Βιβλιοπαρουσίαση Βαλαβάνη «Οι Φρουροί της Συκαμινιάς»

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ

ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΚΑΡΑ

 

Οι Φρουροί της Συκαμινιάς

Ορθές δοξασίες και πάνω τούρλα

 

ΕΕΛ, Δευτέρα 21.5.2012

 

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

 

Είναι για μένα μεγάλη τιμή που ο Αντώνης Κακαράς μου ζήτησε να συμμετέχω στην παρουσίαση του 5ου από αυτά τα περίεργα, σαγηνευτικά, κατά βάση αυτοβιογραφικά αλλά με έντονα αινιγματικό χαρακτήρα, αφηγηματικά του βιβλία. Καθώς έχω ήδη συμμετάσχει στην παρουσίαση των τριών πρώτων, αισθάνομαι ότι πλάι στην ιδιότητα μου εκείνη που ένας αναπόφευκτα βάρβαρος νεολογισμός προσδιορίζει ως «Μπρεχτολόγο», έχει πλέον προστεθεί μια δεύτερη, αντίστοιχου χαρακτήρα, αυτή του «Κακαρολόγου»! Και πρέπει να σας πω ότι για τον αναγνώστη που θα το επιχειρήσει, η καταβύθιση στο μυθικό και μυστηριακό κόσμο των αφηγημάτων του Αντώνη Κακαρά θα αποτελέσει, όπως και για μένα, μια εξαιρετικά ιδιόμορφη και σπάνια απόλαυση. Είτε πρόκειται για τον κόσμο που περικλείουν οι συντεταγμένες, μνημονικές ή σύγχρονες, της παιδικής του ηλικίας στη Γραβιά Φωκίδας στους πρόποδες τριών περήφανων βουνών, κάποτε εξ ολοκλήρου καλυμμένων από ελατόδασα και τώρα με μεγάλα τμήματα τους να θυμίζουν καραφλό βουνό, με αναδάσωση από βρύα και λειχήνες, χάρη στις πολύχρονες φιλότιμες προσπάθειες της Εταιρείας Βωξίτες Παρνασσού, στις οποίες αναφέρεται μεταξύ άλλων και στο διήγημα του «Ο Σταμάτης από εργάτης γης έγινε εργάτης γης». Είτε πρόκειται για τον κόσμο  των κατοπινότερων περιπλανήσεων του στον Κόκκινο Βράχο, στην Ικαρία της γυναίκας του και της οικογένειας των Παπαγιάννηδων. Αυτοί οι δύο άξονες καταλαμβάνουν τα δύο άκρα των Φρουρών της Συκαμινιάς, ενώ τον ενδιάμεσο τους χώρο, καταλαμβάνει μια no man’s land, εσκεμμένα απροσδιόριστη, ακόμα κι αν οι αφηγήσεις αφορούν ως χώρο την Αθήνα είτε πιο σπάνια τη Θεσσαλονίκη, καθώς εύκολα ξεγλιστρούν σε διαλόγους για τα προβλήματα του κόσμου και της εποχής μας, για τα τελευταία πολύ πυκνά χρόνια της κρίσης, με την αγέννητη ακόμα τότε εγγονή του  ή σ’  ένα ακόμα περισσότερο μυθικό τοπίο, με φίλους γύρω απ’  την ιεροτελεστία ενός μεσαίου μπουκαλιού ρακή ή με τα παιδιά ή με τη Βάλια: Σε ένα αυστηρά αυτοαναφορικό λόγο κρυμμένο πίσω από μια διαρκή μιμική διαμαρτυρία ότι οι μεγάλες αγάπες της ζωής του δήθεν τον δυναστεύουν κατ’ ουσία αφαιρώντας του ακόμα και το λόγο…

Ως «Κακαρολόγος», όμως, έχω το προνόμιο σε σχέση με τον αναγνώστη να έχω διαβάσει και το πρώτο και πλέον κεντρικό, ενιαίο αυτοβιογράφημα του, ‘Οξω απ’  τα αμπέλια ρεεε!

Εκεί βρίσκονται οι ρίζες των Φρουρών της συκαμινιάς: Ήδη σ’  αυτό το πρώτο βιβλίο αφηγείται, με αυτόν τον όλο πραγματικό μπρίο και ζωή προφορικό λόγο, με τη διπλή ντοπιολαλιά, Γραβίσια και Καριώτικα, το ιδιόρρυθμα βωμολοχικό «αναρχικό» λεξιλόγιο στο οποίο είναι γραμμένα και τα 5 του βιβλία, τις τρέλες της ζωή του από τότε που, όπως λέει, για να τυραννάει τη μάνα του «ήρθε στον κόσμο ο διάολος που τον είπαν Γρίβα» (το πιο συνηθισμένο από τα ψευδώνυμα του ως λογοτεχνική persona). Χωρίς οποιονδήποτε ανιχνεύσιμο εξωραϊσμό, με μια πραγματικά αφοπλιστική ειλικρίνεια και ντομπροσύνη,  ανακατεύοντας καταστάσεις σοβαρές και ανόητες, τραγικές και  ξεκαρδιστικές, κρίσιμες και της πλάκας, γενναιόφρονες και μικρόψυχες, εξαιρετικά προσωπικές και απολύτως δημόσιες [όπως συμβαίνει, με άλλα λόγια, με τη ζωή όλων μας, μόνο πως σχεδόν ποτέ δεν είμαστε σε θέση να το αναγνωρίσουμε αυτό δημόσια με τέτοιο ανυπόκριτο τρόπο όταν αφορά εμάς τους ίδιους],  στις οποίες μπερδεύονται στην κυριολεξία εκατοντάδες – είναι δύσκολο να παρακολουθήσεις τι γίνεται με όλους – πρόσωπα. Στο επίκεντρο αυτού του βιβλίου βρίσκεται ωστόσο η περίοδος που περνά με φευγαλέες μόνο αναφορές στους Φρουρούς της Συκαμινιάς, τα χρόνια της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και της καριέρας του στο Πολεμικό Ναυτικό πριν και μετά τη δικτατορία, με το γνωστό επεισόδιο που τη διέκοψε στα ενδιάμεσα χαρίζοντας του μια απόταξη, ναυτοδικείο και τη φυλάκιση του κατά τη διάρκεια της χούντας – όλα με μια προσέγγιση σχεδόν πειρατική…

Επιτρέψτε μου να τσιτάρω εδώ ένα εκτενές απόσπασμα από την παρουσίαση του βασικού αυτοβιογραφικού βιβλίου του Αντώνη Κακαρά, που προσιδιάζει στο χειρισμό από το συγγραφέα των αντίστοιχων θεμάτων στους Φρουρούς, αντί να μπω στον πειρασμό να το παραφράσω αναφορικά με το τελευταίο του βιβλίο:

«Πολύ πέρα από τα συνηθισμένα στρογγυλέματα που υπαγορεύει η συνήθης οπορτουνιστική διάθεση  των αυτοβιογράφων εφόσον τα πρόσωπα που αναφέρονται ζουν κι ενδιαφέρουν ακόμα το συγγραφέα, είναι σε θέση να το κάνει αυτό με τόσο απίστευτο, κάποιες φορές, τρόπο, επειδή διαπραγματεύεται και χειρίζεται τόσο ανελέητα, θα ’λεγες, τα σχετικά με το δικό του ρόλο στην ιστορία. Τόσο στη Μικρή Αφήγηση, την αφήγηση της δικής του προσωπικής ιστορίας, όσο και στη Μεγάλη Αφήγηση, της δημόσιας ιστορίας των καιρών μας. Αυτό, πέρα απ’  το πώς αφηγείται, είναι που κάνει τόσο σαγηνευτικό αυτό το βιβλίο. Γιατί από τις πρώτες ήδη σελίδες σου δίνει την αίσθηση ότι είναι ένα κείμενο που δεν υποτιμά τους αναγνώστες του, που τους αντιμετωπίζει ως ενήλικες, που τους σέβεται ως ανθρώπους σκεπτόμενους και με μέτρο σύγκρισης τις δικές τους εμπειρίες, προπαντός σε συνάφεια με την, πάντα αιχμηρή, πραγματικότητα: Ξέρουμε όλοι λίγο-πολύ ότι οι στρογγυλές γωνίες και οι συνωστισμοί στις προκυμαίες εμφανίζονται μόνο όταν αρχίζει η ιστορική αναθεώρηση….

…Ο αναγνώστης του Όξω απ’  τ’ αμπέλια ρεεε όχι μόνο δεν ενοχλείται, αλλά γνωρίζει τη σπάνια ευχαρίστηση σε μια εποχή που η εικόνα εξοστρακίζει τη σκέψη και η πραγματικότητα μετατρέπεται σε εικονική, να περιδιαβαίνει συντροφιά με το συγγραφέα μπρος-πίσω μέσα στο χρόνο σ’  έναν κόσμο πραγματικό, σ΄ έναν κόσμο που σε κρατάει σε κατάσταση εγρήγορσης, όχι σ΄ κόσμο-καταφύγιο από την πραγματικότητα, όχι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν που σε απορροφάει και σε παρηγορεί και συναντιέται μόνο στα όνειρα.  Κι επειδή ακριβώς ο κόσμος αυτού του βιβλίου είναι ένας κόσμος πραγματικός στην ιστορικότητα και στο παρόν του, με όλη του τη βιαιότητα και τη μεγαλοσύνη, τη δόση βλακείας και διάνοιας, δειλίας και γενναιότητας, μεταφυσικής και ορθολογισμού  που χαρακτηρίζει μόνο την πραγματική ζωή, γι΄ αυτό κι είναι ένας κόσμος που βοηθά τελικά όχι μόνο το συγγραφέα αλλά και τον αναγνώστη του να ονειρεύεται. Όχι με τα όνειρα που κοιμίζουν, αλλά μ’  αυτά που σε κρατούν ξύπνιο, που συλλαμβάνουν και αντανακλούν πρώτα σ΄ ένα φαντασιακό πεδίο τις αλλαγές που είναι απολύτως αναγκαίες αλλά φαίνονται αδύνατες στο πεδίο της πραγματικότητες, που αν πρώτα δεν τις ονειρευτείς,  δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθείς να παλεύει γι΄ αυτές στην πραγματική ζωή. Ο Αντώνης Κακαράς, που μια ζωή τρωγόταν με τα ρούχα του ακριβώς γιατί έκανε τέτοια όνειρα, που χάρη σ’  αυτά αντί να καταβροχθίζει τις βαθμίδες της καριέρας του ως αξιωματικός βρέθηκε μ’  ένα φάκελο «δυσμενείς κρίσεις ανωτέρων» και στη φυλακή και βέβαια 60χρονος με διδακτορικό, κάνει και τον αναγνώστη του να τρώγεται με τα ρούχα του. Γι΄ αυτό και το παρόν βιβλίο είναι ενοχλητικό: Για τις κοινωνικές δομές που από αρχαιοτάτων χρόνων, απ’  την περίοδο αποφθεγμάτων τύπου “το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον”, μέχρι σήμερα θέλουν ανθρώπους παραιτημένους, συμβιβασμένους με ό,τι εμφανίζεται ως “μοίρα” τους

Οι φρουροί της συκαμινιάς δε μοιάζει από άποψη είδους με τα τρία πρώτα λογοτεχνικά βιβλία του Αντώνη Κακαρά, που είναι ενιαία αφηγήματα, το δεύτερο και το τρίτο μάλιστα με δομή μυθιστορίας. Σε αυστηρό προσδιορισμό φόρμας, θα τ’  αποκαλούσαμε διηγήματα. Προσωπικά ωστόσο θα προτιμούσα σ’  αυτή την ελευθεριάζουσα, συχνά «χύμα» μορφή προφορικού λόγου διατυπωμένου γραπτά με κυρίαρχο χαρακτηριστικό το σαρκασμό συνοδεία ενός ακόμα οξύτερου αυτοσαρκασμού, να δώσω τον πιο ευέλικτο χαρακτηρισμό «αφηγήματα». [Εξαίρεση αποτελούν λίγα κείμενα «αυστηρής» μορφής, που προσιδιάζει σε αντίστοιχης αυστηρότητας στη διατύπωση τους περιεχόμενα, προς το τέλος, ανάμεσα τους και ένα από τα ομορφότερα, το «Λίγο πριν λίγο μετά», που αναφέρεται στην προσωπική εμπειρία του Α.Κ. από την εξέγερση του Πολυτεχνείου.] Εδώ λοιπόν η τοιχογραφία αφανών ηρώων του Κακαρά, αναγκαστικά μικρότερη σε αριθμό από το μέγα πλήθος που μας έχει συνηθίσει, κινείται θραυσματικά, χωρίς τις μέσες και τις άκρες που αποκαλύπτονται, συνδέονται και αποσυνδέονται συνέχεια στα τρία πρώτα ενιαία μεγάλα αφηγήματα  του. Αυτό όμως προσδίδει στην αφήγηση του μια ελευθερία απροσδόκητη: Καθώς δεν είναι υποχρεωμένος να «κλείσει» ότι ανοίγει, όπως συμβαίνει σ’  ένα μυθιστόρημα, ο συγγραφέας των Φρουρών με ανηλεή άνεση ανοίγει συνέχεια πρόσωπα και θέματα, έχοντας επίγνωση ότι εδώ δεν είναι αναγκασμένος να οδηγήσει τους ήρωες του και ό,τι τους τυραννά σε ένα «τέλος», είτε πρόκειται για happy end είτε για κάποια θλιβερή κατάληξη. Στα περισσότερα αφηγήματα, κι ακόμα πιο έντονα στα πιο έντονα πολιτικά, αυτά που έχουν μια χροιά επιφυλλίδας, όχι μόνο η κεντρική ιστορία αλλά και «η ιστορία μέσα στην ιστορία», που διηγείται ως αφηγητής, συχνά στη θέση του αυτήκοου μάρτυρα,  έχει ανοιχτό τέλος. Έτσι όμως η τέχνη συναντιέται για μια φορά ακόμα σε ένα από τα πολλαπλά επίπεδα τομής της με τη ζωή, που δεν κινεί τα πράγματα σε κλειστούς κύκλους ή σε «κουτάκια», αλλά συνήθως μας αφήνει αναποφάσιστους ως προς την κατεύθυνση και την κατάληξη των εξελίξεων.

Στον Πρόλογο του ο συγγραφέας μας αποκαλύπτει το συμβολισμό της συκαμινιάς, κοινώς μουριάς, ενός δέντρου που ενδημεί στην περιοχή που γεννήθηκε ο συγγραφέας, καθώς το 19ο αιώνα αποτελούσε κέντρο σηροτροφίας και παραγωγής μετάξινου νήματος σε οικοτεχνίες. Η συκαμινιά, που μετά την παρακμή της καλλιέργειας μεταξοσκώληκα έμεινε κυρίως να προσφέρει στις αυλές των χωριατόσπιτων την προστασία της παχιάς σκιάς της από τον καλοκαιρινό ήλιο και λιγότερο τα σύντομης ζωής μούρα της, σύμφωνα με το συγγραφέα στο μοναδικό ίσως απόσπασμα του βιβλίου που τα πράγματα διατυπώνονται χωρίς περιστροφές: «…Θα μπορούσε να είναι οι ηθικές μας αξίες, οι παραδόσεις μας ως λαού, οι ιδιαιτερότητες μας, τα όνειρα μας, οι στόχοι και οι βλέψεις μας, τα όσα θεωρούμε ως θέσφατο όχι όμως εκ θεού προερχόμενο αλλά από τη συμπυκνωμένη πείρα, την αναλλοίωτη πίστη στο αλάθητο της συλλογικής μνήμης, στην κτηθείσα με αιώνων περισυλλογή αλλά και δράση του λαού μας για προστασία όσων ο ίδιος (ο λαός) αποκτώντας με αίμα και δάκρια, θεωρεί ως κτήση και δικαιώματα του».

Ο ίδιος βάζει στη συνέχεια το ερώτημα «ποιοι είναι οι φρουροί της» και απαντά με πολύ μικρότερη αποκαλυπτική διάθεση: «Φύλακες της συκαμινιάς είναι αυτοί που ο καθένας μας θεωρεί ως τέτοιους και όχι κατ’  ανάγκη όσους ο γράφων παρουσιάζει εδώ.»

Ποιους παρουσιάζει σ’  αυτό το ρόλο ο γράφων; Υποθέτω – γιατί ό,τι γράφει ο Α.Κ. επιδέχεται συνήθως πολλαπλές ερμηνείες κι αποκωδικοποιήσεις, και αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τη μικροϊστορία του κάθε τόπου αναφοράς του, τα πρόσωπα των πραγματικών ανθρώπων παραμένουν τυλιγμένα στην αχλή της σύγχρονης μυθολογίας του συγγραφέα – ότι σ’  ένα πρώτο επίπεδο αναφέρεται στο τελευταίο διήγημα του, που δίνει τον τίτλο και στη συλλογή. Σ’  αυτό φρουροί της κυριολεκτικής συκαμινιάς προκειμένου να σωθούν τα μούρα της απ’  τις επιδρομές των παιδόπουλων της παιδικής του ηλικίας είναι – σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα άμυνας – ο μπαρμπα-Χαρίλαος, που αποτελούσε και τον ιδιοκτήτη της, το κουτάβι του με τα μυτερά δόντια ονόματι Χάρος, η κατσίκα του με τις περιβόητες κουτουλιές ονόματι Μέδουσα που την έδενε κάτω απ’  το δέντρο όταν έλειπε και ο φοβερότερος απ’  όλους, καθώς τα τσιμπήματα του μπορούσαν να βγάζουν μάτια, ένας κόκορας ονόματι Σεϊτάν. Όταν τα παιδιά θα σκοτώσουν τον κόκορα με μια σκληρή άγουρη ντομάτα και θα μοιραστούν ντροπιασμένα με τον μπαρμπα-Χαρίλαο τη σούπα του, ο τελευταίος θα απελευθερώσει την πρόσβαση στο δέντρο: Όχι για να σώσει τα δύο ζώα που του μείνανε, αλλά γιατί ο αποκλεισμός των παιδιών απ’  το δέντρο είχε χαρακτήρα παιδαγωγικό: Για να μάθουν μόνα τους αποφεύγοντας τον να κλέβουν τα μούρα, μια διδαχή που ολοκληρώνεται με το πρώτο αίμα που χύνεται… Μαθαίνουμε ταυτόχρονα ότι ο Χαρίλαος ήταν παλιός αντάρτης, απ’  τους «ασυμπίεστους», που στην ορολογία της σάγκας του Αντώνη Κακαρά είναι οι κομμουνιστές που δεν «έσπασαν» ούτε κάτω απ’  τα βασανιστήρια ούτε κάτω απ’  την ανελέητη πίεση της ζωής. Απόηχος αυτής της στάσης εκείνης της γενιάς είναι η αφιέρωση-ευχή, πολύτιμη στις μέρες μας, του Α.Κ. στο τελευταίο του βιβλίο: «Στα πλάσματα που ‘ρχονται και στα γονικά τους. Αντρόπιαστοι κι απροσκύνητοι να ζήσουν.»

Σ’  ένα δεύτερο επίπεδο, φυσικά, κι αυτό κυρίως μας ζητεί να διακρίνουμε ο Αντώνης Κακαράς, φύλακες της συκαμινιάς είναι ολόκληρη η τοιχογραφία των αφανών λαϊκών ηρώων του, που είναι η ραχοκοκαλιά αυτού του τόπου: Ο οικοδόμος Βασίλης ο επίσης ασυμπίεστος, που στο σακούλι πλάι στο προσφάι του είχε πάντα ένα βιβλίο. Ο κύριος Μιχάλης, ο οδηγός του σχεδόν μυθικού λεωφορείου που διασχίζει την Ικαρία υποκαθιστώντας το κράτος στον κοινωνικό και ταυτόχρονα οικονομικό του ρόλο αφήνοντας στο διάβα του ικανοποιημένους ανθρώπους κι ένα έντονο άρωμα αυτοδιαχείρισης. Η γιαγιά Πριονούλα κι οι άλλες γιαγιάδες της Γραβιάς, ίδιας κοψιάς με τη μακαρίτισσα τη δική μου πεθερά και τις δυο γιαγιάδες του συντρόφου μου που πρόλαβα κάμποσα χρόνια ζωντανές στα διπλανά στη Γραβιά  Καστέλλια – σύμφωνα με τον Κακαρά, «οι ίδιες φιγούρες, μαυροφορεμένες, τσεμπέρια, σκυφτές, συχνά πυκνά κουβαλάγαν το κλαρί από το λόγγο, την άλλη απ’  τ’  αμπέλια»:  Τίποτα δε θεωρούσαν δικό τους και όλα τα πρόσφεραν στα παιδιά και στα εγγόνια τους, τα πολλά χρόνια που σχεδόν όλοι ήταν μόνιμα πεινασμένοι, πριν απ’  όλα το μερίδιο απ’  το φαί τους. Οι δύο ανάπηροι, απ’  τους οποίους ο τυφλός έβαλε τα πόδια του κι ο σακάτης τα μάτια του σε μια κολεγιά απρόοπτη, για να γίνουν και οι δυο σ’  ένα σύνολο εξ ολοκλήρου λειτουργικοί. Οι γυναίκες-σύντροφοι, στο επίκεντρο τους η Μηλιά κι η Μενεμένη, οι βελανιδιές στο αντίστοιχο διήγημα, στις οποίες θα επανέλθουμε.  Ο Σπύρος ο υδραυλικός, που διηγείται τη σάγκα της ζωής του, από το μπαρμπέρικο και το παγωτατζίδικο  πιτσιρικάς για να ζει τη μάνα του και τον εαυτό του με τον πατέρα του εξορία μέχρι το ξεπάγιασμα του στις Φυλακές Κορυδαλλού στη δικτατορία, ουσιαστικά επειδή ήταν απροσκύνητος, άφραγκος κι από οικογένεια αριστερή. Και άλλου τύπου ήρωες: Ο εργολάβος που κάποτε ήταν οικοδόμος και ξήλωνε μαζί με τους συντρόφους του στις διαδηλώσεις μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη τα πεζοδρόμια και χρόνια μετά ανακαλύπτει ξανά, έστω και φευγαλέα, το πραγματικό νόημα της ζωής. Και συνεχίζουν σε παρέλαση οι οικονομικοί και άλλοι μετανάστες και μετανάστριες παρέα με τ’ αφεντικά τους με  αίσθηση ιδιοκτησίας ανθρώπων. Και συνεχίζεται στο αέναο αυτή η τοιχογραφία αντρών και γυναικών, για κάθε αναγνώστη που θα ‘θελε να την ανακαλύψει ο ίδιος. Μαζί οι συγκρούσεις ενός κόσμου ολόκληρου με το κράτος, με το χαφιέ, με το βασανιστή, με τον παπά, με τον τοκογλύφο στο ανώμαλο εμφυλιοπολεμικό καθεστώς που τερματίστηκε με την κατάρρευση της δικτατορίας. Κι οι συγκρούσεις που συνεχίστηκαν με το πελατειακό κράτος, με το καθεστώς του εκσυγχρονισμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον πόλεμο που σήκωσε και πάλι το απειλητικό του κεφάλι από τα τέλη της ίδιας δεκαετίας, με τις τράπεζες και τη δικτατορία των χρηματοπιστωτικών αγορών, τους σύγχρονους τοκογλύφους, με την καταστροφή που απειλεί άμεσα πια τη ζωή της μεγάλης εργαζόμενης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας στα τελευταία χρόνια καθολικής κρίσης του συστήματος.

Απέναντι σ’  αυτή τη κατάσταση, σε μια αποστροφή χαρακτήρα βιβλικής Αποκάλυψης ο συγγραφέας καταφεύγει σ’ ένα άγριο όνειρο απ’  τη Γαλλική Επανάσταση, απ’  την περίοδο της «κόκκινης τρομοκρατίας». Βλέπει τον εαυτό του καθισμένο μαζί με τις γυναίκες μπροστά στη γκιλοτίνα να πλέκει μαζί τους περιμένοντας τα κεφάλια να πέσουν στο καλάθι: «Και να σας πω που φαντάστηκα πως βρίσκομαι, να σας το πω, γιατί όχι. Σ’  ένα τουρ πρώτη σειρά στην πλατεία με το πλέξιμο μου, περιμένοντας το κάρο και την ώρα της γκιλοτίνας για κείνους με τα Jacuzzi να πούμε, ναι, ρε, εκεί γιατί έτσι ηρεμώ, για να μην πω πάνω στη γκιλοτίνα να την ελέγχω…»  Στα πιο άγρια όνειρα μου τον φαντάζομαι κι εγώ να χοροπηδά πάνω στα ξυλοπάπουτσα του γύρω απ’  τη γκιλοτίνα συμμετέχοντας στο χορό των γυναικών…

Ο Α.Κ. με την τριλογία του και με τα δύο βιβλία σύντομων αφηγημάτων που την ακολούθησαν οικοδομεί ένα σεντούκι συλλογικής μνήμης, παλιότερης αλλά και σύγχρονης. Με πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ανθρώπων και στόχων επιχειρεί κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε με την τριλογία «στρατευμένων ντοκιμαντέρ» της αποκλειστικά για τη γυναίκα στην Αντίσταση – στην ανάκριση, στην εξορία και στις φυλακές – στην πάροδο του 20ου αιώνα η Αλίντα Δημητρίου. Ο Κακαράς συνδυάζει όμως γι΄ αυτό την ιστοριογραφία με τη μυθιστορία. Πρόκειται για ένα πολύτιμο σεντούκι, ακόμα κι αν τα γραπτά του Κακαρά απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια και κόπο από μεριάς του αναγνώστη για την αποκωδικοποίηση τους. Αυτό όμως συνδέει τον ίδιο τον αναγνώστη με πολύ πιο άμεσο τρόπο με τα ίδια τα κείμενα. Και ταυτόχρονα ανοίγει παράθυρα συνάντησης της ζωής με την ιστορία και την τέχνη: Επιτρέψτε μου να κλείσω με ένα προσωπικό τόνο, χρησιμοποιώντας δύο παραδείγματα που ξεκινούν απ’  αυτή την τελευταία ιδιότητα των κειμένων του Α.Κ.

Πρώτον: Τη μαύρη φτώχεια που περιγράφει, τα παιδιά που αν έπεφταν στα χέρια τους βαζάκι με γλυκό της μάνας τους το καθάριζαν κατευθείαν χωρίς σκέψη για τις επακόλουθες συνέπειες, τα σχολικά συσσίτια της UNRA με το γάλα σκόνη και το κίτρινο τυρί και τα δέματα με τα μεταχειρισμένα ρούχα που ερχόταν βοήθεια απ’  το εξωτερικό, το γουρούνι που πάχαιναν μισό χρόνο, το έσφαζαν τα Χριστούγεννα και το έτρωγαν όλο το χειμώνα ενώ ακόμα κι απ’  το δέρμα του έφτιαχναν γουρουνοτσάρουχα, τα ήξερα από τις αναμνήσεις του συντρόφου μου και της αδερφής του. Τη σκληρή ατέλειωτη δουλειά των γυναικών, χωρίς διαφορά από των αντρών πέρα απ’  τ’  ότι είχαν και τα παιδιά και το σπίτι, αυτή την ασταμάτητη δουλειά, το όργωμα με αρχαία τεχνολογία, τα κοπάδια στη Γραβιά και τα Καστέλια, τη δουλειά στα καπνοχώραφα από τις 4 η ώρα το πρωί και τ’  ατέλειωτα ξενύχτια για το αρμάθιασμα του καπνού στα Καστέλια, τη μετανάστευση απ’  την Αμερική μέχρι την Αυστραλία και τη Γερμανία, τα ξέρω απ’  τις ιστορίες της πεθεράς μου και των φιλενάδων της. Το μεταλλείο, που «έδωσε ψωμί» στα χωριά της περιοχής, όπως λένε ακόμα και σήμερα, μετατρέποντας μερίδα των αγροτών, άντρες και γυναίκες, σε εργάτες, αλλά συνδεμένους με μισοτσιφλικάδικους δεσμούς εξάρτησης. Τις πελατειακές σχέσεις που ακόμα σήμερα προσδένουν τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης της περιοχής με την εταιρεία, που με την επιφανειακή εξόρυξη του βωξίτη έχει φάει φέτες-φέτες τα πανέμορφα βουνά ολόγυρα και σήμερα λυμαίνεται τα κάποτε άφθονα νερά της περιοχής, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι οι βρύσες στα σπίτια να τρέχουν με ωράριο και η ποιότητα του νερού να έχει γίνει απαράδεκτη. Το ρήμαγμα της αγροτικής παραγωγής και των χωριών της περιοχής πλέον σήμερα, τα τεράστια σπίτια-σύμβολα πλούτου που χτίζονται από τη δεκαετία του ’90 και μένουν άδεια, καθώς οι κάτοχοι τους εμφανίζονται στο χωριό ελάχιστες μέρες το χρόνο, τα ξέρω απ’  τις διηγήσεις όλων και κάποια απ’  αυτά – τα βουνά, τα νερά και τα σπίτια – τα βλέπω και τα ζω η ίδια. Κι όχι μόνο στο πανέμορφο διήγημα για το προσωρινό ξαναγύρισμα των νερών στην περιοχή μετά απ’  τη μεγάλη βροχή. Και παραπέρα: Κάποιοι λίγοι παλιοί αριστεροί με τις ιστορίες τους απ’ το αντάρτικο και τον εμφύλιο, από μάχες, ήρωες κι εκτελεσμένους, όσοι επιζούν ακόμα, είναι εκεί για να τους συναντήσει κανείς. Και επίσης το αντεστραμμένο είδωλο αυτού του κόσμου – από το «Βαρόνο» και τη συμμορία του, που ματοκύλισαν την περιοχή στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέχρι τις άτυχες γιαγιάδες που νέες «χάσαν την τιμή» τους κι έμειναν να κάνουν «ψυχικά» στους άντρες του χωριού, από τα φονικά για λόγους τιμής ή για ζωοκλοπή ή για το τίποτα μέχρι την καρότσα που έσταζε αίμα από τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών, λίρα το κεφάλι.

Ακόμα καλύτερα που δεν ξέρουμε σε ποιους πραγματικούς ανθρώπους αντιστοιχεί τι απ΄ όσα γράφει ο Κακαράς. Έτσι αυτό που μένει είναι αυτό που κυρίως μετρά αφού οι άνθρωποι φεύγουν: Όχι τόσο οι ίδιοι αλλά οι καταστάσεις που δημιούργησαν, τα σημάδια που άφησε η ζωή τους, τ’ αποτελέσματα από τις πράξεις τους.

Δεύτερον: Διάβασα τις «Βελανιδιές» χωρίς να προσδιορίσω τις γυναίκες που αναφέρονται. Πριν ένα μήνα ένας πραγματικά αξιόλογος νεαρός ιστορικός, ο Ιάσωνας Χανδρινός, μου άφησε για διάβασμα την αδημοσίευτη μεταπτυχιακή σεμιναριακή του εργασία με τίτλο: Αθηναϊκός Σύλλογος Οικογενειών Πολιτικών Εξορίστων και  Φυλακισμένων 1958-1967. Ο αγώνας για την αμνηστία στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’60. Αργά χθες βράδυ ξαναδιάβαζα τις «Βελανιδιές» και μια φράση για τη Μενεμένη μου έκανε «κλικ»:  Η περιγραφή της την ώρα που την πιέζουν να κάνει δήλωση ενώ ο πατέρας της είναι εξορία και την αποκαλούν «αναρχοκομμουνίστρια» επειδή δεν κάνει. «Η Μενεμένη στητή μ΄ εκείνη την κοτσίδα την παλιομοδίτικη που τρέλανε τον άλλον, κι ακόμα χαμένο τον έχει το νου του δηλαδή…» Προσέτρεξα στο παράρτημα του δακτυλότυπου με τις αδημοσίευτες φωτογραφίες. Κι εκεί, συνδυάζοντας κοτσίδα και όνομα, βρήκα τη μια απ’ τις δυο Βελανιδιές μαζί με τα παιδιά της Χορωδίας του Συλλόγου, την Αλίκη Παπαδομιχελάκη, την Πηνελόπη Κυριακίδου, τη Νίτσα Λουλέ, το Θανάση Παπαρήγα: Βρήκα τη Βάλια Παπαγιάννη…

 

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

 

Επιτρέψτε μου να κλείσω καθόλου πρωτότυπα, παραφράζοντας τα τελευταία λόγια που είχα πει το 2010 στην παρουσίαση του δεύτερου και τρίτου βιβλίου της τριλογίας. «Ο Αντώνης Κακαράς έχει ήδη κυκλοφορήσει δυο έργα σημαντικά στον τομέα τους, Το πολεμικό Ναυτικό στη Δικτατορία 1967-1974 και το τρίτομο Οι Έλληνες Στρατιωτικοί, Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί στη Μεταπολεμική Ελλάδα. Σε συνδυασμό με την τόσο ζωντανή και εξίσου σημαντική, κατά βάση αυτοβιογραφική αλλά και μυθοπλαστική του τριλογία, μπορούμε να προσδιορίσουμε και να οριοθετήσουμε πλέον τον κύριο ρόλο του. Όχι μηχανικού ή αξιωματικού, αλλά αυτόν που του απένειμαν σχεδόν μισό αιώνα πριν στα καψόνια των πρωτοετών της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων: Ρόλο δραγάτη στα αμπέλια της πιο πρόσφατης νεοελληνικής ιστορίας, με αφηγήματα μνήμης, λήθης, άρα και νοσταλγίας μύθων, λόγου και πράξεων, να διώχνει εκείνους που ανέξοδα και από σχετικά ασφαλή πλέον χρονική απόσταση επιχειρούν με τέτοιο πάθος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, την αναθεώρηση της.»

 

Σήμερα, κρίσιμη ώρα  για μάχη και για ζωή, αυτό πραγματικά και  ουσιαστικά μας στηρίζει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: