατά τη βουλή μας, τότε άλλος θα ‘ταν καρδούλα μου ο κόσμος που θα δεις σε λίγο, άλλος κι όχι αυτό το κατάντημα γιατί, ξέρεις έ, κατάντημα είναι, δεν κάνει παιδί μου για σένα ούτε για όποιο βλαστάρι έρχεται στον κόσμο, γι’ αυτό σχώρα με κουκλί μου, σχώρα με στην αδυναμία μου, τώρα που το ‘χω πιο πολύ από ποτές ανάγκη, δε μπορώ να λογίζομαι πως, έτσι θα γενεί κι όχι αλλιώτικα, πού αλλού θα ρίξεις αν όχι σε μένα αργότερα το φταίξιμο, τότε που θα ‘ναι παιδί μου δύσκολη η ζωή σου -μακάρι να πέφτω έξω, χίλιες φορές να κάνω λάθος- ακόμα δε βγήκες να δεις το άλλο φως και να κάνω τέτοιες σκέψεις, μα πώς να γίνει, λίγη ήταν η προσπάθεια βλέπεις και να η κλάψα τώρα αντί να τρέξουμε με τις παντιέρες, όπως κάνουν πολλοί… λες έτσι να κάνω, αφού το λες εσύ έτσι θα ‘ναι, μου ‘φτιαξες πάλι τη διάθεση, μακάρι να με συντρέχεις στις μαύρες μου παιδί μου.

Πόσο είπε πως είσαι, εφτά βδομάδων, τι πάει να πει τούτο πάλι, πού να θυμάμαι γω πως ήταν η μάνα σου ή ο μπάρμπας σου εφτά βδομάδων, η μάνα της δικιάς σου μάλιστα τη ζούσε μέσα της όπως τώρα η δικιά σου σένανε, δηλαδή μαζί ζούσανε, ανάπνεε η μία για να ζει η άλλη και έτσι….φτάσαμε σε λόγου σου…. βέβαια κάτι πρόσφερε κι ο πατέρας σου, μην είμαστε εγωιστές, ξέρεις εκείνα τα σποράκια βρε χαζό, θα τα μάθεις κι αυτά με την ώρα σου, άλλος αυτός που ‘χει λωλαθεί τώρα μαζί σου, όλοι μας δηλαδή την καταβρήκαμε, το ‘πιασες, σάμπως η δικιά του μάνα, η άλλη γιαγιά σου ντε, η μάνα του πατέρα σου δηλαδή, πώς, τι είπες μπερδεύτηκες, με το δίκιο σου να μπερδευτείς, εδώ έχω αρχίσει εγώ και μπερδεύομαι με τα τέτοια, αλλά με σένα δεν πρόκειται κανείς να μπερδευτεί, τώρα όλοι ασχολούμαστε με την αφεντιά σου, κάθε μέρα κάθε ώρα, να περάσει η δύσκολη φάση, δε σου λέω περισσότερα δεν υπάρχει λόγος να ξέρεις γι’ αυτά, θα τα μάθεις θες δε θες σαν έρθει η ώρα να έχεις και συ τις ίδιες χαρές, πώς θα γίνει τούτο ρωτάς, βρε εσύ ακόμα δε βγήκες απ’ τ’ αυγό και θες να μάθεις πότε θα ‘ρθει η σειρά σου να ‘χεις χαρές σαν και τις δικές μας, άντε μη σου πω καμιά κουβέντα, βγες πρώτα και θα λέμε όχι μία μα χιλιάδες κουβέντες, όρεξη να ‘χεις ν’ ακούς, κατ’ αρχήν τα παραμύθια που ‘παμε απ’ τη μία γιαγιά, μεταξύ μας εγώ δεν ξέρω να λέω παραμύθια, αυτή, η Μενεμένη δηλαδή, η δικιά μου αφέντρα και μάνα της μάνας σου, αυτή ξέρει…

Καλά, ηρέμησε, δε σε μπερδεύω άλλο, εν πάσει περιπτώσει λέγαμε για τα παραμύθια, όρεξη να ‘χεις ν’ ακούς, πού τα ‘χει και τα ξεφουρνίζει, τα θυμάται, λέει, απ’ τη δικιά της τη γιαγιά, πού είν’ αυτή πάλι ρωτάς, άσε καλύτερα, πάντως εκείνη η γιαγιά της γιαγιάς της Καριωτίνας που λέγαμε, γιατί θα πούμε και για την άλλη την Κερκυραία, ξεφούρνιζε που λες ένα σωρό παραμύθια απ’ την κούτρα της, πάει να πει δικά της, εκείνης της στιγμής και μάλιστα όλα ήταν αιματηρά, με σκοτωμούς και τιμωρίες αλλά δίκαιες όχι σαν και τώρα, που δεν υπάρχει δίκιο στον κόσμο…τέλος πάντων μην ξανοιχτούμε και σε τέτοια όρεξη που την έχουμε βλέπεις, είναι από κείνα που σου ‘λεγα στην αρχή, που δεν καταφέραμε η δικιά μου γενιά να τα κουλαντρίσουμε και θα τα βρείτε μπροστά σας, που να μη σώναμε μείς οι ανίκανοι που αφήκαμε τους μπάσταρδους να κάνουν τα δικά τους, τι πάει να πει μπάσταρδος, πάει να πει ο άτιμος που…

Λοιπόν πίσω στα δικά μας και μη γελάς μαζί μου που φλυαρώ, τ’ ακούς, η άλλη σου γιαγιά που λες, η Κερκυραία Λυσσιστράτη με τ’ όνομα, εκεί ν’ ακούσεις κοσμογονία, πουστηρλίκια και πάει λέγοντας να κρατάς την κοιλιά σου, να τσαντίζεται η μάνα σου κι ο πατέρας σου γιατί, λέει, τα μικρά, άκουσον άκουσον, δεν πρέπει να μαθαίνουν βρομόλογα, τι είναι βρομόλογα, είναι τα πιο γοητευτικά λόγια που πρέπει ένα παιδί να πρωτομαθαίνει με το που βγαίνει στην πιάτσα, πάει να πει μόλις γεννηθεί, κατάλαβες, θα τα μάθεις μη βιάζεσαι, τέτοια να τρων κι οι κότες, ελπίζω να μην την πιάσει το συντηρητικό ελόγου της και θα γίνεται το έλα να δεις, περίμενε λίγο καμάρι μου εσύ, πρόσεξε τώρα να τρως κανονικά, να μην πολυπαιδεύεις τη μάνα σου παίζοντας ποδόσφαιρο, γιατί είναι κάπως έτσι ντελικάτη, παρόλο που δεν έχουν ανάγκη οι γυναίκες….

Και δε μου λες, δε μου λες, θα μου πεις τι θα βγεις, ή θα περιμένουμε το γιατρό να το βρει με κείνα τα παράξενα μηχανήματα, μεταξύ μας εγώ θα προτιμούσα να το μάθουμε με το έβγα σου στη σκηνή, αλλά πάλι μην ανακατευόμαστε εμείς, γιατί θα μας βάλουν τιμωρίες τα γονικά σου, ξέρεις τώρα, να μη σε κανακεύουμε, να μη σε πολυταΐζουμε, να μην σου μαθαίνουμε πολλά πολλά περί τα δια ταύτα και τέτοια πράματα, αλλά θα βρίσκουμε ευκαιρίες, μην ανησυχείς εσύ ψυχούλα μου, να προκάμω μονάχα, θα βάζουμε στις γιαγιές σου τα δύσκολα και μείς θα αναλαμβάνουμε ζητήματα ασφάλειας, εξωσχολικής παιδείας, εξερευνήσεων στα πέριξ για τίποτα γκόμενες ή γκόμενους ανάλογα, τι ανάλογα ρώτησες, ανάλογα με το πουλάκι σου βρε, τι είν’ αυτό πάλι, ααα όχι από τώρα τέτοια, λοιπόν, δε σου ‘πα τίποτα και για τον άλλον παππού τον Κερκυραίο, δηλαδή τον πατέρα του πατέρα σου, αυτός να δεις χάζι, ζωγράφος και μπερμπάντης ο τύπος, έχεις να μάθεις πολλά με δαύτον, ίσως περισσότερα από μένα, αλλά να ξέρεις είναι λίγο τρελούτσικος ο μάγκας, τώρα άκου να δεις …..γαζέλα μου συ, πρόσεξε τι θα σου πω γιατί σαν έρθεις σε τούτον τον κόσμο ….μπορεί όμως και ταυρί να γίνεις…. δεν πειράζει τα ίδια πράγματα πρέπει να προσέχεις για θηλυκό για αρσενικό είσαι….. πάντως για μένα καρδούλα μου να ξέρεις και μη τυχόν αφήκεις να σε ονοματίσουν κατά πώς νομίζουν πως οφείλουν, δηλαδή με όνομα παππού ή γιαγιά σου, να κλωτσήσεις αμέσως, τ’ ακούς, τουλάχιστον του λόγου μου τέτοιο όνομα σαν και το δικό μου δε θέλω να σου δώκουν, να μην το ξεχάσεις αυτό, έτσι;

 

Advertisements

2 Σχόλια to “Βλαστάρι του βλαστού μου”

  1. Theorema Says:

    Α ρε Κακαρά, πάλι τα κλάμματα με έκανες να βάλω. Και τα’χω πρόχειρα τούτο τον καιρό, γαμώτο, μαζί τους πορεύομαι η μάνα.
    Σε καλό για όλα τα παιδάκια μας όσα μέλλουν να συμβούν. Και μακάριοι εμείς που μπορεί και να είμαστε εκεί να τα βλέπουμε να ανθίζουν και να γίνονται ρόδα μέσα στην κοιλάδα με τα αγκάθια, τα λατρεμένα μας.
    Μια καλή ζωή, μόνο αυτό εύχομαι στα όμορφα παιδιά που πορεύονται γενναία στον κόσμο.
    Σε φιλώ και στέλνω νοερό χάδι στο επερχόμενο.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: