Και άλλες συνταγές (που χρειάζονται όμως δουλειά!)

ΠΕΤΙΜΕΖΙ-  (ΕΘΙΜΑ)

 

Του πητιμέζ… Βγάζαμει μούστου, φρέσκο μούστου τς μέρας, να μην είνει ημερών… Βγάζαμει απ’ του κρασί αυτό του φρέσκο και του παίρναμει κι έβραζε και ρίχναμει και λίγ’ στάχτ μέσα κανά δυο χούφτης κι έπαιρνιε μερικές βράσεις και του κατεβάζαμει. Ρίχναμει και λίγο νηρό μέσα, κανά δυο οκάδεις νερό και τ’ αφήναμει. Τν άλλ μέρα του σουρώναμει… Κατακαθότανει η στάχτ’ κάτ κάτ… Στραγκάγαμε του κρασί σ’ άλλυ καζάν και του βάναμει κι έβραζει. Ε βέβαια έβραζει, έβραζει, έβραζει…. τώρα του πετιμέζι του χρησιμοποιούσαμει και για γλυκά, κι για να ‘χουμει να τρώμει. Και να τρώμει έτσ, να κρατάμει και να τρώμει… Τι γλυκά σερβίραμει τότει;  Μπακλαβά. Τ’ Αϊ Γιαννιού, ειγώ απ’ τ’ Αϊ Βασιλιού κράταγα και πέρναγα. Όποιους δεν ήθελει έκανει τουλούμπης. Ή κουραμπιέδες… Πιο πολυτελείας τότε εννοούσαμι τουν κουραμπιέ.

Πόσων ειδών πίτες υπάρχουν; Ειμείς τν λαχανόπτα και την τυρόπτα την τρώμε… Τυρόπτα, κολοκυθόπτα,  κι με πίγουλ φτιάναμι… Βράζουμει τ’ πίγουλι ρίχνουμει μέσα τρία αυγά και σε κάθε φύλλου ρίχνουμι από λίγου, γεμίζαμει με τ’ μοιρασιά και μετά ρίχναμει λίγου…

Τ’ Πρωτουχρονιά γινόντσαν δύο μπακλαβάδες. Ου καλός που ‘τανε μη ζάχαρ κι ου δεύτερους με του πετμέζ … Καθάρζα τα καρύδια, έπαιρνα ένα καλό ταψί, του μεγάλο ταψί, του δεύτερυο με καμπόσα μαύρα, όχ πολύ καρύδ και του τρίτου με τα πιο χειρότερα και κανά δυο παξμάδια μέσα και του πετμέζ. Νόστιμους γινότανει και με του πετμέζ…. Θμάμαι μια φορά μ’ έστειλ’ η γιαγιά μ’ να πάου τς μπακλαβάδεις στα σπίτια στς κουμπάρους.  Γιατί, ήταν συνήθεια να στέλνουμει μπακλαβάδες στ’ συγγενείς και στς κουμπάρους.

Η γιαγιά μ’ η Παπαδιούλαινα, η μάνα τς μάνας μ’, μ’ έστειλει να πάου μπακλαβά σε δύο σπίτια, στου νονό τ’ θείου μ’ τ’ Χρήστου – ήτανει κεί κοντά του σπίτι τ, Στακομήτσος λεγότανει – …. Και στν κόρη τ’ αυτουνού. Τν μάνα τς Κούλας τς μουγκής… Λοιπόν, κι αυτή νκοκυρά ήτανει, αλλά η γιαγιά μ’ έδινε μπακλαβά με ζάχαρ τώρα καλοφτιασμένο. Με ζάχαρ… Και θμάμει τώρα πήγα στν Χρυσάνθη, έτσ τν λέγανε αυτήν, μ’ δίν… μ’ γέμσει ένα – τι ήταν τώρα εκείνου, κατσαρόλα ήταν, δεν του θμάμει – και βάν τα χέρια τς και παίρν του ένα του κομμάτ μπακλαβά, σα να τουν έβγαζε από μέσα απ’ του πετμέζ κι έσταζαν τα πετμέζια – κάτ’ μεγάλα κουμμάτια ουραία – του πήγα τς γιαγιάς μ’ και λέει «Χαράμσα τουν μπακλαβά που τς έδωσα.» Που στέλναν τα πετμεζένια…

– : Και της γυρίζανε αυτουί πετμεζένια ενώ τους πηγαίνατε… Ε τότε γιατί τους πηγαίνατε;

Η ΜΑΝΝΑ : Ε ήταν παιδί μ’ έθιμο να πας στν κουμπάρα, να πας στ’ συνφάδα, να πας… Εσύ δεν πάαινες στου νουνό σ’ τουν Κανέλο; Δεν πάαινες μπακλαβά και στουν άλλον τουν Παπαβασιλείου; Εισύ δεν τα θμήθκεις; Πως δεν πάαινες, πάαινες. Και σ’ δίνανει και τς κλούρες, κάτι κουλουράρες – μαζεύαμει δώδεκα δεκατρείς κλούρες.

– : Και μου δίναν και τι άλλο μάννα;

Η ΜΑΝΝΑ : Λεφτά, ε ανάλογα τουν μπακλαβά. Με τν Πανώρια αλλάζαμει… τν Αλεξάνδρα… βάζαμει με τν μάνα μ’ του Κανέλου, του Παπαβασιλείου… Θμάμει όταν βάφτισει ο μακαρίτς ο πατέρας τ’ Νούλα τ’ Σταματίου απ’ τν Σουβάλα – εγώ ήμνα στν Θεσσαλονίκ δεν ήμνα στα βαφτίσια – κι όταν πρωτουήρθει η Σταυρούλα – η μάννα τς – με του μωρό στα χέρια τς στ’ Γραβιά κι έφερει μπακλαβά, έφερει του να, τ’ άλλου και του Πάσχα έφεριε μία πλάτ’ κρέας. Την πλάτ’ απ’ τ’ αρνί… Ψημένο. Αυτοί πάλι έχουνει έθιμα, οι Σουβαλιώτες. Όσα κορίτσα είν’ τ’ σπιτιού, τόσεις πλάτες θα πάνει στν μάνα τς. Ας πούμει τώρα η μάνα μ’ έχ’ τρία κορίτσα; Του Πάσχα θα τς πάμει κάθε μία από μία πλάτ απ’ τ’ αρνί… δεν του χουμε ειμείς σαν έθιμο στου χωριό. Επίσης μια Σουβαλιώτσα είχε εφτά κορίτσα και πέντε αγόρια. Δώδεκα πειδιά. Εφτά πλάτες, λέει, πάγαιναν στου…  στ’ μάνα τς, δε θμάμαι…. Εφτά πλάτες. Ολόκληρα αρνιά…

– : Ώστε δεν τον θυμάσαι το Νικηφόρο, μάννα ε; Τι είχες ακούσει; Δεν είχες ακούσει, δεν είχες ακούσει γι’ αυτόν τίποτα;

Η ΜΑΝΝΑ : Είχα ακούσ’ ότι, όταν ήταν ο πατέρας σ’ φυλακή, θα πάει ο Νικηφόρος να τς βγάλει στη Λειβαδιά απ’ τη φυλακή…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ   : Εγώ δε μ’ έβαλε η μάννα στου κρεβάτι μου γιατί δεν ήθελα.

ΜΕΝΕΜΕΝΗ : Δεν είπα εγώ τέτοιο πράγμα.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ    : Εγώ δε θέλω να κοιμηθώ. Θέλω να φάω αυτό που τρώτε ‘σείς.

– : Στέφανε πόσο ετών είσαι;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ   : Τι;

– : Πόσο χρονών;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ   : Εμ… δεν κθέρω.

– : Για μέτρα…

 

Advertisements

Ετικέτες: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: