Ένα βράδυ στο Φάρο, στον Κόκκινο Βράχο

΄΄Με θέλεις; Σε θέλω!΄΄

Τον είχε ρωτήσει η νύφη του, Μα πώς έμαθε δεκαεπτά χρονών να κάνει ενέσεις και δεν ήξερε να της απαντήσει, οπότε σαν του δόθηκε η ευκαιρία, Τικώ, ρώτησε, πώς κι ήξερες να κάνεις ενέσεις του Αντώνη, Ξέρεις, του απάντησε, τότε είχαμε το Dame a la buffet με την ΕΠΟΝ, το ’46, ’47 ξέρεις, Όχι, Τικώ, δεν ξέρω, τι πράμα ήταν αυτό και τι σχέση έχει με τις ενέσεις, Να, τις ενέσεις τις είχα μάθει νωρίτερα από μια νοσοκόμα που ρχότανε στο Μηλιωπό από το Μαγγανίτη να τις κάνει σ’ έναν του χωριού που αρώστησε, κι η δόλια ψόφια στην κούραση είπε, Πρέπει να μάθει κάποιος από δω για να μην έρχομαι τόσο δρόμο, κι έτρεξα γω κι έμαθα δεκαπέντε χρονώ που ‘μουνα… αργότερα με τη φυματίωση του Κωστή του Δάρα, ξέρεις τώρα, Τικώ, πες μου τη συνέχεια, να χαρείς, Να, ερχότανε ο γιατρός για το φυματικό, Ποιος ξέρει να βαράει ενέσεις, ρώτησε, Εγώ γιατρέ, του ‘πα, αλλά μόνο στο μπράτσο, όχι … πίσω, οπότε αυτός λέει, Στο άνω αριστερό ή δεξιό τεταρτημόριο του γλουτού και τέλος, Μα τι είναι αυτό το τεταρτημόριο του γλουτού, τον ρώτησα και μου εξήγησε, έτσι έμαθα…
Ε, και, με το τσιγκέλι βρε Τικώ, Καλά, καλά, όταν ο Αντώνης μου έπαθε στη σπονδυλική του στήλη, εγώ έτρεχα νύχτα στο φαράγγι και του κανα τις ενέσεις, κι ας μη μ’ άφηνε ο κύρης μου, η μάνα μου με υποστήριζε, Μας μπέρδεψες τώρα, πώς κι έκανες εσύ κορίτσι πράμα τις ενέσεις σ’ έναν αντάρτη, δεν μπορεί, τον ήξερες από πρώτα, Μας σας το ‘πα, Όχι, Τικώ, δεν μας το ‘πες, λέγε και μας έσκασες, Να, στο Dame a la buffet γνωριστήκαμε σαν γυρίσαμε από την Αντίς Αμπέμπα, Από πού είπες ρε Τικώ, από ποια Αντίς Αμπέμπα, Καλέ από την Αιθιοπία, μας είχανε πάει στην περιοχή αυτή απ’ το Χαλέπι μέσω Σουέζ τότε το ’43, μας βάλανε σ’ ένα στρατόπεδο και τους άντρες σ’ άλλο, στα σύρματα όπου είχανε και τα ξαδέρφια μου δεκατριώ και δώδεκα χρονώ, αλλά η θειά μου η Θυμιά, γλίστρησε κάτω απ’ τα σύρματα, τα πήρε μαζί της και τα γλύτωσε, μετά όμως σα γυρίζαμε στην Αθήνα σκοτώθηκαν και τα δυο τους, ούτε έφηβοι δεν ήτανε και τα σκοτώσανε πριν καλά καλά βγουν από το καράβι, στα Δεκεμβριανά μάλλον, ευτυχώς που ο αδερφός μου είχε πάει στο Κονγκό όπου γλύτωσε μετά απ’ τους αντάρτες του Λουμούμπα, επειδή φερότανε καλά στους μαύρους, ενώ οι άλλοι όχι και τους σφάξανε, δε θα γλύτωνε θαρρώ κι ο αδερφός μου εδώ με τα δεκεμβριανά, γι’ αυτό σου λέω για το Κονγκό, άσε παιδί μου, τι να πρωτοθυμηθώ…
Μα πώς και βρεθήκατε στην Αιθιοπία, Άκου να δεις, μας είχανε αναμαζέψει από Συρία καθώς και τους άντρες από την Ασμάρα, όπου είχαμε φτάσει από την Τουρκία, εκεί μας είχανε στοιβάξει μετά τη Σμύρνη σαν περάσαμε από τη Νικαριά απέναντι και αφού μείναμε πρώτα εννιά μήνες σε στρατόπεδο Τούρκικο, μας προώθησαν στη Μέση Ανατολή, να έτσι πήγαμε στην Αντίς Αμπέμπα μέσω Σουέζ, Και καλά ρε Τικώ, στην Τουρκία πώς είχατε φτάσει, Πέθαινε κόσμος και στα νησιά με την πείνα, δεν έφτανε το φαΐ για τόσους πολλούς που ‘μασταν στην οικογένεια, ήρθε και μια θειά μου με δυο παιδιά, οπότε ο πάππος με τον πατέρα μάς φόρτωσαν στη βάρκα του, που μ’ έναν ανεψιό του πήρε πίσω απ’ τους Ιταλούς στο Καραβόσταμο όπου τις φρουρούσαν – πήγε μια κοπελιά κι έπιασε κουβέντα με το σκοπό, ώστε να μην πάρει χαμπάρι – οπότε το ίδιο βράδυ, που δεν είχε και φεγγάρι, ξεκινήσαμε και βγήκαμε απέναντι…
Τικώ, πώς τα καταφέρατε; Περίμενε μη βιάζεσαι, ευτυχώς πέσαμε σε φυλάκιο με Τουρκοκρητικούς, αλλιώτικα θα μας σκότωναν, να, όπως φάγανε τον… να δεις εσύ, οι παλιότεροι εκεί στα παράλια δε μιλάγανε τούρκικα αλλά κρητικά και μας φρόντιζαν, αμέ πώς, αλλά τα παιδιά τους γνώριζαν τούρκικα, Βρε καλή μου, πώς περάσατε κοντά εξήντα μίλια τόσοι άνθρωποι σε μια ψαρόβαρκα, Να σου πω, τα νερά που έμπαζε η βάρκα συνέχεια τα ‘βγαζε μ’ έναν κουβά ο θειος μου, κι ο παππούς με τον πατέρα μου τράβαγαν κουπί και φτάσαμε, ορίστε έτσι βγήκαμε, πώς να γενεί δηλαδή αλλιώτικα, σήμερα πώς περνάνε δώθε τόσοι πρόσφυγες και πνίγονται οι μισοί όμως, εμείς δεν πνιγόμασταν καίτοι δεν είχαμε μηχανές, αλλά ούτε φουσκωτά, ούτε παλιανθρώπους να τα τρυπάνε να βουλιάζουν όπως τώρα, τραβάγανε κουπί όλη νύχτα και να ‘μαστε, βάρδα μην πέφταμε σε φυλάκιο με γερμανόφιλους ήταν ο φόβος, είχες πενήντα πενήντα πιθανότητες και γλύτωνες όπως εμείς, μας δίνανε γάλα, ψωμί, αλεύρι, κι εμείς ό,τι είχε ο καθένας, χρήματα, κάνα παλτό, ανταλλαγές γινόντουσαν, κάναμε και μεροκάματα σε κήπους, σκάβαμε, μαζεύαμε καρπούς, μας φίλευαν ό,τι υπήρχε, φαγητό χρειαζόμασταν και προχωρούσαμε μέχρι που φτάσαμε στη Συρία…
Τους άντρες εκεί τους μάζεψαν χώρια για το στρατό, τα παιδιά πάνω από δώδεκα τα δώκανε στο ναυτικό, εμάς μας μάντρωσαν σε στρατόπεδα, έτσι γίνηκε, Και τον Αντώνη Τικώ, τον Αντώνη πότε και πού τον γνώρισες και του ‘κανες κι ενέσεις κορίτσι πράμα, Κοίτα να δεις, γινόντουσαν τα Dame a la buffet από τα παιδιά της ΕΠΟΝ, το είπαμε, Δεν είπαμε Τικώ, τι ήτανε τούτα, πες μας επιτέλους, Ήτανε γλέντια, πάρτυ, πώς το λένε, πηγαίναμε η νεολαία και χορεύαμε, Το 46, ’47 γινόντουσαν πάρτυ στη Νικαριά με νεολαία, τι μας λες τώρα να χαρείς, Γιατί, καλέ, να μη γίνονται, έτσι μάζευε η οργάνωση χρήματα κι έκανε τη δουλειά της, με τα πάρτυ, κόβανε το λουκούμι στα τέσσερα και βάζανε λίγο κρασί σ’ ένα ποτήρι από ‘που πίναμε ο ένας μετά τον άλλον μια γουλιά, αυτό γινότανε και μετά σα φώναζε κάποιος Dame a la buffet χορεύανε τ’ αγόρια με τα κορίτσια ταγκό, βαλς και τέτοια, τα περισσότερα παιδιά όμως δεν είχανε ούτε τις δυο δεκάρες κι όταν φώναζε ο άλλος για το χορό, κάνανε συμφωνία με τις ντάμες τους να μην πάνε στον μπουφέ, το ‘πιασες;
Πες μας επιτέλους, για τον Αντώνη, Να, ¨Με θέλεις, Σε θέλω¨ κι αυτό ήτανε, Τικώ… Καλά, καλά, με είχε από νωρίτερα πλησιάσει, όχι μόνο μια φορά και με ρώταγε, αλλά εγώ έλεγα όχι, όχι γιατί δεν τον ήθελα, η ψυχούλα μου ξέρει πόσο τον λαχτάραγα, αλλά δε γινότανε με τη μία να πω το ναι, στο χορό όμως με ξαναρώτησε, Με θέλεις, τι να πω, όχι, Σε θέλω, του ‘πα κι αυτό ήτανε, μετά βγήκε στο βουνό αντάρτης, τους πήγαινα φαγητό σαν ήταν στην περιοχή μας και σαν αρώστησε, του ‘κανα τις ενέσεις, κι όταν με φώναζαν στη διοίκηση και με ρώταγαν για τον Αντώνη – γιατί κάποιος τους σφύριξε πως τον γνώριζα τον καλό μου – εγώ δεν τους μαρτύραγα τίποτα, κουβέντα δε μου ‘παιρναν να χτυπιούνται κάτω, σιγά μη μαρτύραγα, κι αυτοί έδερναν τη μάνα μου, αλλά όσο και να πονούσε δε μίλαγα, το ’55 σα φύγανε η ομάδα για έξω, τους ακολούθησα κι εγώ αργότερα… κάναμε με τον Αντώνη μου τρία κοπέλια, να, τούτα τα δυο που ακούνε τώρα και τη Βασούλα μου που ‘ναι στην Αθήνα και θα ‘ρθει την Πέμπτη, εκεί λοιπόν στο Dame a la buffet του είπα σε θέλω….
Σε κοίταζε στα μάτια η Τικώ σα μίλαγε, κι όταν κελάηδαγε για τ’ αντάρτικα μα και τ’ αγαπησιάρικά της με τον Αντώνη, χαμογελούσε, όχι σαν τη Μαντόνα τη μυστήρια μα πολύ πιο γλυκά, και για να ξέρετε, όλες οι γυναίκες στον Κόκκινο Βράχο σε κοιτάνε στα μάτια, ανεξάρτητα ηλικίας, και χαμογελάνε, ακόμα κι αν δε θένε τίποτα από σένα, κι έτσι θες δε θες μαθαίνεις να κάνεις το ίδιο και γίνεσαι… ανθρωπινότερος.
Να δείτε σεις που κι οι ξενόφερτοι γλυκαίνουν στον τόπο τούτο, να σας ειπώ για προχθές που πέρναγε μία γεματούλα με τη μοτοσικλέτα, Εγγλέζα ήτανε, τώρα θα πείτε πώς το ‘ξερα τουτονά, δεν το ‘ξερα αλλά έτσι προτιμούσα να ‘ναι, γιατί μ’ αυτό της το χαμόγελο μού ‘ρθε να σχωρνάω από κείνους τους καταχτητές μονάχα τις γυναίκες τους να πούμε, για ό,τι μας έχουνε κάνει οι αφεντάδες τους οι κερατάδες, κι επειδής γέρασα και δεν προκάμω να πάρω γδικιωμό, μου ‘ρθε βολικό να ισοφαρίσω, τμηματικώς δηλαδή, με το χαμόγελο. Παραξενιά μου φάνηκε τούτο, μα να μην το πω;
Να μισώ όμως όχι, δεν το ξεπέρασα διόλου και δε θέλω, αλλιώτικα ό,τι κέρδισα με το χαμόγελο, θα το χάσω με το συμβιβασμό. Τέτοιο κακό έχω πάθει με τούτο το νησί και τις γυναίκες, τα σύκα και τις γάτες του, με δαύτην ακριβώς τη σειρά!
Όσο για τους βράχους τους κόκκινους και τα μυστικά που κρύβουνε καθώς κι οι πεζούλες του, φανερώνονται καθόλου σιωπηλά με τις πυρκαγιές, οπότε γίνεται το έλα να δεις από τις εκρήξεις, μοιάζουνε να ‘ναι κραυγές διαμαρτυρίας για τ’ άδικο το τοτινό αλλά και το σημερινό που μας ρημάζει.
Και ξυπνάνε οι μνήμες, όπως εψές βράδυ με την Τικώ και τον Αντώνη της το λεβέντη, που μας λείπει, όλοι εκείνοι μας λείπουν, πολεμιστές ήτανε, αγωνιστές ήτανε, όχι κιοτήδες, αυτοί θα ‘ξεραν τώρα τι να κάνουμε, αλλά σπορά και μαγιά καλή έχουν αφήσει, να, σαν και το χαμόγελο της συντρόφισσάς του, που τόσα κρύβει κι άλλα τόσα φανερώνει!!

Advertisements

Ετικέτες: , , ,

2 Σχόλια to “Ένα βράδυ στο Φάρο, στον Κόκκινο Βράχο”

  1. ΣΠΥΡΟΣ Ο ΠΡΟΒΟΚΑΤΟΡΑΣ Says:

    Οι ηρωικές πράξεις,οι πράξεις πού υπερβαίνουν τό καλώς εννοούμενο καθήκον,είναι αποδεκτές,ακόμη καί από τόν υπο-
    φαινόμενο,τόν υπηρετήσαντα ,εκ καθήκοντος,στήν απέναντι όχθη,
    από αυτήν τών ηρώων,τήν στρατιωτική επταετία 1967-1974.

    Αποκτούν δέ,αυτές οι πράξεις,ιδιαίτερη αξία,όταν περιγράφονται
    από τή γραφίδα ικανότατου συγγραφέα,ισάξιου ακόμη καί στό
    ύφος,τού παμμεγίστου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ…

    Μου αρέσει!

  2. Ένα βράδυ στο Φάρο, στον Κόκκινο Βράχο… Says:

    […] Περισσότερα εδώ […]

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: