Posts Tagged ‘Διήγημα’

Ο Τσαγκάρης που ‘ναι περήφανος για τη δουλειά του

Δεκέμβριος 16, 2015

Τα τακούνια και το Δέντρο των Χριστουγέννων

 

-Να πάρεις μια κότα…

-Μάλιστα,

-Να την ξεπετσιάσουν, πρόσεξε τι λέω, και να κόψουν και τον κώλο,

-Αποκλείεται, δεν παίρνω τέτοια κότα,

-Για το παιδί είναι όχι για σένα, κάνε τι σου λέω, πάρε και ψωμί απ’ το φούρνο,

-Εν τάξει,

-Και ένα γάλα, ένα μόνο, μπλε…

-Φεύγω,

-Περίμενε, πάρε και υλικά για τοστ, τυρί χωρίς λιπαρά και όχι καπνιστές βλακείες και τέτοια, θα το πετάξω,

-Τέλειωνε έχω δουλειά,

-Να πάρεις και ψωμί για τοστ πολύσπορο, όχι τις βλακείες που μου φέρνεις,

-Δεν μπορώ να ψάχνω μια ώρα να βρω το πολύσπορο, έχουν είκοσι ειδών κομμένα ψωμιά,

-Δεν έχουν είκοσι μόνο δέκα έχουν, όλο υπερβολές είσαι, φύγε. Τον κάλεσε μόλις ήταν έτοιμος να βγει απ’ το μαγαζί,

-Να μην ξεχάσεις και μπανάνες,

-Εγώ να μην ξεχάσω, εσύ δεν μου το ‘πες, άντε τώρα μην πω τίποτα,

-Και μη τυχόν σταματήσεις στο Βαγγέλη, μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι κάνεις, το νου σου. Σταμάταγε τελευταία στο καφενείο που τον περίμενε το ούζο που παράγγελνε περνώντας για τα ψώνια, στον Βαγγέλη τον Αλβανό, έτσι με ονομάσανε, Βαγγέλη,  το ‘πινε σχεδόν στα όρθια και νόμιζε πως δεν τον καταλάβαινε κείνη, στην αρχή δεν του ‘πε τίποτα, σαν το παράκανε του όρμισε, και τι να κάνει … αραίωσε τις επισκέψεις.

Γυρίζοντας βρήκε να βήχει τον έναν απ’ τα τσιλιβυθράκια, τον παρκάρισαν εκεί μην έχοντας άλλη λύση, και μια σακούλα με μπότες κι ένα ζευγάρι χαμηλά παπούτσια της καγκελοφρυδάτης που έπρηξε τη μάνα της τηλεφωνικά να μην τον πλησιάζουν, θα κολλήσετε και χαθήκαμε, και εντολή να την πάρει τούτος για οδηγίες.

-Λέγε, τη ρώτησε, τι θέλουν τα ρημάδια,

-Ποια ρημάδια μπαμπά,

-Τα παπούτσια που μου ‘στειλες,

-Α, το ένα ζευγάρι, οι μαύρες, είναι καινούργιες αλλά γλιστράνε και θέλουν τακούνια,

-Αυτό θα πω, τακούνια,

-Ναι αλλά όχι ψηλά, χαμηλά,

-Εν τάξει, χαμηλά,

-Και το ίδιο χρώμα,

-Τέλειωνε,

-Το άλλο ζευγάρι, οι καφέ, είναι δουλεμένες αλλά γλιστράνε, και θέλουν τακούνια προφανώς,

-Και προφανώς, δεν μπορείς να μου πεις και για τις δυο πως θέλουν τακούνια, αλλά προτιμάς να περιγράψεις και το χρώμα,

-Μπαμπά,

-Λέγε να τελειώνουμε κάποτε,

-Το τρίτο το ζευγάρι…

-Γλιστράει κι αυτό,

-Πώς το κατάλαβες, αλλά ίσως χρειάζεται και σόλες,

-Παιδάκι μου, αν βάλει σ’ αυτό σόλες, θα γίνουν άρβυλα,

-Κάνε τι σου λέω, Μπαμπά, ξέρει ο τσαγκάρης,

-Και γω ξέρω αλλά…

-Μπαμπά είπα, ξέρει ο τσαγκάρης, λοιπόν σ’ αφήνω, και του ‘κλεισε το τηλέφωνο, η μοσχομυρωδάτη, κι αυτός έβγαζε καπνούς απ’ τ’ αφτιά, Τρία ζευγάρια αρβυλοπάπουτσα που χρειάζονται τακούνια και τον έπρηξε, δέκα λεπτά χαμένα, σκέφτηκε και χαμογέλασε, πάλι καλά που χουμε και τέτοια.

Πήρε τη σακούλα και σταμάτησε στον κουρέα, πέντε ευρώ η φάση, ζήταγε κι έκοβε απόδειξη,

-Θωμά, για ποιον τσαγκάρη μου ‘λεγες τις προάλλες, ήταν δυο οι παπουτσήδες, ο ένας δίπλα στον άλλον,

-Βγάζουν μεροκάματο τώρα, αυτοί κι οι γυναίκες που επισκευάζουν ρούχα, ξέρεις,

-Ναι Θωμά, ξέρω, η κρίση τα ‘φερε στην επιφάνεια,

-Ο διπλανός είναι, στο ίδιο μαγαζί με πρώτα, δεν άλλαξε τίποτα.

-Τι κάνουν και πότε να ‘ρθω, ρώτησε, ά και με τούτα τα πατούμενα που γλιστράνε, γίνεται τίποτα,

-Πώς δε γίνεται, ορίστε μ’ αυτό το λεπτό σόλιασμα ούτε θα φαίνεται ούτε θα γλιστράει, Είχε δίκιο γαμώτο μου, μουρμούρισε,

-Πολλά σας φαίνονται, ρώτησε κείνος σαν του ‘πε το κόστος,

-Κρατήσατε το παλιό τραπεζάκι της δουλειάς και τη μηχανή και τα εργαλεία, και βλέπω τα ράφια γεμάτα με παλιά παπούτσια, παρατήρησε,

-Ναι τα κράτησα και κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, του πεθερού μου είναι του Σωτήρη του Στεργιάκη απ’ τα Χανιά, έχουμε μάλιστα και το ίδιο όνομα,

-Πήρες θυγατέρα του, καλά έκανες,

-Ναι τη δεύτερη, δήλωσε με καμάρι ο Γιώργος που κράτησε τα παλιά σύνεργα του τσαγκαράδικου, Ξέρετε, αυτά τα εργαλεία καθώς και το τραπεζάκι, συνέχισε κείνος, τα τράβηξε παλιότερα φωτογραφίες κάποιος και τα ‘βαλε σε βιβλίο, μου το ‘πε ο Θωμάς,

-Άμα λάχει και σε ρωτάνε απαντάς πως δουλειά σου είναι τσαγκάρης, τον ρώτησε τούτος,

-Ναι γιατί όχι, το ψωμί μου βγάζω, γιατί να μην το λέω.

Στον Γιώργη τον Στεργιάκη, τον γαμπρό του Σωτήρη Στεργιάκη, του Κρητικού τσαγκάρη, που κρατήσανε κι οι δυο τους τα παλιά καλά εργαλεία και τιμούνε τα, έγραψε στο εσώφυλλο δίνοντάς του τη Λίστα του Τσαγκάρη και κείνος τον κοίταξε, όπως κοιτάνε οι καλοί άνθρωποι.

Γύρισε σπίτι του και κατέβασε το κουτί με τα υλικά για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

-Παππού να βοηθήσω;

-Κι απέ πώς θα στολίσει η γιαγιά το δέντρο χωρίς εσένα και τον έτερο Καπαδόκη, θα ‘ρθει κι εκείνος, να του κρατήσετε στολίδια.

Advertisements

Η Τσερόκι και η σούμα

Οκτώβριος 4, 2014

Τεσσεράμισι κιλά ούζο στην καθισιά και …

Έζησε ο Αγησίλαος χρόνια πολλά στο Αμέρικα, τράβηξε μπόλικο κουπί στην αρχή, κι αν επιμένετε να μάθετε γιατί προνοητικός ων αποφεύγει το αεροδρόμιο και γενικότερα την πολιτεία της Νέας Υόρκης, κάντε λίγο υπομονή.

Κόπιαζε στην αρχή φιλότιμα κι αγκομαχώντας, ο νόστος ήταν το όνειρο και στόχος του όπως για όλους μα τούτος έφερνε έτσι κάπως αδύνατος χαρακτήρας τόσο, ώστε στη σχόλη του έβρισκε την ηρεμία και καταφύγιο στο ούζο, κι αν λάχαινε και σούμα ακόμα καλύτερα, ειδικά το δεύτερο, καλόπιοτο προϊόν και προερχόμενο απ’ τις συκαμινιές, διόλου δεν το περιφρονούσε, δεν είχε αναστολές ο δικός μας λόγω προέλευσης, αυτό έλειπε, όθεν διπλασιάστηκαν οι εισαγωγές του στο Νέο Κόσμο από την ημέρα που πέρασε του λόγου του την πύλη του ιμιγκρέισιον. Είναι όμως κοινό μυστικό, γι’ αυτό έχουν να λένε πως κανένας δεν καυχήθηκε πως τάχαμ είδε τον Αγησίλαο να τρικλίζει ως εκ των ατμών του αγαθού αποστάγματος. Μάλιστα κύριε, το απέδειξε τούτο περιτράνως και κατ’ επανάληψη την ύστερη περίοδο και εις την πατρώα γη!

Εν τούτοις ο προσπορισμός εκ της εργασίας ουδόλως πλησίαζε τα αναμενόμενα εις τη γην την υποσχόμενη δολάρια να τρέχουν εις τας οδούς και τας ρύμας, όπου δήθεν  αρκούσε απλώς να σκύβει έκαστος και να συλλέγει κατά βούληση! Η ανώμαλη προσγείωση κράτησε λίγο, έπεσε με τα μούτρα να προσφέρει, γογγύζοντας όπως όλοι, την υπεραξία του σε σκληρούς και ανελέητους εργοδότες, πρόσπεσε όμως τελικά στους αρμόδιους ομογενείς, σημαντικό ποσοστό των οποίων ήταν και είναι συμπατριώτες του, κι έτσι έγινε και είδε χαΐρι μονάχα σαν  έπιασε να βαράει κάρτα σε καζίνο.

Σκυμμένο το κεφάλι είχε στην αρχή ο Αγησίλαος γιατί, εκτός που τον συμβούλεψαν οι σωστοί εκ των δικών του, το ‘πιασε το πράμα πως μόνον έτσι έπρεπε να δουλεύει ώρες πολλές πλην καρποφόρες, όχι τόσο στο οικονομικό πεδίο να πούμε, όσο στον τομέα των πληροφοριών καθόσον, ο διόλου μαλθακός Νικαριώτης, γνώριζε πως οι σωστές πληροφορίες είναι που δίνουν τη νίκη στους πολέμους και η ζωή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας συνεχής και άκαρδος πόλεμος μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων. Αυτή ήταν η φιλοσοφία του και μ’ αυτήν συνοδεύει το διάβα του σε τούτη τη ζήση, ο καλός άνθρωπος.

Σ’ αυτό το διάβα ήταν που τρακάρισε το βάσανο (μετά δύο τέκνων έτοιμων και άνευ δικών του εξόδων, όπως μετά ικανοποιήσεως διέδιδε ασυστόλως, ενώ θα ήταν ανοίκειο να αλλοιώσουμε την πραγματικότητα εμείς επιμένοντας – και γιατί άλλωστε –  πως αρκέστηκαν στα δυο έτοιμα τέκνα εκ προηγουμένης συμβίωσης μεθ’ ετέρου ανδρός, που δεν μας ενδιαφέρει ενταύθα, και δεν έλειψαν να χτίσουν ακόμα ένα καταδικό τους μετά μεγάλης ικανοποιήσεως και αλλεπαλλήλων συνευρέσεων, ων ουκ έστι γνωστός ο αριθμός) και όρμισε ακάθεκτος προς κατάληψη του οχυρού, κάτι που αποδείχθηκε πανεύκολο αφού η μορφονιά υπέκυψε με την πρώτη αναγνωριστική και ευφυή συνάμα βολή που στόχο είχε να της πάρει τον αέρα. Προσέξτε τη μέθοδο του Αγησίλαου!

Άλλο και τούτο, της είπε με έκδηλη αυστηρότητα και αποτροπιασμό, μα τι όνομα είν’ αυτό κοπελιά μου, άκου Τσερόκι, αυτοκίνητο είσαι κούκλα μου και δε μπορούσε ο μπαμπάς σου να σε πει, ας πούμε, Παρασκευούλα, τον κοίταξε εκείνη έκθαμβη, για την μη κρυπτόμενη ευστροφία, με κάτι μάτια σαν καραβίσιους προβολείς μεγάλα και κατάμαυρα και, τι ωραία τι καλά, τον αγάπησε αυθωρεί, παρά χρήμα και σφόδρα με άμεση (ώ τι ευτυχία εκατέρωθεν!) δικιά του ανταπόκριση, όχι θα επέτρεπε το Νικαριώτικό του ταμπεραμέντο σε μια Ινδιάνα να του πάρει την πρωτιά στον κεραυνοβόλο! Τα κάστρα καρτέρευσαν ευκόλως και συγχρόνως, εκεί λειτούργησε η ανεξίτηλη μέσα του προτροπή/επισήμανση της μάνας του, Αγησίλαε παιδί μου, του είχε δηλώσει στητή και κατασυγκινημένη, αλλά χωρίς να τρέξει ούτε δάκρυ σαν τον αποχαιρετούσε με τη μαντίλα χαμηλά να μη φαίνονται ανταριασμένα τα μάτια της τα βιολετιά, μη μάθω, καμάρι μου, πως άφησες θηλυκό ανικανοποίητο  στον κόσμο αυτόν τον καινούργιο που πας, να μην τολμήσεις να γυρίσεις πίσω, διότι αγόρι μου θα βρεις την πόρτα μας κλειστή και τα κλειδιά χαμένα, πάει και τελείωσε!

Έτσι, ο Αγησίλαος έπεσε με τα μούτρα στην πρώτη που του γυάλισε κι έγινε ότι έγινε, χωρίς να τον τρώει πια η αγωνία και το άγχος να ταλαιπωρεί το πουλί του με άλλες Αμερικάνες που τριγύριζαν έγκαυλες για μεσογειακό πήδημα!

Το γεγονός της γνωριμίας, συνοδευθείσης άμα υπό αστραπιαίας έλξης ακολουθουμένης υπό ζάλης πολυχρώμου και γλυκείας εφίδρωσης, σφραγίσθηκε εκατέρωθεν με δυο φιάλες ούζο σε παράμερο καφενείον εντός της Αστόρια με το πολυσύχναστο όνομα Η ωραία Νικαριά ενώ αμέσως μετά εκπέμφθηκε τηλεγράφημα στο Μαυράτο,  Μάννα θρίαμβος στοπ ευχή- προτροπή υλοποιήθηκαν στοπ Τσερόκι  ίσον άπασαι Αμερικανίδαι στοπ τέκνα δύο τέλος. Όταν εξήγησε η φοβερή Ανέτα, η αυτοκρατορική σύνευνη του Αγαμέμνονα  του νεροκράτη, το νόημα του δυσνόητου τηλεγραφήματος, η μεν Μάννα του Αγησίλαου λιποθύμησε ο δε πατέρας του ταλιάρισε την νταμιτζάνα και το ‘ριξε στον ύπνο εκειδά στο παραγώνι. Το παιδί μας πάει το χάσαμε, του φώναξε η δικιά του, αλλά το μόνο που άκουσε ήταν το ρωμαλέο ροχαλητό του, ενώ η καλή μας η Ανέτα αποτέλειωνε την νταμιτζάνα..

Τότε ήταν που ακούστηκε από πηγή, που δεν θ’ αποκαλύψουμε, πως το καταναλωθέν προϊόν της νταμιτζάνας δεν ήταν ούζο, αλλά σούμα που ήδη αναφέραμε και δη άνω των είκοσι πέντε βαθμών ισχύος (από καρπό συκαμινιάς έτσι, μουριάς δηλαδή, μη κάνουμε λάθη), συνάμα δε, πρόσθεσε η πηγή μας και αν θέλετε το πιστεύετε, πως η υπερατλαντική κατανάλωση και του ζεύγους εις τη Νέα Υόρκη όφειλε τη χάρη σε άρτι, τις μέρες εκείνες τις ζοφερές του μεταπολέμου, αφιχθέν ποτό από το πασίγνωστο Μαυράτο (χωρίον ιστορικόν άνωθεν του Αγίου Κυρίκου με δεκαεφτά σπίτια κατοικημένα κατ’ αυτάς ολοχρονίς, που γίνονται δεκαοχτώ τον Αύγουστο, καθόσον ο γράφων μετακομίζει εκείθεν μ’ όλη τη γκρίνια της καλής του Μενεμένης, που θέλει να βλέπει τα εγγόνια της και κάναν άνθρωπο που σπανίζει, καθώς ισχυρίζεται, στην ερημιά που την κουβαλάει ο σύνευνος, Άμα δε σ’ αρέσει, απαντάει αυτός αγέρωχα, να μην έρχεσαι, Σιγά που δε θα ‘ρθω στο χωριό μου και στο κάτω κάτω της γραφής δικό μου είναι το σπίτι και άμα θέλω... αφήνει να επικρέμαται η απειλή, αλλά…)

Με ανεβασμένο το ηθικό του ως συνέπεια της ένταξής του ως σώγαμπρου στους αγνούς ιθαγενείς με την αρχαία καταβολή, που τον υποδέχθηκαν άνευ καχυποψίας, ο δικός μας  σκέφτηκε πως είναι πολλά άδικο αυτός να δουλεύει για γλίσχρα ψίχουλα και κάμποσοι βαρεμένοι να παίζουν κάθε μέρα ποσά αγνώστου προέλευσης, εξ ων μερικοί ενίοτε να κερδίζουν, ενώ συνάμα έμπιστοι δούλοι υπό την άμεση εποπτεία κουμπουροφόρων με κατάλληλα φτυάρια να τσουβαλιάζουν στην κυριολεξία τα κέρδη, και ούτως εχόντων των πραγμάτων κατέληξε, άγνωστο με ποιον τρόπο, και ξαλάφρωσε το φορτίο των κοψομεσιασμένων στο καζίνο.

Στόμα κλειστό χέρια κοντά

μάτια κι αυτιά πάντα ανοιχτά

του ‘χε μονάχα επιστήσει την προσοχή ο μεσάζοντας για την πρόσληψη, που βρέθηκε ο δόλιος να αιωρείται, τελείως νεκρός αλλά κουστουμαρισμένος, ένα ηλιόλουστο πρωινό κρεμασμένος σε τσιγκέλι έξω απ’ το χασάπικό του (τον είχε προγκίξει η γυναίκα του όταν παράγγειλε τη μπάρα με τα σιδερένια πελώρια δόντια, αλλά φευ!)

Οι μαφιόζοι, να θυμόμαστε λεβέντες μου, δεν είναι μαφιόζοι χωρίς προσόντα, αλλιώτικα το είδος θα είχε προ πολλού εκλείψει και έτσι έχουν το νου τους και αναζητούν έκτοτε τον ελαφροχέρη όχι πάντως μακράν της πολιτείας της Νέας Υόρκης, Σιγά μη διαθέσουμε πόρους για να πιάσουμε τον Γκρέκο, οι εποχές που οφείλαμε να χτίσουμε τη φήμη μας με αγριότητες όσο κι αν μας κόστιζαν έχουν παρέλθει, τώρα διαχέουμε επαρκή τρόμο ώστε να διατηρείται η έξωθεν φοβερή μαρτυρία μας, ούτε σέντσι για τον Αγησίλαο, αν τολμήσει να εμφανισθεί στα περίχωρα έχει καλώς να μου φέρετε κατεψυγμένο μόνο το κεφάλι του να το εκθέσουμε στην κεντρική αίθουσα του μαγαζιού, έδωσε το όρντινο ο υπεύθυνος του καζίνου και ιδού ο λόγος που ο καλός μας αποφεύγει την εν λόγω Πολιτεία.

Για να ‘ρθουμε όμως στο ζουμί της αφήγησης, πρέπει να παρακολουθήσουμε το ζεύγος των Ελληνοϊνδιάνων, να καφενίζουν εν έτει 1974 στον Άγιο Κήρυκο αναμένοντες μετ’ άλλων πολλών την άφιξη του Αντώνη, ομιλητή του Κομμουνιστικού Κόμματος στην πρώτη μεταχουντική προεκλογική περίοδο, κουτσοπίνοντας σούμα (τι άλλο περιμένατε δηλαδή). Μιλάμε για τον Αγησίλαο μετά της Τσερόκι βεβαίως.

Τονίζουμε στο σημείο αυτό, πως ερχόμενοι στο νησί των ανέμων, οι συνήθειες του ζεύγους δεν άλλαξαν ουδόλως όσον αφορά τη σχέση τους μετά του ευγενούς ποτού, αντίθετα τακίμιασαν επί του σημείου μετά των πεθερικών της Ινδιάνας και γονικών του ανδρός της με ημερήσια κατά μέσον όρον κατανάλωση στην καθισιά τους τα τεσσεράμισι κιλά (πληροφορία μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης, καθόσον έτσι διατυμπάνισε ο προμηθευτής τους και διαχειριστής του αρμοδίου συνεταιρισμού σταβέντο μεριά), Μάλιστα κυρία μου, επέμεινε,  τεσσερισήμισι κιλά ημερησίως (έτσι είπε, τεσσερισήμισι και όχι τεσσεράμισι, που είναι και πιο εύκολο) ενώ κατά Κυριακές και εορτές με ποσότητα που αποφεύγουμε να αποκαλύψουμε, μη μας πείτε ψεύτες και δεν το σηκώνουμε!

Το κυριαρχήσαν σύνθημα στη συγκέντρωση ήταν τέτοιο και τόσο έντονο, που αιφνιδιασθείσα η Αμερικανίς πολίτης Ινδιάνα Τσερόκι, μάζεψε την τσάντα της και χωρίς να τρικλίζει εξήλθε του καφενείου, όταν όμως διαπίστωσε πως δεν την είχε ακολουθήσει  ο σύντροφός της, επανήλθε και τον τραβολόγαγε να την ακολουθήσει καθόσον, Βρε δε μας θέλουν, Αγησίλαε, δεν ακούς που φωνάζουν Έξω οι Αμερικάνοι, κουφός είσαι, Έλα μέσα γαμώ την Παναγία σου γαμώ, έσκουξε ο Αγησίλαος, δε φωνάζουν για μας μωρή, ντιπ για ντιπ χαζή είσαι, και έγινε το έλα να δεις από τους συντρόφους τούς ευωχούμενους μετά σούμας και του μεστού λόγου του Αντώνη του Καλαμπόγια του παλιού καλού αντάρτη, σύνευνου της Τικώς, φίλου και όχι μόνον, ορθοβαδίζοντος μια ζωή και ορθοφρονούντος, να τον είχαμε λέει τώρα κοντά μας να πιούμε αντάμα ένα ούζο να ξαναφωνάξουμε το σύνθημα όχι μονάχα πια για τους Αμερικάνους!

Όσο για τον Αγησίλαο, μας έρχεται πάλι κι ίσως μόνιμα αυτή τη φορά μετά της Τσερόκι του, χωρίς βέβαια να περάσει από τη Νέα Υόρκη, Θεός των Ινδιάνων να φυλάξει δηλαδή, βλάκας είναι ο δικός μας;

Δε θέλετε να τα πιστέψετε τούτανά; Έ, δε χάνετε και τίποτα αλλά… για ξανασκεφτείτε το!


Αρέσει σε %d bloggers: