Ο Χορός της Μάνας!

ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΤΟΣ …!!

 

Στη μια στροφή χτύπαγε τη γη με την ανάστροφη, «εσύ φταις» σα να της έλεγε με την άγρια χειρονομία, στην άλλη όμως σα να διόρθωνε το προηγούμενο την ακούμπαγε φευγαλέα «όχι καλή μου, όχι, δεν τα ‘χω με σένανε, τι ‘μαι εγώ να τα βάλω μαζί σου» κι ορθωνότανε να συνεχίζει τους κύκλους, αψεγάδιαστη σε τούτη την κίνηση τη συγχρονισμένη με το ρυθμό, ποιος άκουγε τα λόγια του τραγουδιού, όλη η προσοχή δοσμένη σ’ αυτόν το χορό οικείο στ’ ακούσματα του κόσμου, περήφανος έμοιαζε τη μια, όμως μήπως απελπισμένος την άλλη, μπας και ξεχείλιζε μια λύπηση αφού έβγαινε στεναγμός κάθε τόσο και βαθύτερος, από κοντά εν τούτοις η ανακούφιση, άραγε θρίαμβος την επόμενη;

Κι ενώ αντηχούσαν ρυθμικά τα παλαμάκια απ’ τους γονατισμένους γύρω της, πλησίαζε με τα βήματα τα σταθερά χτυπώντας κάτω τα τακούνια της και σκύβοντας να υποκλίνεται, να πιάνει το κεφάλι του νέου στις παλάμες της και να φιλάει τα μαλλιά την άλλη τα μάτια του… όχι δεν ήταν του έρωτα χάδια, από κείνα φαίνονταν που μονάχα γυναίκες καρποφόρες ξέρουν να δίνουν στους καταδικούς τους, έτσι έδειχνε εκείνος με τις πλάτες τις φαρδιές και το στέρνο να φωλιάζουν κεφάλια γυναικών και παιδιών του! Ναι το παλικάρι!

Έφερνε τους γύρους εδωνά σάμπως να ‘ταν τ’ αποχωρισμού, και την άλλη μ’ άγρια χαρά και πάλι απ’ την αρχή, κάτι πολύτιμο έδινε, κάτι πιο πολύτιμο απ’ όλα! Και τι μπορεί να ‘ναι τούτονά έξω από κομμάτι της, τι άραγε για να χορεύει έτσι όπως κανείς άντρας δε μπορεί όσο ευνοούμενος της φύσης για να κινιέται και να λυγιέται στους ρυθμούς, στ’ ακούσματα τα μερακλίδικα ή τ’ αρχέγονα, ακόμα και στα ερωτικά, τα πολεμικά, τα άγρια;

Εν τάξει παιδί μου, έλεγε η κίνησή της, εν τάξει βλαστάρι μου, άιντε στο καλό τώρα αίμα της ψυχής μου, πάγαινε εκεί που σου λέει η καρδιά σου, έχεις πάντα μαζί σου και τη δικιά μου… και δώσ’ του με τον καημό και το κρυμμένο ποτάμι από δάκρυα να στριφογυρίζει χωρίς λάθος σε ξομολόγηση μοναδική, την κοίταζε ο γονατισμένος νέος, τη θωρούσε κι ο σύντροφός της όρθιος και καμάρωνε χτυπώντας και κείνος τις παλάμες του στο ρυθμό, «δικιά μου είναι τούτη ρε» σα να ‘λεγε ο ψαρομάλλης, «ναι ρε σεις, δικιά μου κι αυτή και το λεβέντη που χαρά μεγάλη έχουμε σήμερα μαζί με τ’ άλλο μας το μικρότερο, και κείνη η ψηλή με τ’ άσπρα δικιά μας γίνεται η νυφούλα, δεν ταιριάζουνε, τι λέτε σεις δηλαδή, το βλέπω γω, ναι το βλέπω γιατί είναι γυναίκα με τα όλα της, αμ πώς δηλαδή»!!

Τέτοια έδειχνε να λέει ο λεπτόκορμος που δε χόρευε παρακαλώ, φτέρωνε μέσα του για κείνη που μαζί της έχτισε τούτον τον άντρα τον υφιφανή που προσκύναγε του λόγου της κάθε λίγο αυταρχικά, κι απελπισμένα, κι ευτυχισμένα, αντάμα όλα τούτα και κανείς δεν ήθελε να λήξει αυτός ο χορός, κανείς σάς λέω!

Της χαριζότανε κι η γης και βόηθαγε να μην παραπατήσει, χαίρονταν οι γλεντοκόποι, γιατί πανηγύρι ήτανε τούτη η μάζωξη, όλοι είχαν κιόλας ξεδώσει με γυριστούς χαρούμενους, πολεμικούς και ξέφρενους χορούς, δεν είχε ματαδεί ο παρατηρητής τόσο κέφι, τόσο συγχρονισμό σ’ αυτούς τους Θρακιώτικους θριάμβους από μικρούς και μεγάλους, από ασπρομάλληδες και νιους, από παιδιά και θηλυκά όλο νάζι και μπρίο και … μνήμες να ξεφυτρώνουν απ’ την κίνηση!

Κοίταζε ο παρατηρητής τη γυναίκα και δεν έβλεπε τη μάννα ο ανίδεος, (Έτσι χορεύουν ρε οι γυναίκες στο γάμο των παιδιών τους για να ξέρεις, άσχετε, τον ταρακούνησε η δικιά του). Και κει τα κατάλαβε όλα, πονούσε η δόλια -μ’ όλη της την ευτυχία- πονούσε που της φεύγει μακριά ο γιος της, κι ας ήτανε αυτός χρόνια φευγάτος απ’ την εστία τους δουλευτής στα μέρη της καλής του, να μην πούμε για δαύτην τίποτις παραπάνω γιατί θέλγητρα θα υμνήσουμε, δε θα ζηλέψει ο δικός μας, αλλά κοιτάξτε τους πως ταίριαξαν… τι ζευγάρι είναι μωρέ παιδί μου να γλυκαίνεται ο κόσμος όλος, όρεξη είχε η φύση σαν τους διάλεξε να βρεθούνε, ν’ αγαπηθούν να σμίξουν, αφού…

Ναι, κάποιος είπε πως το ‘χουν κιόλας έτοιμο, καλά κάνανε, κι άλλες φορές τής πρέπει της καλοπλασμένης να καρπίσει, να κάνουν παιδιά, να χαιρόμαστε να τα βλέπουμε γαμώ το μου …

Μπράβο σας ρε ολουνών, μπράβο σου και σένανε μπερεκέτη άντρα, αδερφέ, άντε και στις υπόλοιπες τις χαρές σας με την ανθισμένη που ξενέρισε, τι κούκλα κι αυτή με τις στρογγυλάδες της τις γυναικείες, (σχώρα με Παναγία μου), αμ η νύφη, καλέ πρώτο πράμα… μωρέ κέφια στο ζύμωμα τα γονικά τους!!!

Advertisements

Ετικέτες: , , ,

Ένα Σχόλιο to “Ο Χορός της Μάνας!”

  1. ΣΠΥΡΟΣ Ο ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΑΣ Says:

    Ωραιότερη περιγραφή,μόνον ένας Παπαδιαμάντης θά επιχειρούσε..

    Εύγε καί πάλι ΕΥΓΕ…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: