Βιβλιοπαρουσίαση Παπαοικονόμου «Οι Φρουροί της Συκαμινιάς»

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΕΛ 21/5/2012

ΟΙ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΣΥΚΑΜΙΝΙΑΣ

( Α.Κακαρά)

Με το συγγραφέα είχα τη χαρά και την τιμή να συναντηθώ μ’ αφορμή την παρουσίαση των βιβλίων του «Off Shore αγάπη μου» και το «Αλιώρι» που αποτελούσαν μέρη της τριλογίας του με πρώτο έργο το «Όξω απ’ τ’ αμπέλια ρε». Τότε μου εμπιστεύθηκε τη ζηλευτή θέση να είμαι ομιλητής μαζί με την Κα Βαλαβάνη και το δημοσιογράφο Δελαστίκ. Η ομιλία εκείνη αποτέλεσε τη βάση ενός άρθρου στα Θέματα Παιδείας, 39 (2009) σελ. 138-140.

Το τελευταίο του βιβλίο «Οι Φρουροί της Συκαμινιάς» συγκεντρώνει σ’ ένα τόμο διηγήματα με το γνωστό του γλαφυρό τρόπο και με τον ίδιο τύπο γραφής που τόσο μας ξάφνιασε και μας εντυπωσίασε από τα πρώτα του κιόλας βιβλία. Εξωτερικά συνεχίζει στη μορφή που αποτελεί ιδιαιτερότητα στα ελληνικά γράμματα. Ένα συμπαγές σώμα λόγου που ρευστό κυλάει άλλοτε αργά σαν βέρος νικαριώτικος μύθος, κι άλλοτε βίαια χωρίς ανασασμό, σαν το μπουρίνι που χτυπά τις στέγες των  νησιώτικων σπιτιών. Μόνο με τον τρόπο γραφής τού Σαραμάγκου μπορεί να συγκριθεί αυτός ο τρόπος γραφής. Φαίνεται πως η ανάσα τού συγγραφέα παραμένει συμπιεσμένη σαν την ανάσα των βουτηχτάδων που ψάχνουν στους βυθούς γαλάζια μαργαριτάρια σε στρείδια που εκβάλλουν τη θαλάσσια εμπειρία τους με μια μόνο εκπνοή.

Σ’ άλλους βυθούς μαγεμένος ο Α. Κ. μας προσφέρει με μιας τα πλούτια του, χωρίς υστεροβουλίες και στείρους υπολογισμούς, απλόχερα και γενναιόδωρα μας μπάζει στον κόσμο του που τον ξεγυμνώνει από τα περίσσια στολίδια.

Λιτός, σχεδόν δωρικός, μας αφήνει να χαρούμε μαζί του τους τόπους της δικιάς του περιπέτειας στη ζωή. Εκείνο όμως που κυριαρχεί και κλέβει την παράσταση είναι το νικαριώτικο πλαίσιο ζωής με τις ιδιαιτερότητες και τις εκκεντρικότητές του που γνώρισε σαν σώγαμπρος στο τραχύ και συνάμα τρυφερό ακρητικό νησί του Αιγαίου. Όχι πως δεν τον συγκινεί και ο δικός του τόπος, η Γραβιά, ή τα συσσωρευμένα προβλήματα της άναρχης και πολλαπλά δοκιμαζόμενης Αθήνας. Και μη φανταστείτε πως περιγράφει σαν ταξιδευτής το οδοιπορικό του με περιγραφές τοπίων τύπου Κ. Ουράνη ή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Όχι, τον ΑΚ τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι κατά κύριο λόγο, σε άμεση όμως σχέση και συνάρτηση με το οικείο τους περιβάλλον. Οι ιστορίες της Νικαριάς θα μπορούσαν να είναι προέκταση των σωμάτων της τριλογίας του, τοπία, ονόματα, φυσικό περιβάλλον σ’ όλη αυτή τη σουρεαλιστική συνάθροιση που μόνο ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπήσει με μια δόση μεφιστοφελικής ειρωνείας που μερικές φορές αγγίζει τα όρια του αυτοσαρκασμού. «Του καναπέ νοιώθω σαν έρχομαι στο  νησί σας, ενώ θα ‘θελα να ‘μαι Γκέκας, από τέτοια ράτσα θα ‘θελα να κρατάω, να μας υπολογίζετε τους σώγαμπρους γαμώ το κέρατό μου γαμώ, χαράμι τρώμε το ψωμί εμείς δηλαδή, αμάν πια!»

Είχαμε υποστηρίξει άλλοτε ότι ο ΑΚ «είναι ένας οργισμένος άνθρωπος όταν γράφει». Αυτή του η τότε οργή στο βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, έχει γίνει σοφία, γνώση, κατανόηση του ρυθμού που ορίζει τον κόσμο που αντιμάχεται ο συγγραφέας και οι ήρωές του, όχι βίαια και σπασμωδικά, μα ξεφλουδίζοντας αργά τους καρπούς της εμπειρίας του μας αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα των αντιθέσεων και των προβλημάτων τους. Η φτώχεια, η περιθωριοποίηση, η αγωνία της επιβίωσης, το μίσος των χορτάτων και η επιμονή των πεινασμένων, όλα σ’ ένα μπερδεμένο κουβάρι με χιλιάδες κόμπους και αδιέξοδα που ο συγγραφέας με στωική, αν και υλιστής, υπομονή μάς λύνει και μας ξεμπερδεύει με χαριτωμένες γλαφυρές λύσεις που μας κρατούν συγκινημένους και κάποτε χαρούμενους. (σελ. 100)

Ο ΑΚ λοιπόν στο βιβλίο του αυτό έχει εξελιχθεί σ’ ένα χαριτωμένο παραμυθά ζωντανών περιστατικών ή διηγήσεων όπως τις αφουγκράζεται στα καφενεία, στα λεωφορεία, στις συνάξεις, είτε σαν νόμιμος συνομιλητής είτε σαν λαθρακουστής άλλων. Αυτές τις στιγμές, σαν άλλος Φλωμπέρ που με τα ίδια τεχνάσματα των βιαστικών σημειώσεων σε καφενεία και σαλόνια αυτός, μας καταθέτει στους «Φύλακες της Συκαμινιάς» με τη ζωντάνια και την αμεσότητα της ίδια της καθημερινότητας. Τον νοιώθουμε να παρατηρεί πονηρά από μια γωνιά την commedia de l’ arte της ίδιας μας της ζωής με τις αντιφάσεις και τις εκτροπές της που παρ’ όλες τις δυσκολίες της σπρώχνει μ’ όλες της τις δυνάμεις το όχημα με τα όνειρα των δοκιμαζόμενων ανθρώπων, γιατί ο συγγραφέας παραμένει άγγελος της δικαιοσύνης που κραδαίνοντας τη ρομφαία της αλήθειας, της καθημερινής συχνά πεζής αλήθειας, των ανώνυμων μαχητών της βιοπάλης και του ασίγαστου ταξικού πολέμου κόβει, προσπαθεί τουλάχιστον να κόψει, στα δυο τη νύχτα που πυκνή θέλει να σκεπάσει την ανθρώπινη ιστορία. Το αν τα καταφέρνει αποτελεί και υπόθεση του κάθε αναγνώστη που ερμηνεύει την ίδια του προσωπική περιπέτεια μέσα από τις εικόνες, τις περιγραφές, τα νοήματα και τη λεπτή ειρωνεία, το σαρκασμό του ΑΚ. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ιστορίες του έχουν τη μορφή εισιτηρίου σ’ ένα μονόπρακτο με ατάκες και λέξεις συχνά σπάνιες της ντοπιολαλιάς του, γιατί οι λέξεις δεν είναι τίποτε άλλο από το λίπασμα της γνώσης.

Οι ιστορίες αυτές συγκροτούν ένα μικρό οδοιπορικό της μνήμης σε τόπους κλειστούς και ανοιχτούς συνάμα όλο χυμούς και ξεμυαλίσματα και σκιαγραφούν ανθρώπους την ίδια την ουσία της μικρής κοινωνίας της μικρογραφίας των όσων συμβαίνουν ακόμα παντού στη μικρή και τη μεγάλη πατρίδα. Ο ΑΚ καταγράφει σαν τους παλιούς μινιατουρίστες του μεσαίωνα τον κόσμο που τον ανέστησε και τον αναγεννά μόλους εκείνους τους ιριδισμούς των χρωμάτων που κάνουν να λάμπουν στο μυαλό μας σαν τα πρωτογέννητα πλάσματα της δημιουργίας πουλιά και δέντρα και βουνά και θάλασσες κι άνθρωποι. Και δε φείδεται της ανεξάντλητης τρυφερότητας το πραγματικό αίμα των ηρώων των διηγήσεών του. Το σύνολο του βιβλίου περιέχει όλα τα στοιχεία μιας λαογραφικής προσέγγισης του χώρου και των ανθρώπων πέρα και πίσω από τη ζοφερή πολλές φορές πραγματικότητα. Ένα είδος χρονικό της ρέμπελης, ελεύθερης και ανυπόταχτης κοινωνίας της Νικαριάς που η ουσία της συμπυκνώνεται, άγιο νάμα, στη σχέση των ανθρώπων που διατηρούν την αρχέγονη ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη που δεν τη μόλυνε το καυσαέριο του «πολιτισμού» ακόμη κι όταν, όπως γίνονταν τότε και δυστυχώς επαναλαμβάνεται στις μέρες μας, ξενιτεύονται στο «Αμέρικα» στο «Αυστράλια» στον Καναδά. Όλα μοιάζουν μέρος ενός όλου που χωρίς του εξανεμίζονται, υφαντό λες υφασμένο στον αργαλειό της λαϊκής σοφίας. Ο ΑΚ δύσκολα κρύβει την αγάπη του για τις πεζούλες, τα δέντρα, τα χώματα και τα νερά τα ζωντανά και τα πρόσωπα τα χαρακωμένα στον άνεμο την άλμη και την ανέχεια καθρεφτισμένα στο γαλάζιο κάτοπτρο του Αιγαίου, από κει, δηλαδή, απόπου όλα έρχονται και φεύγουν σε μια πανδαισία περιγραφών ανείπωτης καθαρότητας ζωγραφισμένων με λέξεις λάμπουσες και στιλπνές, που ορίζουν την ψυχή του νησιού γιατί το νησί ή ο τόπος είναι ο μέγας πρωταγωνιστής του βιβλίου. Σ’ αυτό το πλαίσιο ειδυλλιακό και συνάμα αλύγιστο ψυχικό κόσμο ο ΑΚ κεντά με τις κλωστές τις άφθαρτες της τιμιότητας της ντομπροσύνης και του δίκιου τις μορφές των γυναικών της Νικαριάς, που υψωμένες στη στρατόσφαιρα της συνέπειας κανοναρχούν τη ζωή που δε θέλουν να σαπίσει στα λουσάτα σαλόνια και τα παλάτια της σύγχρονης φρίκης γιατί αυτές τις πιο πολλές φορές αρχόντισσες του νησιού χωρίς άνδρες, αφού τους εβασάνισαν η θάλασσα η φτώχεια κι η ξενιτιά, κρατούν την ψυχή του τόπου στα πυρωμένα τους μάτια. Κρατούν αυτές βαθιά τους «τα πράγματα που αρνούνται και δε θέλουν να πεθάνουν».

Αλλά ο ΑΚ δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτό. Η διαβίωσή του στην Αθήνα κι η σκληρή εμπειρία του εμπλουτίζει το περιεχόμενο των διηγήσεών του με την κόλαση της σύγχρονης, αδιέξοδης πραγματικότητας. Πρώτα και κύρια στέκεται με πικρία, αλλά και συγκρατημένη οργή, μπροστά στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη μεγάλη μας γειτονιά, τα Βαλκάνια, που διαλύθηκε από τις νατοϊκές επεμβάσεις, αποτέλεσμα των οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων και συνασπισμών που διαμέλισαν και διαμελίζουν κράτη και λαούς και μετατρέπουν τους αληθινούς ήρωες – πατριώτες σε στυγνούς καταδιωκόμενους τρομοκράτες. Υποψιασμένος, στρατευμένος πολίτης, δεν περιορίζεται σε επιφανειακές επιδερμικές ανούσιες καταγγελίες, αλλά με την αποδεικτική λογική του μας οδηγεί, «ανεπαισθήτως», στο βάθος των προβλημάτων, αφήνοντάς μας την επιλογή της οργής και της εξέγερσης.

Το ίδιο ευαίσθητος παρουσιάζεται στα σύγχρονα ζητήματα της ξενοφοβίας και του ρατσισμού έτσι όπως αναδύονται μέσα από το διάλογο (σ. 83) δύο εκ διαμέτρων αντίθετων συνομιλητών: Από τη μια η ξενόφοβη φανατική αποδόμηση του ηθικού κώδικα συμπεριφοράς και από την άλλη ο ήρεμος ανθρώπινος λόγος που αναδομεί  στέρεα τη διαφορετικότητα, τον πλούτο δηλαδή του ανθρώπινου πολιτισμού μ’ ένα χαρακτηριστικό καυστικό, ειρωνικό τρόπο που αναδείχνει τις βαθύτερες αιτίες αυτής της αντίθεσης. Σ’ ένα πολύχρωμο πολυεθνικό περιβάλλον που λειτουργεί ενιαία, παρά τις διαφορές και τις παραδοξότητες, η όσμωση ανθρώπων και πολιτισμών δημιουργεί μια νέα- έστω και μέσα στη νοσηρότητά της- πραγματικότητα, όπου η ανθρώπινη αλληλεγγύη εκδηλώνεται ποικιλότροπα αντιπαλεύοντας με όπλα τη συγκατάβαση, το χιούμορ και το χαμόγελο, το στείρο και κτηνώδη ρατσισμό.

Δε θα μπορούσα να κλείσω χωρίς να σταθώ στην τρυφερότητα του ΑΚ μπροστά στον ερχομό μιας νέας ζωής του βλασταριού του βλασταριού του. Με πόση λεπτότητα γράφτηκαν οι γραμμές αυτές το μαντεύω από την άχνη των δακρύων ευτυχίας και ευθύνης των λέξεων και των γραμμών και μόνο γι’ αυτήν την τρυφερότητα, που δεν την υποψιάζεσαι από τα μέχρι τώρα γραπτά του, αξίζει να γίνει παράδειγμα για κάθε πατέρα άντε και ….παππού.

Τέλος θα ‘θελα να μοιραστώ μαζί σας την προσπάθεια επίλυσης του διλήμματος των «Φρουρών της Συκαμινιάς  (Ορθές δοξασίες και πάνω τούρλα)». Αλήθεια ποιοι είναι οι φρουροί και γιατί φυλούν το μαγικό του ΑΚ δέντρο; Από τον πρόλογό του ο συγγραφέας πάνω στο θέμα δεν ξεκαθαρίζει μα έντεχνα θολώνει περισσότερο το ερώτημα. «Φύλακες της συκαμινιάς είναι αυτοί που ο καθένας μας θεωρεί τέτοιους». Όμως στο θέμα του συμβολισμού της ίδια της συκαμινιάς ο Κακαράς είναι πιο σαφής. « Θα μπορούσε να είναι οι ηθικές αξίες και παραδόσεις μας ως λαού, οι ιδιαιτερότητές μας, τα όνειρά μας, οι βλέψεις μας, τα όσα θεωρούμε ως θέσφατο όχι όμως εκ θεού προερχόμενο αλλά από τη συμπυκνωμένη πείρα, την αναλλοίωτη πίστη στο αλάθητο της συλλογικής μνήμης».  Μόνο με τις «Θερμοπύλες» του Καβάφη μπορεί να συγκριθεί αυτός ο συμβολισμός «τιμή σε εκείνους όπου στη ζωή των όρισαν να φυλάττουν Θερμοπύλες» αλλά και μ’ αυτόν «τον κόσμο τον μικρό το Μέγα» του  Ελύτη και την «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου παραλληλίζονται οι «Φρουροί». «Οι Φρουροί της Συκαμινιάς» είναι αυτοί που φυλάττουν Θερμοπύλες, αλλά κι αυτοί που θα προσεγγίσουν την ανάγκη των Φρουρών για να τους αντικαταστήσουν ενδεχομένως. Αυτό το διαλεκτικό δίπολο του ΑΚ το αποδίδει τόσο παραστατικά με τους φρουτοκλέφτες και τον Μπάρμπα Χαρίλαο- τι σημειολογικός συνειρμός στ’ αλήθεια- που αποτελεί πιστεύουμε καθοριστικό συμβολισμό για όλους: Ήρωες και αναγνώστες μήπως δεν είναι το ίδιο; Τέλος παραφράζοντας ένα πολύ γνωστό ποίημα του Καβάφη «Ήδη θα το κατάλαβες» οι Φύλακες της Συκαμινιάς «τι σημαίνουν».

 

Γιάννης Παπαοικονόμου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: